Όπου υπάρχει ταπείνωση, δεν έχει θέση ο διάβολος.

200162-normal_paisios_athosΗ ταπείνωση έχει μεγάλη δύναμη και διαλύει τον διάβολο.

Είναι το πιο δυνατό σόκ για τον διάβολο.

Όπου υπάρχει ταπείνωση, δεν έχει θέση ο διάβολος. Και όπου δεν υπάρχει διάβολος, επόμενο είναι να μην υπάρχουν πειρασμοί.

Μια φορά ένας ασκητής ζόρισε ένα ταγκαλάκι να πή το “Άγιος ο Θεός …” Είπε το ταγκαλάκι “Άγιος ο Θεός, άγιος ισχυρός, άγιος αθάνατος”, “ελέησον ημάς” δεν έλεγε. Πές: “ελέησον ημάς”! Τίποτε!

Αν το έλεγε, θα γινόταν Άγγελος. Όλα τα λέει το ταγκαλάκι, το “ελέησόν με” δεν το λέει, γιατί χρειάζεται ταπείνωση. Το “ελέησον με” έχει ταπείνωση, και δέχεται η ψυχή το μεγάλο έλεος του Θεού που ζητάει.

Ό,τι και να κάνουμε, ταπείνωση-αγάπη-αρχοντιά χρειάζεται. Τα πράγματα είναι απλά. Εμείς τα κάνουμε δύσκολα.
Όσο μπορούμε, να κάνουμε ό,τι είναι δύσκολο στον διάβολο και εύκολο στον άνθρωπο.
Η αγάπη και η ταπείνωση είναι δύσκολες στον διάβολο και εύκολες στον άνθρωπο.
Και ένας φιλάσθενος που δεν μπορεί να κάνει άσκηση, μπορεί να νικήση τον διάβολο με την ταπείνωση.

Σε ένα λεπτό μέσα μπορεί ο άνθρωπος να γίνη Άγγελος ή ταγκαλάκι.
Πώς; Με την ταπείνωση ή την υπερηφάνεια. Τι, μήπως χρειάσθηκαν ώρες γι ανα γίνη ο Εωσφόρος από Άγγελος διάβολος; Μέσα σε δευτερόλεπτα έγινε. Ο ευκολώτερος τρόπος για να σωθούμε, είναι η αγάπη και η ταπείνωση. Γι΄αυτό από την αγάπη και την ταπείνωση να αρχίσουμε και μετά να προχωρήσουμε στα άλλα.

Να εύχεσθε να δίνουμε συνέχεια χαρά στον Χριστό και στενοχώρια στο ταγκαλάκι, μια που του αρέσει η κόλαση και δεν θέλει να μετανοήση.

π. ΠΑΙΣΙΟΣ

ο Γέρων Παΐσιος ή Όσιος Παΐσιος (κατά κόσμον Αρσένιος Εζνεπίδης), ήταν Έλληνας μοναχός που έζησε κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα.
Η φήμη του ως αγίου στο ορθόδοξο ποίμνιο είναι μεγάλη, λόγω της προσωπικότητάς του και του πλήθους των μαρτυριών από ανθρώπους ορθόδοξων πιστών και μη, για χαρίσματα που διέθετε (προφητικό χάρισμα ή θεραπευτικό κλπ).
Ο σεβ. Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ.κ. Ιερόθεος Βλάχος, έχει προτείνει την κατάταξη του στα δίπτυχα της Ορθόδοξης Εκκλησίας ως αγίου.

Ο Γέρων Παΐσιος γεννήθηκε στα Φάρασα της Καππαδοκίας, στη Μικρά Ασία, στις 25 Ιουλίου του 1924. Ο πατέρας του ονομαζόταν Πρόδρομος και ήταν πρόεδρος των Φαράσων, ενώ η μητέρα του λεγόταν Ευλαμπία. Ο Γέροντας είχε ακόμα 8 αδέλφια. Στις 7 Αυγούστου του 1924, μια εβδομάδα πριν οι Φαρασιώτες φύγουν για την Ελλάδα, ο Γέροντας βαφτίστηκε από τον Άγιο Αρσένιο τον Καππαδόκη, ο οποίος επέμεινε και του έδωσε το δικό του όνομα «για να αφήσει καλόγερο στο πόδι του», όπως χαρακτηριστικά είχε πει.

Πέντε εβδομάδες μετά τη βάπτιση του μικρού τότε Αρσένιου, στις 14 Σεπτεμβρίου του 1924 η οικογένεια Εζνεπίδη, μαζί με τα καραβάνια των προσφύγων, έφτασε στον Άγιο Γεώργιο στον Πειραιά και στη συνέχεια πήγε στην Κέρκυρα, όπου και τακτοποιήθηκε προσωρινά στο Κάστρο. Στην Κέρκυρα η οικογένειά του έμεινε ενάμιση χρόνο. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε στην Ηγουμενίτσα και κατέληξε στην Κόνιτσα. Εκεί ο Αρσένιος τελείωσε το δημοτικό σχολείο και πήρε το απολυτήριο του «με βαθμό οκτώ και διαγωγή εξαίρετο». Από μικρός συνεχώς είχε μαζί του ένα χαρτί, στο οποίο σημείωνε τα θαύματα του Αγίου Αρσενίου. Έδειχνε ιδιαίτερη κλίση προς τον μοναχισμό και διακαώς επιθυμούσε να μονάσει. Οι γονείς του χαριτολογώντας, του έλεγαν «βγάλε πρώτα γένια και μετά θα σε αφήσουμε».

Στο διάστημα που μεσολάβησε μέχρι να υπηρετήσει στο στρατό ο Αρσένιος δούλεψε σαν ξυλουργός. Όταν του παραγγελνόταν να κατασκευάσει κάποιο φέρετρο, ο ίδιος συμμεριζόμενος την θλίψη της οικογένειας, αλλά και τη φτώχεια της εποχής, δεν ζητούσε χρήματα.

