Ούτε ένα τηλέφωνο…

cebcceaccebdceb1cf84ceb6cebcceb5cebdcf84-cebcceaccf81cebaceb5cf84ceb9ceb3ceba-1Όσο περίμενα τον Στέλιο να ‘ρθη,

κάθησα στον καναπέ

και άνοιξα την τηλεόραση.

Ο υφυπουργός Εσωτερικών Γκιουλέκας

και ο βουλευτής του ΠΑΣΟΚ Ευθυμίου

προσπαθούσαν με συνέπεια να αποδείξουν ποιοι φταίνε περισσότερο για την κατάντια της πολιτικής και της οικονομίας του τόπου,

ποιοι προκάλεσαν περισσότερα ή λιγώτερα σκάνδαλα, ποιων τα σκάνδαλα είναι μεγαλύτερα ή μικρότερα, ποιων τα σκάνδαλα στοίχισαν περισσότερο ή λιγώτερο στον τόπο.
Ενδιαφέρον θέμα για όποιον αναζητούσε ευκαιρίες να βρίση τούτον τον υπαίθριο τεκέ ή να καταραστή την τύχη του που τον γέννησε σ’ αυτήν την χώρα. Ή την μάνα του.
«Με ρώτησες, ρε μάνα, που με γέννησες; Με ρώτησες;».
Σ’χώρα τον, μάνα του, σ’χώρα την και συ που δεν σε ρώτησε…

Εγώ όμως δεν είχα καιρό για τέτοιες σκέψεις. Εγώ καθόμουν σ’ αναμμένα κάρβουνα. Το ραντεβού ήταν για τις εννιά και τέταρτο και η ώρα είχα πάει οχτώ και είκοσι. Θα μου πης «σιγά, ρε συ, πίσω από το Πανεπιστήμιο είναι, πόσο να κάνετε; Δύο στάσεις ως την Αττική με τον Ηλεκτρικό, τέσσαρες με το Μετρό». Ναι, αλλά ούτε ένα τηλέφωνο; «Έρχομαι, φτάνω σε πέντε λεπτά…».

Εννιά παρά είκοσι. Δεν έφταναν τα αναμμένα κάρβουνα, με ζώσαν και τα φίδια. Δεν πήγαιν’ άλλο. Έκλεισα την τηλεόραση, φόρεσα παπούτσια και έφυγα. Αν έρθη, ας έρθη μόνος του. Δεν γινόταν να περιμένω άλλο.
Έβγαλα πέντε εισιτήρια, ακύρωσα το ένα και μπήκα στο τραίνο, που ήρθε με κάποια καθυστέρηση. Λες και γίνεται επίτηδες όταν βιάζεσαι… το κέρατό μου… Κι ο Στέλιος πουθενά. Ούτε ένα τηλέφωνο… Θα προλάβαινα να είμαι στην ώρα μου; «Α, ρε Στέλιο… α, ρε Στέλιο. Ούτε ένα τηλέφωνο…».
Έφτασα στο τσακ στο ραντεβού. Ευτυχώς…

Δυστυχώς όμως δεν υπήρξε αποτέλεσμα στην συνάντηση. Έπρεπε να είναι παρών και ο Στέλιος. «Α, ρε Στέλιο… α, ρε Στέλιο». Άντε πάλι… και τώρα με μειονέκτημα. Ασυνέπεια. Εμ βέβαια. Δίνεις ραντεβού, ρε άνθρωπε… φρόντισε να είσαι στην ώρα σου! Σε μετράει ο άλλος. Όλα τα μετράει ο καθένας – και με το δίκιο του. Άμα είσαι ασυνεπής στο ραντεβού, γιατί θα είσαι συνεπής στα υπόλοιπα; Το κέρατό μου!

Είχα εκνευριστή. Και, για να λέμε την αλήθεια, είχα απογοητευθή. Για την δουλειά -ήμουν βέβαιος ότι το θέμα έληξε, δεν θα γινόταν τίποτε- και από τον Στέλιο. «Α, ρε Στέλιο… α, ρε Στέλιο». Και την είχα ανάγκη αυτήν την συμφωνία.
Ήμουν έτοιμος να πάρω τον δρόμο της επιστροφής. Στα σκαλιά του μετρό το σκέφτηκα. «Δεν περνάω από τον Κωνσταντίνο; Κοντά είμαι. Να μου φύγη και λίγο από το μυαλό η απογοήτευση;». Γύρισα και πήρα τον δρόμο για το γραφείου του Κωνσταντίνου. Δέκα λεπτά αργότερα ήμουν εκεί.

