Αναλέκτων αναλγήτως αποφανθέντων ΣΕΙΡΑ Δ’

Οι υψηλοί και κοντοί επισκέπτες έχουν καταφθάσει στο μουσείο της Ακρόπολης και η εκ-φονική ματσουκοφόρος, περιγράφοντας την ενδυμασία των Καρυάτιδων, εξηγεί στους μη-ευτυχείς μη-παρόντες τηλεθεατές: «… και παίρνει (ο επισκέπτης) μια εικόνα από τη μόδα της εποχής».
Εντάξει, κοπέλλα μου, την εικόνα την πήραν, αλλά, να πάρη και να σηκώση, δεν μας πληροφόρησες το όνομα του μόδιστρου! Ανεπίτρεπτο! Δεν μπορούσες ν’ ανοίξης κάνα βιβλίο, να μάθης και να μας το πης; Κι έμειναν όλοι οι υψηλοί επισκέπτες, κοντά σ’ αυτούς και οι μη-ευτυχείς μη-παρόντες τηλεθεατές με την απορία: Ποιος να ήταν άραγε;

Δίαυλος Σκάϊ. Ομιλεί ο δημοσιογράφος κ. Τέλογλου: «… στη συνέχεια η βία βρήκε τη φυσική φορά, αν θέλετε, σε αυτή την…». Δεν θυμάμαι ποιο ήταν το θέμα, αλλά τη σημασία έχει; Το θέμα είναι ότι η λεκτική βία βρήκε τον φυσικό εκφραστή της – ασχέτως του αν κανείς κατάλαβε αφ’ ενός πώς η βία βρίσκει την φυσική φορά, αν θέλουμε, αφ’ ετέρου τι προσπαθούσε αγωνιωδώς να μας πη ο δημοσιογράφος. Διότι η μεν βία την είχε χάσει και την τώρα την βρήκε, η δε λεκτική βία βρήκε ένα εκφραστή ακόμη – λες και της είχαν λείψει.

Ντοκυμαντέρ στον Σκάϊ. Αφηγείται η κ. Ιφιγένεια Στάϊκου. Και περιγράφοντας τον αδυσώπητο νόμο της ζούγκλας είπε το αθάνατο: «Ο θάνατός μου η ζωή σου». Έτσι δεν το λέμε; Όχι; Και πώς το λέμε; «Ο θάνατός σου η ζωή μου», το λέμε; Έλα! Άντε! Σώπα! Δηλαδή η κυρία δεν ξέρει τι λέει; Αυτό εννοείτε; Σαν δεν ντρέπεστε!

Είναι κι αυτός ο παντέρμος κ. Δ. Παντερμαλής, πρόεδρος του εγκαινιασθέντος μουσείου, ο οποίος περιέγραφε και εξηγούσε τι και πώς κατά την ξενάγηση των υψηλών προσκεκλημένων. Και αφού σταμάτησε μπροστά σε κάποιο άγαλμα, εξήγησε στην ελληνική ότι «το άγαλμα κατασκευάστηκε…». Δεν λέω, μια κατασκευή είναι ένα άγαλμα όπως και ένας ζωγραφικός πίνακας. Αλλά, να πάρη ο διάβολος, υπάρχουν και άλλα ρήματα στην γλώσσα μας, τα οποία αποδίδουν, με τις λεπτές αποχρώσεις τους, αυτό ακριβώς που πρέπει στην κάθε περίσταση. Π.χ. τεχνουργώ – και όλως περιέργως συμβαίνει το άγαλμα εκείνο να είναι τεχνούργημα. Ακόμη το σμιλεύω – και όλως περιέργως συμβαίνει το άγαλμα εκείνο να είναι σμιλευμένο. Αλλά και το λαξεύω – και όλως περιέργως συμβαίνει το άγαλμα εκείνο να είναι λαξευμένο σε μάρμαρο.

Δίαυλος Σκάϊ. Ομιλεί ο δημοσιογράφος κ. Τέλογλου: «… στη συνέχεια η βία βρήκε τη φυσική φορά, αν θέλετε, σε αυτή την…». Δεν θυμάμαι ποιο ήταν το θέμα, αλλά τη σημασία έχει; Το θέμα είναι ότι η λεκτική βία βρήκε τον φυσικό εκφραστή της – ασχέτως του αν κανείς κατάλαβε αφ’ ενός πώς η βία βρίσκει την φυσική φορά, αν θέλουμε, αφ’ ετέρου τι προσπαθούσε αγωνιωδώς να μας πη ο δημοσιογράφος. Διότι η μεν βία την είχε χάσει και την τώρα την βρήκε, η δε λεκτική βία βρήκε ένα εκφραστή ακόμη – λες και της είχαν λείψει.

Ντοκυμαντέρ στον Σκάϊ. Αφηγείται η κ. Ιφιγένεια Στάϊκου. Και περιγράφοντας τον αδυσώπητο νόμο της ζούγκλας είπε το αθάνατο: «Ο θάνατός μου η ζωή σου». Έτσι δεν το λέμε; Όχι; Και πώς το λέμε; «Ο θάνατός σου η ζωή μου», το λέμε; Έλα! Άντε! Σώπα! Δηλαδή η κυρία δεν ξέρει τι λέει; Αυτό εννοείτε; Σαν δεν ντρέπεστε!

Είναι κι αυτός ο παντέρμος κ. Δ. Παντερμαλής, πρόεδρος νομίζω του εγκαινιασθέντος μουσείου, ο οποίος περιέγραφε και εξηγούσε τι και πώς κατά την ξενάγηση των υψηλών και κοντών προσκεκλημένων. Και αφού σταμάτησε μπροστά σε κάποιο άγαλμα, εξήγησε στην ελληνική ότι «το άγαλμα κατασκευάστηκε…». Δεν λέω, μια κατασκευή είναι ένα άγαλμα όπως και ένας ζωγραφικός πίνακας. Αλλά, να πάρη ο διάβολος, υπάρχουν και άλλα ρήματα στην γλώσσα μας, τα οποία αποδίδουν, με τις λεπτές αποχρώσεις τους, αυτό ακριβώς που πρέπει στην κάθε περίσταση. Π.χ. τεχνουργώ – και όλως περιέργως συμβαίνει το άγαλμα εκείνο να είναι τεχνούργημα. Ακόμη το σμιλεύω – και όλως περιέργως συμβαίνει το άγαλμα εκείνο να είναι σμιλευμένο. Αλλά και το λαξεύω – και όλως περιέργως συμβαίνει το άγαλμα εκείνο να είναι λαξευμένο σε μάρμαρο.

nicolaos demonicos