Το 1945 ο Αρσένιος κατατάχτηκε στο στρατό και υπηρέτησε σαν ασυρματιστής κατά τον ελληνικό εμφύλιο. Όσο καιρό δεν ήταν ασυρματιστής, ζητούσε να πολεμεί στην πρώτη γραμμή, προκειμένου κάποιοι οικογενειάρχες, να μην βλαφτούν. Το μεγαλύτερο όμως διάστημα της θητείας του το υπηρέτησε με την ειδικότητα του ασυρματιστή. Απολύθηκε από το στρατό το 1949.

Ο πατέρας Παΐσιος πρώτη φορά εισήλθε στο Άγιο Όρος για να μονάσει το 1949, αμέσως μετά την απόλυσή του από το στρατό. Όμως επέστρεψε στα κοσμικά για ένα χρόνο ακόμα, προκειμένου να αποκαταστήσει τις αδελφές του. έτσι το 1950 πήγε στο Άγιο Όρος. Η πρώτη μονή στην οποία κατευθύνθηκε και παρέμεινε για ένα βράδυ ήταν Μονή Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στις Καρυές. Εν συνεχεία κατέλυσε στη σκήτη του Αγίου Παντελεήμονος, στο κελί των Εισοδίων της Θεοτόκου. Εκεί θα γνωρίσει τον πατέρα Κύριλλο που ήταν ηγούμενος στη μονή και θα τον ακολουθήσει πιστά.

Λίγο αργότερα αποχώρησε από τη μονή και κατευθύνθηκε στη Μονή Εσφιγμένου. Εκεί τελέσθηκε η τελετή της «ρασοευχής» και πήρε το πρώτο όνομά του που ήταν Αβέρκιος. Και εκεί αμέσως ξεχώρισε για την εργατικότητά του, τη μεγάλη αγάπη και κατανόηση που έδειχνε για τους «αδελφούς» του, την πιστή υπακοή στο γέροντά του, την ταπεινοφροσύνη του, αφού θεωρούσε εαυτόν κατώτερο όλων των μοναχών στην πράξη. Προσευχόταν έντονα και διάβαζε διαρκώς, ιδιαίτερα τον Αββά Ισαάκ.

Το 1954 έφυγε από τη μονή Εσφιγμένου και κατευθύνθηκε προς την Μονή Φιλοθέου, που ήταν Ιδιόρρυθμο μοναστήρι όπου μόναζε και ένας θείος του. Η συνάντησή του όμως με τον Γέροντα Συμεών θα είναι καταλυτική για την πορεία και διαμόρφωση του μοναχικού χαρακτήρα του Παϊσίου. Μετά από δύο χρόνια, το 1956, χειροθετήθηκε «Σταυροφόρος» και πήρε το «Μικρό Σχήμα». Τότε ήταν τελικά που ονομάστηκε και «Παΐσιος», χάρη στο Μητροπολίτη Καισαρείας Παΐσιο τον β΄, ο οποίος ήταν και συμπατριώτης του. Ο Γέρων Αυγουστίνος αυτήν την περίοδο απέκτησε στενή σχέση με τον Παΐσιο.

Το 1958, ύστερα από «εσωτερική πληροφόρηση», πήγε στο Στόμιο Κονίτσης. Εκεί πραγματοποίησε έργο το οποίο αφορούσε στους ετερόδοξους αλλά περιελάμβανε και τη βοήθεια των βασανισμένων και φτωχών Ελλήνων, είτε με φιλανθρωπίες, είτε παρηγορώντας τους και στηρίζοντάς τους ψυχολογικά, με αιχμή το λόγο του Ευαγγελίου. Επί 4 έτη έμεινε στην Ιερά Μονή Γενεθλίων της Θεοτόκου στο Στόμιο, όπου αγαπήθηκε πολύ από τον λαό της περιοχής για την προσφορά και τον μετριοπαθή χαρακτήρα του.

Από εκεί πήγε στο Όρος Σινά στο κελί των Αγίων Γαλακτίωνος και Επιστήμης. Ο Γέροντας εργαζόταν ως ξυλουργός και ό,τι κέρδιζε το έδινε σε φιλανθρωπίες στους Βεδουίνους, ιδίως τρόφιμα και φάρμακα.

Το 1964 επέστρεψε στο Άγιο Όρος, από όπου δεν ξαναέφυγε ποτέ. Η σκήτη η οποία τον φιλοξένησε ήταν η Ιβήρων. Στο διάστημα που παρέμεινε εκεί, και συγκεκριμένα το 1966, ασθένησε σοβαρά και εισήχθη στο Νοσοκομείο Παπανικολάου. Υποβλήθηκε σε εγχείρηση, με αποτέλεσμα μερική αφαίρεση των πνευμόνων. Στο διάστημα μέχρι να αναρρώσει και να επιστρέψει στο Άγιο Όρος φιλοξενήθηκε στην Μονή Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου, στη Σουρωτή. Επέστρεψε στο Άγιο Όρος μετά την ανάρρωσή του και το 1967 μετακινήθηκε στα Κατουνάκια, και συγκεκριμένα στο Λαυρεώτικο κελί του Υπάτου.

Από τότε άρχισε να δέχεται πολλές επισκέψεις. Ήδη το όνομά του έχει αρχίσει να γίνεται αρκετά γνωστό μακριά από το Όρος και κάθε λογής βασανισμένοι άνθρωποι οδηγούνταν σε αυτόν, μαθαίνοντας για ένα χαρισματικό μοναχό που ονομάζεται Παΐσιος. Το επόμενο έτος μεταφέρεται στη Μονή Σταυρονικήτα. Βοηθάει σημαντικά σε χειρωνακτικές εργασίες, συνεισφέροντας στην ανακαίνιση του μοναστηριού. Συχνά μάλιστα βοηθάει ως ψάλτης στη Σκήτη Τιμίου Προδρόμου το Γέροντα Τύχωνα. Οι δύο γέροντες ανέπτυξαν δυνατή φιλία η οποία τερματίσθηκε με την κοίμηση του Γέροντα Τύχωνα το 1968. Ο Παΐσιος έμεινε στο κελί του Γέροντα Τύχωνα για ένδεκα έτη μετά την κοίμησή του, πράγμα που ήταν επιθυμία του φίλου του λίγο πριν πεθάνει.

