ΤΟ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΟ «ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ» ΤΟΥ ΙΩΣΗΦ ΜΟΜΦΕΡΡΑΤΟΥ ΕΝ ΟΨΕΙ ΤΗΣ ΨΗΦΙΣΗΣ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΟΥ 1864 ΚΑΙ Η ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΝΗΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ «Ο ΦΟΙΝΙΞ».

Ο ριζοσπαστισμός (στα ιόνια νησιά), σύμφωνα με τον Ι. Μομφερράτο, ήταν ο αγώνας της εθνικής αποκατάστασης, που συνάμα έλαβε και το χαρακτήρα του αγώνα για «απόλυτη» ελευθερία και πρόοδο με την έννοια της αβασίλευτης δημοκρατίας και είχε ως εστία του το Δημοτικόν Κατάστημα Αργοστολίου. Ο Ι. Μομφερράτος ήταν η κορυφαία πνευματική και πολιτική προσωπικότητα που ανέδειξε το τόπος των ιονίων νήσων και δη της Κεφαλληνίας λίγο πριν την ένωση των νησιών με το ελεύθερο ελληνικό κράτος το 1864.
Λίγο μετά την προσέλευση των αντιπροσώπων της Επτανήσου στην Εθνοσυνέλευση, η οποία έδρευε στην Αθήνα, στις 7 Αυγούστου 1864 η αθηναϊκή εφημερίδα Εθνοφύλαξ δημοσίευσε στο πρωτοσέλιδό της το πρόγραμμα του Ιωσήφ Μομφερράτου, το οποίο έφερε τον τίτλο «Προς το κοινόν» και είχε ημερομηνία 6 Αυγούστου 1864.

Ο αντιπρόσωπος Κεφαλληνίας χαρακτηριζόταν από την Εθνοφύλαξ ως «Ο στρατηλάτης […] των εθνικών ελευθεριών και διώκτης απηνής των προνομίων και των αξιώσεων του απολυτισμού» , ο οποίος όταν έφτασε στην Αθήνα έσπευσε να συντάξει και να δημοσιοποιήσει προς το κοινό, δήλωση με τις αρχές που επρόκειτο να υποστηρίξει στην Εθνοσυνέλευση. Είναι χαρακτηριστική η συμπάθεια του συντάκτη της Εθνοφύλαξ, ο οποίος γράφει πως η ανάγνωση του προγράμματος του Ι. Μομφερράτου καθιστά περιττό κάθε σχόλιο και ότι ο Ι. Μομφερράτος κήρυττε με λίγες λέξεις την πρόθεσή του «να αγωνισθή τον εθνικόν και σωτήριον αγώνα και να συντελέση προς εξασφάλισιν των επιβουλευομένων ελευθεριών και δικαιωμάτων του έθνους» · ήταν δήλωση «περιβεβλημένην το ένδυμα της χάριτος και αποστάζουσαν τη σωτήρια νάματα της παρρησίας, της ανεξαρτησίας του χαρακτήρος, της σταθερότητος των αρχών και της πεφωτισμένης υπερασπίσεως των εθνικών δικαιωμάτων».

Με το κείμενο αυτό, ο Ι. Μομφερράτος ενημέρωνε αρχικά το κοινό ότι είχε εκλεγεί ως βουλευτής Κεφαλληνίας χωρίς την θέλησή του, αφού εν αγνοία του προτάθηκε ως υποψήφιος και τελικά τιμήθηκε με την ψήφο των συμπολιτών του. Αν και ευγνώμων προς την εκδήλωση εμπιστοσύνης του κοινού της Κεφαλληνίας προς το πρόσωπό του, διαβίβασε την παραίτησή του για διάφορους λόγους προς την Β΄ εν Αθήναις Εθνοσυνέλευση, η οποία δεν έκανε δεκτή την παραίτησή του. Ήταν επομένως αναγκασμένος να συνεισφέρει ό,τι μπορούσε «εις το προκείμενον σπουδαιότατον έργον της εν τελεία ενότητι αναδιοργανώσεως της πολιτείας». Και αν και η πολιτική του πορεία ήταν γνωστή, επιθυμούσε να κάνει γνωστές, στο διευρυμένο πια ελληνικό κράτος, τις πολιτικές αρχές τις οποίες θα ακολουθούσε μέσα στην Εθνοσυνέλευση.
Από την αρχή της πολιτικής και δημοσιογραφική του πορείας, δήλωνε ο Ι. Μομφερράτος, ότι επιδίωξε την εθνική ανεξαρτησία, την ελευθερία και την ενότητα της ιδιαίτερης πατρίδας του, ήτοι της Επτανήσου με την ελεύθερη και κοινή πατρίδα Ελλάδα. Σημείωνε δε:

«Αλλά την ένωσιν ταύτην ενόησα αληθή και τελείαν, επί του εθνικού και αναμφισβητήτου κυριαρχικού δικαίου στηριζομένην, άνευ περιοριστικών όρων, και εκ πάσης διπλωματικής επεμβάσεως ανεπηρέαστον. Ως εκ τούτου και μετ’ αποστροφής είδα τας εις την διεξαγωγήν και πραγματικήν λύσιν του ζητήματος τούτου λαβούσας χώραν διαστροφάς. Φρωνώ δε ότι, και απέναντι τούτων, ει την Εθνικήν Συνέλευσιν απόκειται να θεραπεύση όσον ένεστι τα προκύπτοντα δεινά, και να επιφέρη την άμεσον πραγματοποίησιν της ατελούς εισέτι ενώσεως, ψηφίζουσαν την τελείαν συνταύτισιν των θεσμών και νόμων του ενός και αδιαιρέτου ελληνικού κράτους, τουτέστιν από τούδε καθιερούσα την ισχύν αυτών εις τας προσαρτηθείσας νήσους, άνευ περαιτέρω αναβολών ή χρονοτριβών, και μόνον λαμβάνουσα τα κατάλληλα μεταβατικά μέτρα, όσα προς διαφύλαξιν ελλόγων ιδιαιτέρων δικαιωμάτων και συμφερόντων καθίστανται αναγκαία».