Είπαμε πολλά και διάφορα. Πιάσαμε και την πρωινή εμφάνιση των δύο πολιτικών μας. «Ε ρε σκουπόξυλο που τους χρεάζεται!». «Σκουπόξυλο; Γαϊδουρινή… τι γαϊδουρινή, δεν τους φτάνει γαϊδουρινή… ελεφαντίσια. Ρε συ, έχεις δει ελεφαντίσια;». «Ελεφαντίσια; Πού να δης φαλαινίσια, του φυσητήρα. Ενάμισι μέτρο!». «Έλα!». «Ενάμισι – και τι ενάμισι. Και πεσμένη. Κατάλαβες!». Και άλλα, καί άλλα.

Δύο ώρες μετά, κάπως αλαφρωμένος είναι η αλήθεια, πήρα τον δρόμο της επιστροφής. Το ψιλόβροχο που είχε εν τω μεταξύ αρχίσει να πέφτη με υποχρέωσε να ανασηκώσω την κουκούλα του μπουφάν. Κατέβηκα τα σκαλιά, ακύρωσα το εισιτήριο. Μπήκα στο μετρό προς Άγιο Αντώνιο. Οι σκέψεις ξανά εκεί. «Α, ρε Στέλιο… α, ρε Στέλιο. Ούτε ένα τηλέφωνο, ρε;».

Στο Μεταξουργείο μπήκαν δύο σεκιουριτάδες. «Τα εισιτήριά σας, παρακαλώ».
Έφτασαν σε μένα. Απορροφημένος στις σκέψεις μου, δεν πρόσεξα τον εκνευρισμό της φωνής στην επανάληψη «Το εισιτήριό σας, κύριε!». Σαν να ξύπνησα, έβαλα το χέρι στην τσέπη του και του το έδωσα.
«Το εισιτήριο αυτό, κύριε, έχει λήξει εδώ και δυο ώρες!».
«Πώς είπατε;». Ήμουν ακόμη στα αποτελέσματα της απουσίας του Στέλιου.
«Το εισιτήριο έχει λήξει εδώ και δυο ώρες!».
«Μα τι λέτε τώρα!».
«Ορίστε, κύριε!!!» εκνευρίστηκε και το έδειξε ο σεκιουριτάς. «Οχτώ και πενήντα ένα!».
Το κοίταξα.
«Α, συγγνώμην…». Του είχα δώσει το πρωινό.
«Τι συγνώμη και πράσιν’ άλογα μας λες τώρα. Έλα μαζί μου!».
«Ένα λεπτό, νεαρέ…» και έβαλα το χέρι μου στην εσωτερική τσέπη του μπουφάν.
«Ρε άστ’ αυτά τώρα! Δεν περνάνε ‘δω!» και με αρπάζει από το μανίκι.
Το χέρι μου βγήκε αυτομάτως από την τσέπη – από το απότομο τράβηγμα.
«Κάτω τα χέρια σου, νεαρέ! Ορίστε…» το εισιτήριο, θα έλεγα, αλλά δεν πρόλαβα. Με το άλλο χέρι του μου έδωσε μια γροθιά στο πίσω μέρος της παλάμης. Τα εισιτήρια, τέσσερα τον αριθμό, έφυγαν από το χέρι μου ταυτόχρονα με το «ωχ!» που ξέφυγε από το στόμα μου και σκορπίστηκαν άλλα στο πάτωμα και άλλα πάνω στα πόδια συνεπιβατών.
Κάποιοι συνεπιβάτες άρχισαν να φωνάζουν: «Τι πράγματα είν’ αυτά! Πώς φέρεσαι μ’ αυτόν τον τρόπο!».
«Για βουλώστε το εσείς! Όχι, που θ’ αφήσω το λαμόγιο να με δουλέψη!».
Ο άλλος σεκιουριτάς προσπάθησε να τον καλμάρη.
«Άραξε, ρε Μήτσο! Θα βρούμε κάνα μπελά!».
«Κάτσε στην άκρη εσύ και κλείστο!» του φώναξε γυρίζοντας προς το μέρος του και με γουρλωμένα μάτια ο Μήτσος.
Ένας συνεπιβάτης είχε βρει το εισιτήριο που ακύρωσα στον σταθμό του Πανεπιστημίου.
«Ορίστε, κύριε, το εισιτήριο του κυρίου… είχε πέσει κάτω».
«Κοίτα εσύ… μη σου χώσω καμμιά! Αυτά που ξέρεις…».
«Είσαι τρελός, νεαρέ μου; Τι πράγματα είναι αυτά;!». Το χέρι μου είχε πρηστή και του το έδειξα.
«Κοίτα…». Δεν πρόλαβα να αρθρώσω άλλη λέξη. Το άρπαξε και με μια κίνηση το γύρισε ανάποδα. Το «κρακ» ακούστηκε πάνω απ’ όλους τους θορύβους.
«Αλήτη… μου’σπασες το χέρι!», ούρλιαξια από τον πόνο.
«Γαμιόλη, τώρα θα δης!». Και τραβάει από κάπου ένα πιστόλι. «Εμένα είπες αλήτη, ρε γαμημένε; Εμένα;!».
Η πρώτη σφαίρα με βρήκε στο στήθος, δεξιά. Η δεύτερη κι η τρίτη αριστερά…