Το 1979 αποχώρησε από την σκήτη του Τιμίου Προδρόμου και κατευθύνθηκε προς την Μονή Κουτλουμουσίου. Εκεί εισχώρησε στή μοναχική αδελφότητα ως εξαρτηματικός μοναχός. Η Παναγούδα ήταν μια σκήτη εγκαταλελειμμένη και ο Παΐσιος εργάστηκε σκληρά για να δημιουργήσει ένα κελί με «ομόλογο», όπου και έμεινε μέχρι και το τέλος τη ζωής του. Από την εποχή που εγκαταστάθηκε στην Παναγούδα πλήθος λαού τον επισκεπτόταν. Ήταν μάλιστα τόσο το πλήθος ώστε να υπάρχουν και ειδικές σημάνσεις που επεσήμαναν τον δρόμο προς το κελί του, ώστε να μην ενοχλούν οι επισκέπτες τους υπολοίπους μοναχούς. Επίσης δεχόταν πάρα πολλές επιστολές. Όπως έλεγε ο γέροντας στενοχωρείτο πολύ, γιατί από τις επιστολές μάθαινε μόνο για διαζύγια και ασθένειες ψυχικές ή σωματικές. Παρά το βεβαρημένο πρόγραμμά του, συνέχιζε την έντονη ασκητική ζωή, σε σημείο να ξεκουράζεται ελάχιστα, 2 με 3 ώρες την ημέρα. Εξακολούθησε όμως να δέχεται και να προσπαθεί να βοηθήσει τους επισκέπτες. Συνήθιζε επίσης να φτιάχνει «σταμπωτά» εικονάκια τα οποία χάριζε στους επισκέπτες σαν ευλογία.

Το 1966 ο γέροντας νοσηλεύθηκε στο Νοσοκομείο Παπανικολάου λόγω βρογχεκτασιών. Μετά την επέμβαση για την αφαίρεσή τους και λόγω της χρήσης ισχυρών αντιβιοτικών ο γέροντας έπαθε ψευδομεμβρανώδη κολίτιδα, η οποία του άφησε μόνιμα δυσπεπτικά προβλήματα. Κάποια στιγμή, ενώ εργαζόταν στην πρέσα που είχε στο κελί του, έπαθε βουβωνοκήλη. Αρνήθηκε να νοσηλευτεί και υπέμεινε καρτερικά την ασθένεια, η οποία του έδινε φοβερούς πόνους για τέσσερα ή πέντε χρόνια. Κάποια μέρα σε μια επίσκεψή του στη Σουρωτή, κάποιοι γνωστοί του γιατροί κυριολεκτικά τον απήγαγαν και τον οδήγησαν στο Θεαγένειο νοσοκομείο, όπου και χειρουργήθηκε. Παρά την αντίθεση των γιατρών, ο γέροντας συνέχισε τη σκληρή ασκητική ζωή και τις χειρωνακτικές εργασίες κάτι που επιδείνωσε και άλλο την κατάσταση της υγείας του.

Μετά το 1993 άρχισε να παρουσιάζει αιμορραγίες για τις οποίες αρνούνταν να νοσηλευτεί λέγοντας χαρακτηριστικά ότι «όλα θα βολευτούν με το χώμα». Τον Νοέμβριο του ίδιου έτους ο Παΐσιος βγαίνει για τελευταία φορά από το Όρος και πηγαίνει στη Σουρωτή, στο Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου για τη γιορτή του Αγίου Αρσενίου (10 Νοεμβρίου). Εκεί μένει για λίγες μέρες και ενώ ετοιμάζεται να φύγει ασθενεί και μεταφέρεται στο Θεαγένειο, όπου του γίνεται διάγνωση για όγκο στο παχύ έντερο. Στις 4 Φεβρουαρίου του 1994 ο γέροντας χειρουργείται.

Παρότι η ασθένεια δεν σταμάτησε (παρουσίασε μεταστάσεις στους πνεύμονες και στο ήπαρ), ο γέροντας ανακοίνωσε την επιθυμία του να επιστρέψει στο Άγιο Όρος στις 13 Ιουνίου. Ο υψηλός πυρετός όμως και η δύσπνοια τον ανάγκασαν να παραμείνει.

Στο τέλος του Ιουνίου οι γιατροί του ανακοινώνουν ότι τα περιθώρια ζωής του ήταν δύο με τρεις εβδομάδες το πολύ. Τη Δευτέρα 11 Ιουλίου (γιορτή της Αγίας Ευφημίας) ο γέροντας κοινώνησε για τελευταία φορά γονατιστός μπροστά στο κρεβάτι του. Τις τελευταίες μέρες της ζωής του αποφάσισε να μην παίρνει φάρμακα ή παυσίπονα, παρά τους φρικτούς πόνους της ασθένειάς του. Τελικά ο Γέροντας Παΐσιος «κοιμήθηκε» την Τρίτη 12 Ιουλίου 1994 και ώρα 11:00. Ενταφιάστηκε στο Ιερό Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στη Σουρωτή Θεσσαλονίκης. Έκτοτε, κάθε χρόνο στις 11 προς 12 Ιουλίου, στην επέτειο κοιμήσεως του Γέροντος, τελείται αγρυπνία στο Ιερό Ησυχαστήριο, με συμμετοχή χιλιάδων πιστών.

Ο Γέρων Παΐσιος ήταν ένας πολύ απλός άνθρωπος, ο οποίος πίστευε στο λόγο του Ευαγγελίου, κάνοντας τρόπο ζωής τον μοναστικό βίο και τις διδαχές της ορθόδοξης ασκητικής παράδοσης. Οι εγκύκλιες γνώσεις του περιορίζονταν στο επίπεδο του δημοτικού. Παρ’ όλα αυτά ξεχώριζε για την «χαριτωμένη» απλότητά του και την έντονη αγωνία που τον διακατείχε για την βοήθεια των συνανθρώπων του, που αναζητούσαν ένα πνευματικό καθοδηγητή. Ο ίδιος αποτελούσε παράδειγμα ανθρώπου αφιερωμένου στον Θεό, αφαιρώντας τις προσωπικές επιδιώξεις και τα προσωπικά θελήματα. Η υπακοή, η άσκηση, η ταπείνωση, η ευσέβεια, το φιλότιμο και πάνω από όλα η αγάπη και η μακροθυμία, αποτελούσαν τρόπο ζωής για τον ίδιο, αλλά και διδαχές για όσους αποζητούσαν ένα λόγο παρηγοριάς ή κάποια επίλυση προσωπικού προβλήματος.

