ΕΤΟΙΜΟΡΡΟΠΟΥ [ΓΙΑΝΝΗ ΤΣΑΚΑΣΙΑΝΟΥ], «ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ» [Κατά σατιρική μίμηση του μονόλογου του «Χάση» του Δ. Γουζέλη, μόνο που στο Χάση καυχιέται παλληκαράς, ενώ εδώ καυχιέται… ποιηταράς]


Ποῦ εἶν᾿ ἐκεῖνος ὁ καιρὸς ποῦ ἔζωνα τ’ ἄρματά μου
κ᾿ ἡ πιάτσα ἐκουνιότανε ἀφ’ τὰ πατήματά μου ;
ΓΟΥΖΕΛΗΣ

.
«Πρόβαλε, Μοῦσα χαρωπὴ, ζουρλὴ καὶ πονεσιάρα,
᾿Αδιάντροπη καὶ ντροπαλὴ, κλαψοῦ καὶ παιγνιδιάρα,
Καὶ θύμησε τὰ νειάτα μου· κάμε τὴ γῆ νὰ κλάψῃ,
Νὰ ξεκολλήσουν σωθικὰ κι᾿ ὁ οὐρανὸς ν᾿ ἀστράψη.

Ποῦ εἶναι, Μοῦσά μ᾽, ὁ καιρὸς, τὰ δοξαστά μου χρόνια,
Ποῦταν δαυλοὶ τὰ λόγια μου κ’ οἱ στίχοι μου κανόνια;
Ὦ στίχοι μου, πόσαις καρδιαὶς δὲν κάματε κομμάτια,
Πόσα πικρὰ δὲν κλάψανε ἀπάνουθέ σας μάτια ;

Πόσους δὲν ἐνθουσιάσατε κ᾿ ἐτρέξανε ἐς τὴ μάχη,
Κι᾿ ἀντήχησαν τὴ δόξα μου λόγκοι, βουνὰ καὶ βράχοι;
Πόσαις δὲν ἐζουρλάνατε χηρούλαις ζηλεμέναις,
Πόσαις τριγώναις ἄκακαις, καὶ πόσαις παντρεμέναις;

Μία χήρα, μία δασκάλησσα, καὶ μιὰ κομψή Γαλλίδα,
Δὲν ξεφρενιάστηκαν κ’ ἡ τρεῖς μὲ μιά μου ἀκροστιχίδα,
Ἡ Γκουβερνάντα ἡ ξανθὴ καὶ τοῦ προξένου ἡ κόρη
Γιὰ δυό μου στίχους μοναχὰ δὲν πήρανε τὰ ὅρη ;

Ἡ ἀναθρεφτὴ τοῦ βουλευτῆ καὶ τοῦ προέδρου ἡ δούλα,
Δὲ φαρμακίστηκαν γιὰ μὲ πῶς εἶπα μιὰ σοφούλα!;
Γιὰ μὲ δὲν ἐκουρεύτηκε κ’ ἡ βάγια τοῦ Ζαφίρη,
Καὶ δὲν μοῦ ᾿κλείσανε οἱ δειλοὶ δυὸ-τρεῖς στὸ μοναστήρι;

Τὸ ζηλευτὸ τ’ ἀντρόγυνο, στὸ μῆνά του τὸν πρῶτο,
Δὲν τὸ ἐχώρισα ἐγὼ, κ᾿ ἔκαμα τόσον κρότο;
Τὴν πρώτη συλλογούλα μου ποιὸς θὰ τὴν λησμονήσῃ,
Ποῦ τόσα ἐγράψανε γιὰ μὲ σ’ Ανατολὴ καὶ Δύσι;

Παράσκος, Κόκκος, Παλαμᾶς, Σουρῆδες, καὶ Καμπάδες,
Αλλοι σπουδαῖοι φιλόσοφοι, πεζοὶ καὶ ποιητάδες,
Δροσίνηδες, Καλκάνιδες, ΄Αννινοι, Σκόκοι κι’ ἄλλοι
Δὲν μὤγραψαν, ἐμπρὸς ἐς ἐμὲ πῶς κλίνουν τὸ κεφάλι;

Ποιὸς ποιητὴς δὲ ζήλεψε τὴ δόξα μου τὴν τόση,
Ποῦ ‘λίγο ἂν δὲ μ᾿ ἐβάσταινε θὰ μ᾿ εἶχαν φαρμακώσει,
Ξύπνησε, Μοῦσα, θύμα μου τὴν ἐποχή μου ἐκείνη,
Ποῦ ἔλεγ᾽ ἀπόψε ποῦ θάμπῶ, σ’ ἐτούτην ἢ σ’ ἐκείνη;

Ποῦχα σουρτάρια στιβαχτά, κασσόνια κι’ ἁρμαράδες
Μὲ εἰκόνες, μὲ ἄνθηα, μὲ μαλλλὰ κ᾿ ἐρωτικαὶς γραφάδες.
Θυμοῦμαι ἀπ᾿ὅθ᾽ ἐδιάβαινα, κόραις, παιδιὰ, μεγάλοι,
Θαυμάζοντάς μ’ ἐλέγανε «τί πνεῦμα, τί κεφάλι!»

Καὶ ὄχι πῶς θὰ τὸ παινεθῶ, μὰ λέω τὴ μόνη ἀλήθεια,
Στεφάνια, δάφναις καὶ φιλιὰ τάχα γιὰ κολοκύθια.
Δὲν εἶμ᾿ ἐγὼ ποῦ ἐτρόμαξα τὸν κάθε ἀριστοκράτη
Μ΄ ἕνα μικρό μου ἐπίγραμμα ποῦ ἐσείσθη τὸ παλάτι;

Ἐπίστατοι, ἐθελονταὶ, ἔφεδροι καὶ κληροῦχοι
Θὰ ἐφόρηανε, ἂν δὲν ἔγραφα, στρατιωτικό τσαροῦχι;
Αχ! ποῦ ναι, Μοῦσά μου, ὁ καιρὸς, ποῦ μ’ ἔτρεχαν τ’ ἀσκέρια
Γιὰ σάτυραις πολιτικαὶς κ᾿ ἐρωτικὰ μαχαίρια ;

Ποῦ σερνικοὶ καὶ θηλυκοί, καλόγριες καὶ παππάδες
Μ’ εἴχανε σὰν πνευματικὸ καὶ μ᾿ ἄναφταν λαμπάδες;
Ήμουν καμάρι τοῦ ἔθνους μου τοῦ τόπου μου ἡ λατρεία,
Καὶ τώρα ἡ Μοῦσα τ’ ᾿Αγγελῆ μοῦ πῆρε τὰ πρωτεῖα!

Ἡ δάφνη μου ἡ ζηλευτὴ καὶ ἡ δόξα μου ἡ μεγάλη
Ἑνοῦ μαστόρου ἐζήλεψαν τ’ ἀγράμματο κεφάλι.
Χάρου, ᾿Αγγελῆ, τὰ κόπια μου, θάρθῃ κ᾿ἐσένα ἡ ὥρα,
Ποῦ θὰ μουρλάνουνε κ’ ἐσὲ, καθὼς ἐμένα τώρα».
ΕΤΟΙΜΟΡΡΟΠΟΣ. [ψευδώνυμο του ΓΙΑΝΝΗ ΤΣΑΚΑΣΙΑΝΟΥ]
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «ΠΟΙΗΤΙΚΟΣ ΑΝΘΩΝ», 12 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1886