Δεν ξέρω αν ήταν ο κρότος που με ξύπνησε πάνω στον καναπέ. Ξέρω ότι έβλεπα το πουκάμισο στο μέρος της καρδιάς μου να χοροπηδάη. Τι κρότος ήταν αυτός; Κάποιος με είχε πυροβολήσει; Ποιος; Πού; Εδώ, από απέναντι; Ρε, μήπως έβλεπα όνειρο; Λες; Βέεεβαια!
Έλα μουνί στον τόπο σου! Όνειρο ήταν! Με είχε πάρει ο ύπνος περιμένοντας τον Στέλιο. Αλλά τι όνειρο; Τι είχα ονειρευτή; Κοίτα, φίλε μου, να δης περίεργο πράγμα… Καλά, δεν είναι η πρώτη φορά. Σπάνια θυμόμουν τα όνειρά μου. Σχεδόν ποτέ. Τέλος πάντων. Ο Στέλιος πού είναι; Φτου σου, πούστη! Τι ώρα είναι; Το κέρατό μου, εννιά παρά είκοσι. Θα προλάβαινα; Α, ρε Στέλιο! Ούτε ένα τηλέφωνο…

Έκλεισα την τηλεόραση, φόρεσα παπούτσια και έφυγα. Έβγαλα πέντε εισιτήρια και στις εννιά και πενήντα ένα ακύρωσα το ένα. Το γαμημένο τραίνο είχε κάποια μικρή καθυστέρηση. Λες και κάποιος στήνει την ιστορία όταν βιάζεσαι. Το κέρατό μου…
Έφτασα στο τσακ στο ραντεβού. Ευτυχώς…

Δυστυχώς τα πράγματα δεν πήγαν καλά στην συνάντηση. Έπρεπε να είναι παρών και ο Στέλιος. «Α, ρε Στέλιο… α, ρε Στέλιο. Αυτή η γαμημένη η ασυνέπειά σου. Ραντεβού έδωσες, ρε άνθρωπε… φρόντισε να είσαι στην ώρα σου!». Και ούτε ένα τηλέφωνο…
Ήμουν έτοιμος να πάρω τον δρόμο της επιστροφής. Στα σκαλιά του μετρό το σκέφτηκα. «Δεν πετάγομαι στον Κωνσταντίνο; Εδώ πιο πάνω είναι. Να μου φύγη και λίγο από το μυαλό η απογοήτευση;». Γύρισα και πήρα τον δρόμο για το γραφείου του Κωνσταντίνου. Δέκα λεπτά αργότερα ήμουν εκεί.
Δύο ώρες μετά, κάπως αλαφρωμένος είναι η αλήθεια, πήρα τον δρόμο της επιστροφής. Είχε αρχίσει να ψιλοβρέχει και υποχρεώθηκα να ανασηκώσω την κουκούλα του μπουφάν. Κατέβηκα τα σκαλιά, ακύρωσα το εισιτήριο. Μπήκα στο μετρό προς Άγιο Αντώνιο. Οι σκέψεις ξανά εκεί. «Α, ρε Στέλιο… α, ρε Στέλιο. Ούτε ένα τηλέφωνο, ρε;».
Στο Μεταξουργείο μπήκαν δύο σεκιουριτάδες. «Τα εισιτήριά σας, παρακαλώ».

nicolaos demonicos