Μεγάλο βάρος έδινε στον λογισμό ο Γέροντας. Πάντα ανέφερε ότι όλα ξεκινούν από τους καλούς λογισμούς, οι οποίοι αποδιώκουν τους κακούς. Να σκεπτόμαστε θετικά για τον συνάνθρωπο και όχι αρνητικά, γιατί αλλιώς εισέρχεται η πονηριά στον άνθρωπο και η ισχυρογνωμοσύνη. Μάλιστα ανέφερε να μην εμπιστευόμαστε και τους δικούς μας λογισμούς και να δίνουμε χώρο στο θέλημα του Θεού, γιατί όποιος κάνει κάτι τέτοιο βγαίνει πάντα κερδισμένος.

Ο Γέροντας διαρκώς ανέφερε ότι οι άνθρωποι πρέπει να έχουν και αρχοντική αγάπη. «Ό,τι προσφέρουμε ή κάνουμε», έλεγε «πρέπει να γίνεται φιλότιμα και όχι αναγκαστικά και συμφεροντολογικά. Να μην ακολουθούμε από φόβο αλλά να έχουμε θέληση και καλή προαίρεση, όπως και ο Χριστός όταν ήρθε σε αυτόν τον κόσμο».

Ανέφερε διαρκώς πως αν ο άνθρωπος θέλει να ομοιάσει στους Αγίους πρέπει να εφαρμόζει την Θεία δικαιοσύνη και όχι την ανθρώπινη. Η ανθρώπινη δικαιοσύνη κατά τον Γέροντα είναι τυφλή και υπάρχει για να αποτρέπει τους κακούς και πονηρούς ανθρώπους. Η Θεία δικαιοσύνη όμως στοχεύει να εξυπερετεί τον αδύναμο άνθρωπο και αυτούς που έχουν ανάγκη. Όταν εφαρμόζουμε την Θεϊκή δικαιοσύνη τότε αποφεύγουμε τις έριδες, τις κατακρίσεις και τις διαφορές με τους συνανθρώπους μας.

Η Θεία πρόνοια είναι ανεξιχνίαστη και ανεξερεύνητη, στοχεύει στη σωτηρία του ανθρώπου και την αιώνια ζωή. Επεσήμανε πως δεν πρέπει συνέχεια να μεριμνούμε για τα « βιοτικά » πράγματα, γιατί ο Θεός προνοεί έτσι ώστε να μας δίνει αυτό που ποθούμε, πολλές φορές πριν καν το ζητήσουμε, αρκεί το μυαλό μας να βρίσκεται σε Αυτόν και να προσευχόμαστε. Όταν συμβαίνει κάτι άσχημο σε κάποιον είναι παραχώρηση από το Θεό και όχι σταλμένο από αυτόν, έτσι ώστε να εκπαιδεύσει του ανθρώπους ένεκα της οικονομίας Του.

Η ταπείνωση για το γέροντα ήταν το θεμελιώδες στοιχείο της σωτηρίας του ανθρώπου και γενικότερα το στοιχείο το οποίο επιφέρει τις καλές σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Ανέφερε μάλιστα ότι ο Θεός «αδυνατεί» να βοηθήσει όταν ο άνθρωπος δεν ταπεινώνεται και προσπαθεί τότε με κάθε τρόπο να επιφέρει την ταπείνωση, μέσω των παθών. Χωρίς ταπείνωση, συνέχιζε, δεν επέρχεται η Θεία Χάρις, κλείνουμε την καρδιά μας από το Χριστό και ό,τι αρχικά «κερδίζουμε» γρήγορα το ξαναχάνουμε.

Η πλήρης υπακοή, σύμφωνα με το γέροντα επιφέρει την ταπείνωση που είναι η αρχή όλων των καλών. «Να υπακούμε και όταν αδικούμαστε, γιατί ο Θεός ανταποδίδει την υπομονή στην αδικία» συχνά έλεγε. «Σήμερα όλοι είναι ανυπόμονοι, οι υπομονετικοί όμως σύμφωνα με το Χριστό θα κερδίσουν την βασιλεία των ουρανών», κατέληγε.

Ο Γέροντας πραγματοποίησε και αρκετές προφητείες. Δυστυχώς όμως πολλοί καπηλεύτηκαν τις διδαχές του γέροντος, λέγοντας πολλά πράγματα, είτε για ίδιον όφελος, είτε για εθνικά φρονήματα, που ο ίδιος ποτέ δεν ανέφερε, κάτι που τον λυπούσε ενώ ήταν ήδη εν ζωή. Οι περισσότερες από αυτές αφορούσαν τα τεκταινόμενα που έχουν να κάνουν με την Κωνσταντινούπολη, επεξηγήσεις πάνω στις προφητείες του Κοσμά του Αιτωλού αλλά και περί Αντιχρίστου.

Πηγές:
Βιβλίο «Ο Γέρων Παΐσιος», Ιερομονάχου Χριστοδούλου Αγιορείτου
Έκδοση «Η Παναγία, Η φοβερά προστασία», Θεσσαλονίκη, 2000.
Βιβλίο «Ο πατήρ Παΐσιος μου είπε…», Αθανάσιος Ρακοβαλής.
Βιβλίο «ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ ΛΟΓΟΙ Δ’ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΖΩΗ».
Βιβλίο «ΓΕΡΩΝ ΠΑΪΣΙΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ (1924-1944) Ο Ασυρματιστής του Στρατού και Του Θεού», Δημήτριος Καραΐσκος

14 σχόλια

  • @Πού να φτύσω τελικά; Στον κόρφο μου ή ψηλά; Άντε να περάση και το εβραϊκό πάσχα, μπας και διαβάσουμε κάτι πέρα από τις θρησκευτικές εξάψεις των πιστών… και μη ερευνώντων. Και αν ήταν κάτι να γραφή για όποιους ρασοφόρους, εδώ είναι ο Παπαφλέσας, ο Διάκος, ο Καΐρης, ο Αιτωλός (τον οποίο και έχουν πλαστογραφήσει μέχρις εμετού).
    Άντε κάποιος να μας μιλήση για τον Π.Π. Γερμανό, τον Γρηγόριο Ε΄, τον Ιγνάτιο και όλη αυτήν την λέρα, που αρχίζει να δείχνη τα δόντια της από τα μέσα του +4ου αιώνα, για να πιάση την πρώτη κορύψωσή της με τον άθλιο Γ. Σχολάριο, τον και Γεννάδιο αποκαλούμενο. Για την προδοσία του οποίου πεντάρα δεν δίνω, μια χαρά την έκαστε στο ανθελληνικό κράτος της Ρωμανίας – το κάψιμο των βιβλίων του τεράστιου Πλήθωνος με πονάει.
    Άντε λοιπόν, ποιος έχει σειρά;

  • Έτσι μια πληροφορία και για να ξέρω και ξεράδια μου: Αυτός ο Παϊσιος είναι αυτός που αναφέρει ο Θ. Κορνάρος στο οδιπορικό του στο “Άγιον” Όρος;;

  • Λέτε; Τι να σας πούμε; Πάντως εκείνος στον οποίο ανήκει το πιο πάνω κείμενο θεωρείται από όσους συνηθίζουν να επισκέπτονται το Άγιο Όρος και να γνωρίζουν τα εκεί, σπουδαία και αγία μορφή η οποία πολλές φορές είχε και προφητικούς οραματισμούς.

  • @φουστάνκτλ: Συγνώμη, αλλά ΣΚΑΤΑ, και πάλι ταπεινά συγνώμη από όλους αυτούς που κοιτούν να λυτρωθούν απ’ τον εαυτό τους… με έξωθεν τους εαυτού τους βοήθεια. Άϊντε ψώνια και δεν έχετε πρόσβαση στον δίσκο παρά μόνον όταν ρίχνετε τον οβολόν σας. Ψωνάρες μου.

  • ΟΓέροντας Παΐσιος είναι ένας από τους σύγχρονους αγίους της ορθοδοξίας μας
    αυτό το επιβεβαιώνουν πλήθους θαυμάτων που βιώνουν πολλοί άνθρωποι.
    Δυστυχώς αυτοί που γράφουν αρνητικά σχόλια για όλους αυτούς βρίσκονται
    σε πνευματική νάρκη και είναι και αδιάβαστοι.

  • Αναπαραγωγή πνευματικής τροφής ή ζωοτροφής;

    “I climbed a wall with the grille ironwork
    of exiled craftsmen protecting that great house
    from guilt, perhaps, but not from the worm´s rent
    nor from the padded cavalry of the mouse.
    And when a wind shook in the limes, I heard
    what Kipling heard, the death of a great empire,
    the abuse of ignorance by Bible and by sword”.

    DEREK WALCOTT, “Ruins of a Great House”.

    (για την αντιγραφή: εσπερος).

  • @ΡΟΔΗ: Το να αναζητάτε κάτι να πληρώσει το κενό που έχετε μέσα σας είναι λογικό και ανθρώπινο. Συμβαίνει σε όλους μας.
    Το να καταλήγετε όμως σε κάτι που το αναγορεύετε απόλυτη αλήθεια, αντί να συνεχίσετε να αναζητάτε όσο διαρκεί η ζωή σας, είναι εγκληματικό, κυρίως ως προς τον εαυτόν σας.
    Είναι εγκληματικό δηλαδή, η διαρκής ανησυχία της ανθρώπινης φύσης να ντοπάρεται με ένα ανθρώπινης επινόησης μόρφωμα και μπροστά στην υπεράσπισή του να μην μπορεί να σταθεί τίποτα.
    Αυτό γίνεται με τον χριστιανισμό, τον ισλαμισμό, το ναζισμό, τον κομμουνισμό, τον φανατισμό (π.χ. με την υγιεινή διατροφή ή την οικολογία) κλπ. κλπ.
    Όλα αυτά είναι το εξής ένα: Φασισμός! Αφού, κατ’ εσάς, όποιος εναντιώνεται, δηλαδή έχει άλλη άποψη από το να απαστεί κάτι λόγω πίστης και μόνο, είναι αμαθής, αδιάβαστος και σε πνευματική νάρκη και πρέπει να αφανισθεί πάση θυσία!

  • Eίδα τι έλεγε ο μοναχός Παίσιος στο βίντεο που αναρτήσατε.
    Σπουδαία τα λάχανα! Ό,τι απλοικότητες λένε οι εθνικόφρονες παπάδες όλων των εποχών. Οι έλληνες οι εκλεκτοί του Θεού, αρκεί να είναι πιστοί χριστιανοί και οι άλλοι λαοί να πάνε να πνιγούν!
    Όσο για τις προβλέψεις, ό,τι μπορεί να προβλέψει και …η γάτα μου.

    Υπάρχουν βέβαια κάτι ημιμαθείς που πάνε έτοιμοι να εκστασιαστούν. Όπως ο Ρουσόπουλος εκσταστιαζόταν όταν ο Εφραίμ έβριζε τους άλλους “αλιβάνιστους” και του έλεγε το φλυτζάνι…

  • ας περάσουμε στην ουσία του διπόλου ταπεινός-υπερήφανος: ως ζώο ο άνθρωπος μπορεί να γίνει το μεγαλύτερο καθήκι του σύμπαντος. μόνο ο ταπεινός ( άνευ θρησκευτικού χρωματισμού ο όρος) αποτελεί δύναμη δημιουργίας και προωθεί ουσιαστικά τις διανθρώπινες σχέσεις κοινωνίας. ο εγωιστής και υπερήφανος ( θρησκευόμενος, άθεος, κομουνιστής, αναρχικός ή απλώς οποιοσδήποτε πιστεύει πως είναι ο μάγκας της ιστορίας ή ο υπερασπιστης της άληθειας και του ορθού λόγου) είναι εμπόδιο στην ειρηνική συμβίωση των ανθρώπων και νάρκη έτοιμη να εκραγεί.

  • Αρουραίος:Εχεις δίκιο, πολύ δε περισσότερο όταν οι άνθρωποι δεν έχουν μόνο εγωισμό, αλλά πρεσβεύουν και προσπαθούν με κάθε τρόπο να αποδείξουν ότι αυτούς επέλεξε κάποιο ανώτατο ον για να έχουν δυνάμεις, που δεν έχουν οι κοινοί θνητοί και με τις οποίες μπορούν να επηρρεάζουν τις ζωές των άλλων. Όρα π.Παίσιος.

  • Για τους Αγίους, μόνον oι Άγιοι μπορούν να μιλούν, που έχουν κοινές πνευματικές εμπειρίες και αλληλοκατανοούνται» μου είπε κάποτε ο μακαριστός Γέροντας Παΐσιος. Και μιας και μου λείπει η απαραίτητη αύτη προϋπόθεση, με την οποία θα μπορούσα να κατανοήσω την εσωτερικότητα της μεγάλης του πνευματικής καταστάσεως, δεν απομένει άλλο τίποτε από του να σταθώ σε ορισμένα εξωτερικά γεγονότα της ζωής του, που είχε την απέραντη και συγκαταβατική καλοσύνη να μου τα διηγηθεί, μήπως και διορθωθώ, τα όποια ωστόσο αποδεικνύουν το ύψος της κατά Θεόν αγιότητας του Ανδρός.

    Είπε λίγες μέρες πριν κοιμηθεί, οντάς στην μαρτυρική κλίνη της οδυνηράς ασθενείας του: «Χόρτασα, να πούμε ας υποθέσουμε, αυτές τις μέρες που είμαι στο νοσοκομείο, από χταπόδια και καλαμάρια. Τα εκδικούμαι έτσι, γιατί δεν πρόλαβαν να με φάνε εκείνα»- και επεξήγησε τα λόγια του: Όταν οι πρόσφυγες συγχωριανοί του Φαρασιώτες έφυγαν ξερριζωμένοι από το ευλογημένο καππαδοκικό χωριό τους, έχοντας μαζί τους και τον αγιασμένο ποιμένα τους Χατζη-Εφεντή, τον μετέπειτα όσιο Αρσένιο τον Καππαδόκη, βρέθηκαν στοιβαγμένοι ο ένας πάνω στον άλλο σε κάποιο φορτηγό πλοίο, ταξιδεύοντας για την πατρίδα Ελλάδα. Όλοι πάνω στο κατάστρωμα, εξαθλιωμένοι και ταλαιπωρημένοι ψυχικώς και σωματικώς, με την κρυφή ελπίδα ότι θα ζήσουν πλέον ελεύθεροι ερχόμενοι στην ποθητή πατρίδα… Μαζί τους και η μακαρίτισσα η μάννα του Γέροντα, η κυρά Ευλαμπία, η γυναίκα του προέδρου των Φαράσων, λεχώνα με το νεογέννητο και νεοβάπτιστο αγοράκι της, τον Αρσένιο, τυλιγμένο στα γεννοφάσκια του. Όπως έκανε να περάσει κάποια γρηούλα ανάμεσα στο στοιβαγμένο πλήθος, παραπάτησε και πάτησε με το βαρύ πόδι της το βρέφος στην κοιλίτσα του. Το μωράκι ξεφώνισε και μετά έμεινε ωσεί νεκρό.

    Η μανούλα του καταλαβαίνοντας πως το σπλάγχνο της πέθανε και φοβούμενη μην το πετάξουν οι ναυτικοί στην θάλασσα, όπως γίνεται με όλους τους εν πλω αποθνήσκοντας σύμφωνα με τους διεθνείς ναυτικούς κανονισμούς, το έκρυψε κάτω από το μακρύ φουστάνι της επί εννέα ώρες, ώσπου έφτασαν στον Πειραιά, για να το κηδέψει εκκλησιαστικώς. Εκεί μόλις αποβιβάστηκαν, το φαινόμενο ως νεκρό βρέφος ξαναζωντάνευε με την Χάρη του Θεού, για να ζωντανέψει στις μέρες μας αμέτρητες νεκρές ψυχές και να τις στηρίξει στην πορεία της ζωής με τις άγιες και σοφές συμβουλές και τις πυρακτωμένες προσευχές του.

    «Των μειζόνων ανθρώπων πόρρωθεν προκαταβάλλονται αι αρχαί». Είναι αληθινή η πατερική αυτή ρήση και απόλυτα εφαρμόζεται στο πρόσωπο του οσίου Γέροντος. Από μικρό παιδάκι, στην Κόνιτσα όπου μεγάλωσε, έδειχνε τα θεϊκά σημάδια με την αγιασμένη ζωή του. Σαν άλλος παιδαριογέρων, όπως ο συμπατριώτης του όσιος Σάββας ο ηγιασμένος, κατέπληττε τους απλούς συγχωριανούς του, που καταλαβαίνοντας ή υποψιαζόμενοι την ουσία της κρυφής ζωής του, του απένειμαν την προσφώνηση «ο καλόγερος». «Και αυτό το πράγμα με βοήθησε», έλεγε ο Γέροντας. «Πάντοτε σκεφτόμουνα· Αφού ο κόσμος με λέγει καλόγερο, τι θέση έχω εγώ μέσα στον κόσμο; Πρέπει να πάω σε μοναστήρι». Αλλά και πριν αρχίσει τους μοναστικούς του αγώνες, ο μακάριος Γέροντας έκαμε πολλές «θείες τρέλλες» από την πλησμονή της αγάπης του για τον Θεό. Μπορεί πολλά πράγματα ως παιδί να μην τα ένοιωθε σε όλο το βάθος τους, όμως τα έκαμε σαν θεοδίδακτος, αφού από μικρή ηλικία συνήθισε τις συχνές αγιοφάνειες στην χαριτωμένη ζωή του. Τον κυνηγούσε η βαθειά επιθυμία και ευχή του βαπτιστού και συνωνύμου του πατρός Αρσενίου, που ήθελε να αφήσει πνευματικόν απόγονο στην θέση του. Και τον άφησε και τον χαρίτωσε με τις πατρικές του ευλογίες. Ο Άγιος τον Άγιο… Και τον έστειλε στο Περιβόλι της Πανάγιας μας, όπου και πρόκοψε και πλήθη πιστών βοήθησε να νοιώσουν κάτι από την γλυκύτητα της θείας ζωής.

    Αλλά και ο βαπτιστικός «φιλότιμο παιδί του φιλότεκνου Πατέρα», με την συγγραφή και κυκλοφορία του θαυμαστού βίου του Καππαδόκου αγίου ιερέως, απέδωσε στο έπακρον την πνευματική οφειλή του. Σαν να συναγωνίσθηκαν οι δυο τους Άγιοι, ποιος θα ξεπεράσει τον άλλο στο φιλότιμο και στην ευγνωμονητική ανταπόδοση.

    «Πρόβλημα εις διήγησιν» όσα αυτοψεί θεασάμεθα και αυτηκόως ακούσαμεν και κατά μεγίστη ευλογίαν Θεού εβιώσαμε κοντά στον άγιο αυτόν Άνθρωπο και μεγάλο Αγιορείτη ασκητή. Σαν μυθικό φαντάζει το όνομα του και η φωτεινή πορεία του θα σελαγίζει στο στερέωμα της Εκκλησίας μας και ο τάφος του στο Μοναστήρι του αγίου Θεολόγου στη Σουρωτή, θα γίνεται βρύση θαυματουργιών και παρακλητικής απαντήσεως των προβλημάτων των προσκυνητών, που τα εναποθέτουν με πόνο ψυχής και πίστη θερμή μπροστά στον απέριττο ξύλινο σταυρό του μνήματός του. Πιστεύομε δε πως ίσως και να αξιωθούμε να τον μνημονεύσουμε πολύ σύντομα μεταξύ των επισήμως ανεγνωρισμένων Αγίων της Εκκλησίας μας…

    «Εξ ονύχων τον λέοντα”: Ομολογώ πως δεν θα μπορέσω για πολλούς λόγους να αναμνησθώ εδώ των πλέον σημαντικών εμπειριών μου από την πολυχρόνια γνωριμία μου με τον Γέροντα.

    Καίτοι αυτός δεν έχει ανάγκη υστεροφημίας, ούτε κινδυνεύει από τις πτωχές ανθρώπινες κριτικές, όμως ζουν πρόσωπα που σχετίζονται με γεγονότα και δεν είναι φρόνιμο να βάλουμε σε πειρασμό αγαθούς αδελφούς. Θα αρκεσθώ γι’ αυτό σε ελάχιστα αλλά χαρακτηριστικά γεγονότα.

    «Να σου πω ευλογημένη ψυχή: ας υποθέσουμε να πούμε. Διακόσια θεϊκά οράματα και οπτασίες βλέπω, αλλά πετώ τις εκατόν εννενήντα εννιά και κρατώ τη μία. Ξέρεις τι επικίνδυνο πράγμα είναι να ασχολούμαστε με οράματα και αποκαλύψεις; Δεν θα μας κατηγορήσει ο καλός Πατέρας για τη στάση μας αυτή, αντιθέτως θα μας επαινέσει κιόλας, γιατί δείχνομε πνευματική σωφροσύνη».

    «Τρελλάθηκε ο κόσμος να πούμε. Μόνο εμένα και τον παπα Εφραίμ Κατουνακιώτη λένε άγιους. Ο παπα Έφραίμ, σύμφωνοι, είναι άγιος, αλλά εγώ δεν ξέρουν τι παλαιοτενεκές σκουριασμένος είμαι…Ο Θεός να με ελεήσει, να πούμε. Ξέρεις, ευλογημένη ψυχή; Σήμερα στο Άγιον Όρος πενήντα μεγάλοι άγιοι ζουν, αλλά είναι έξυπνοι και όχι σαν και μένα το βλάκα που βγήκε το όνομά μου και άιντε να το συμμαζέψω…Παρακαλούν, να πούμε, τον Ουράνιο Πατέρα και του λένε: Μη μας φανερώσεις σ’ αυτή τη ζωή· κράτησε τη δόξα για τη μέλλουσα βασιλεία. Και ο φιλότεκνος Πατέρας ακούει τα φιλότιμα παιδιά Του και τους κάνει το χατήρι. Αλλά ξέρεις; Εμείς από εδώ στην ανατολική πλευρά, επειδή έχομε υγρασία και δεν ευδοκιμεί η αγιότητα, φιλοξενούμε μόνο δεκατέσσαρες, ενώ η άλλη πλευρά, η δυτική, που εχει περισσότερο ήλιο, μας ξεπερνά· έχει τριάντα έξι”.

    Μετά τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή τον επισκέφθηκα. «-Βρε καλώς τονε. Τι έγινε, ευλογημένη ψυχή, εκεί πέρα ας υποθέσουμε; Πως πέρασες τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή; Την κράτησες τη νηστεία; πώς πήγες με το τριήμερο της πρώτης εβδομάδος;» -Με την ευχή Σας, Γέροντα, ναι. Την πρώτη μέρα εντάξει. Τη δεύτερη είχα ένα πονοκέφαλο ενοχλητικό. Τη νύχτα όμως της Τρίτης προς την Τετάρτη, τα χρειάσθηκα. Έβλεπα μπροστά μου κάτι ταψιά με μπακλαβάδες και καταΐφια. Πήγαινα να φάω και άκουγα μια φωνή· «Μη! έχομε τριήμερο»! Μετά έβλεπα κάτι καταρράκτες νερό να πέφτουν. Πήγαινα να πιω, άκουγα πάλι τη φωνή: “Μη! έχομε τριήμερο”. Αφήστε…

    Ο Γέροντας γέλασε με την καρδιά του και είπε:

    -Σιγά τη νηστεία να πούμε. Να σου πω κάτι; Το Σάββατο του Ακάθιστου είπα να κάνω με τους γείτονες αγρυπνία στο εκκλησάκι μου προς τιμήν της Παναγίας μας. Μόλις τελείωσε η Λειτουργία, θέλησα να τους ετοιμάσω ένα καφεδάκι, ακούγοντας συγχρόνως και τις ευχές της ευχαριστίας της Θείας Μεταλήψεως. Ακόμη δεν είχε φέξει καλά. Μόλις μπήκα στο κουζινάκι να ανάψω φωτιά, βλέπω στην γωνία και έλαμπαν δυο ματάκια. Νόμισα πως θα είναι κάποιος από τους γάτους ή ο Μωάμεθ ή ο Αραφάτ. Φώναξα λοιπόν. “Ψιτ, ψιτ, Αραφάτ, Μωάμεθ”. Άκουσα μια φωνούλα εξασθενημένη: -Ποιος Αραφάτ και Μωάμεθ, ευλογημένε! Εγώ είμαι, ο τάδε μοναχός (δεν μου αποκάλυψε το όνομά του αν και επέμεινα· “Θα του κάνουμε κακό πνευματικά”, είπε ο Γέροντας). -Βρε ευλογημένη ψυχή, πως βρέθηκες εδώ; -Να, μπήκα την ώρα της αγρυπνίας που ψάλλατε, γιατί πεινώ. Έχεις τίποτε να μου δώσεις να φάω; -Από πότε έχεις να φας; -Από τις Απόκριες ούτε νερό δεν ήπια! -Τι λες βρε ευλογημένη ψυχή να πούμε εκεί πέρα, θα πάθουν τα νεφρά σου! (Ξέρεις, πάτερ, πολλές φορές νήστεψα από τροφή για σαράντα μέρες, αλλά από νερό είναι επικίνδυνο, γιατί χαλούν τα νεφρά. Και αυτός ο ευλογημένος εδώ είχε τριάντα έξι μέρες χωρίς φαγητό και νερό…) Ευτυχώς που μου έφεραν την προηγούμενη μέρα άπό το Κουτλουμούσι ένα τάπερ πλαστικό με πιλάφι και καλαμαράκια. Του το έδωσα και άρχισε να το τρώει με τα χέρια. -Σιγά, βρε ευλογημένη ψυχή. Τι κάνεις; Εσύ θα φας και το πλαστικό να πούμε, και δεν έχω και λεφτά να πληρώσω στο Κουτλουμούσι…-Ξέρεις, Γέροντα, πεινάω, έχεις τίποτε άλλο; Είχα κάτι ελιές που είχαν γίνει σαν πετραδάκια άπό την πολυκαιρία. Τις κατέβαζε με τα κουκούτσια…-Σιγά βρε ευλογημένη ψυχή, θα σπάσει το στομάχι σου…Που να μ’ ακούσει. -Έχεις τίποτε άλλο; Του έδωσα μια σακούλα παξιμάδια που είχα και του λέω· -Φύγε, γίνε καπνός για να μη μας καταλάβουν οι άλλοι, αφού ο εφημέριος άρχισε την απόλυση της Ευχαριστίας. Κατάλαβες, πάτερ μου, τι άγωνιστάς κρύβει το Άγιον Όρος; Και εμείς νομίζομε πως κάτι κάνομε νηστεύοντας το τριήμερο…

    Ιερομόναχος Ακάκιος Αγιορείτης

  • @Όλους: Τί ορίζει ως ταπείνωση ο Ιερομόναχος;; Την ΓΝΩΣΗ του εαυτό μας; Μα μετά από τέτοιο ταξίδι είναι δυνατόν να σου ‘χει μείνει εγωϊσμός;; Και για να ‘χουμε καλό ρώτημα: Ποιός από μας ξέρει τον εαυτό του;; Να πετάξει πέτρα παρακαλώ και ΟΛΑ τ’ άλλα είναι τόσο ξαναειπωμένα! Και στο αγγλικό ποιηματάκι. Και τώρα ξέρω πως ο π. Παϊσιος ΕΙΝΑΙ εκείνος τον οποίο αναφέρει ο Κορνάρος στις θύμισες του από το άγιον όρος του…

  • Η κ. Διονυσία Περικλέους στο αμέσως πιο πάνω σχόλιό της αναφέρεται στο βιβλίο του ΘΕΜΟΥ ΚΟΡΝΑΡΟΥ “‘Αγιοι χωρίς μάσκα” , που δημοσιεύτηκε σε συνέχειες και σε αυτό το ιστολόγιο.
    Μπορείτε να δείτε το κείμενο στους συνδέσμους:

    1. https://www.politismospolitis.org/?p=3181
    2. https://www.politismospolitis.org/?p=3243
    3 https://www.politismospolitis.org/?p=2479
    4. https://www.politismospolitis.org/?p=3248
    5. https://www.politismospolitis.org/?p=3253

  • Ο Γέρων Παϊσιος είχε ένα και μοναδικό χάρισμα: Προμήνυε το μέλλον.
    Αλλά μέχρι εκεί. Κανένα άλλο προσόν δεν διέθετε. Ούτε καν το βασικό προσόν ενός μοναχού. Αυτό της ταπείνωσης. Μάλιστα του άρεσε να τον λένε “άγιο”.
    Το κωμικό του βίου του είναι ότι πολλοί από όσους τον επισκέπτονταν και αναφέρομαι σε γνωστούς μου ανθρώπους, πάντα τους επαινούσε και τους έλεγε ότι διαθέτουν τη φώτιση του Θεού και θα διάγουν βίο άγιο. Ε λοιπόν σας πληροφορώ ότι και τα από τα πέντε παραδείγματα που διαθέτω όλοι αυτοί κατέληξαν να γίνουν οι χειρότεροι χαρακτήρες και μάλιστα διέπρεψαν στην κακία, την παλιανθρωπιά, το έγκλημα.
    Τελικά συνέβαινε το εξής: Ο κάθε ελλατωματικός άνθρωπος, καθυστερημένος πνευματικά, απαίδευτος κοινωνικά κατέφευγε στον Παίσιο για να δικαιολογήσει τις αμαρτίες του.

Κλικάρετε εδώ για να σχολιάσετε