Σύμφωνα με τον Ι. Μομφερράτο, το νέο πολίτευμα έπρεπε να στηρίζεται στην αρχή της κυριαρχίας του έθνους, η οποία όφειλε να καθιερώνει την ελευθερία και την ανεπηρέαστη ενέργεια των κατά καιρούς συγκροτηθεισών εθνοσυνελεύσεων, οι οποίες δια κατάλληλων διατάξεων θα περιφρουρούσαν και θα διασφάλιζαν τις δράσεις του· η κατάλληλη ενέργειά της (εθνικής κυριαρχίας του έθνους) αποτελούσε την γενική θέληση και τον κοινωνικό λόγο ως βάση του κοινωνικού δικαίου, και επομένως αποτελούσε τον υπέρτατο νόμο της πολιτείας επί του οποίου έπρεπε να βασίζεται κάθε διοργανισμός αυτής. Ως αναγκαία συνέπεια της αρχής αυτής, αποτελούσε η σύσταση ενός και μόνου βουλευτικού (αντιπροσωπευτικού) σώματος εκλεγομένου δια της καθολικής και άμεσης ψήφου του λαού, το οποίο θα συγκέντρωνε κάθε νομοθετική εξουσία, καθώς και την γενική επί της κυβερνητικής πορείας εποπτεία και επιλογή (εξέλεγξις), χωρίς να ξεπερνιέται (περιστελλομένου) από άλλη αρχή, που θα περιορίζει την δικαιοδοσία του ή θα παραλύει την ενέργειά του και το οποίο θα ανανεώνεται σε σύντομες περιόδους εκφράζοντας την εθνική θέληση. Το έθνος δεν ευνοούνταν με την, μεταξύ των διαφόρων αρχών του κράτους, συγκρούσεων, ούτε με την μην ακριβή διάκριση των ορίων των εξουσιών των εκάστοτε αρχών. Η εκτελεστική εξουσία δεν θα έπρεπε να αναμιγνύεται σε κανένα άλλο έργο πέραν της ακριβούς εκτελέσεως των νόμων· βασικό της μέλημα έπρεπε να είναι η εκτέλεση των πράξεων της εθνικής αντιπροσωπείας, και ανάλογα των πράξεώς της να είναι υπόλογη και υπεύθυνη ενώπιον του έθνους και των αρμοδίων αρχών και των σχετικών νόμων. Ήδη η Εθνική Συνέλευση είχε αποδεχθεί και θέσει επικεφαλή της εκτελεστικής εξουσίας, ως ανώτατο άρχοντα της πολιτείας έναν συνταγματικό ηγεμόνα. Δεδομένου αυτού, και θεωρώντας αυτόν ως ανεύθυνο, ήταν προφανές και αναντίρρητο ότι θα έπρεπε ο ηγεμόνας να μένει πάντα αμέτοχος κάθε κυβερνητικής ενέργειας «διότι το μη υπόκεισθαι εις ευθύνην δεν δύναται άλλως να εννοηθή ειμή ως αναγκαίαν συνέπεια του μη ενεργείν. Οι δύο ούτοι όροι είναι εν τω κοινοβουλευτικώ συστήματι συσχετικοί, συνυποτιθέμενοι και, ούτως ειπείν, συνεχόμενοι· ήθελε δε είσθαι ο τερατωδέστερος παραλογισμός, και έργον ενταυτώ απολύτου δεσποτισμού, το να συνδυάζωνται κυβερνητική ενέργεια και ανεύθυνον». Η δικαστική εξουσία, σύμφωνα με τη σκέψη του Ι. Μομφερράτου, έπρεπε να είναι εντελώς ανεξάρτητη των άλλων αρχών, να διατελεί ανεπηρέαστη στον χώρο της δικαιοδοσίας της, και για να κατασταθή αληθινά άξια της αποστολής της, να λάβει την απαραίτητη σύσταση/οργάνωση δια ειδικού νόμου· το δε ορκωτό σύστημα όχι μόνο να διατηρηθεί αλλά και να προαχθεί, επεκτεινόμενο όσο είναι δυνατόν, τόσο όσο η πρόοδος του πολιτισμού και η κοινωνική ανάπτυξη το υπαγορεύουν.
Η μεγαλύτερη δε εγγύηση της κοινωνικής ασφάλειας και της ακριβούς τηρήσεως του πολιτεύματος και των εθνικών ελευθεριών, ήταν η εθνοφυλακή, της οποίας η σύσταση κρινόταν απαραίτητη και αναγκαία σε όλη την επικράτεια. Όσον αφορά δε, την προσωπική ελευθερία, την ασφάλεια και εν γένει τα δικαιώματα του ατόμου και του πολίτη, ο Ι. Μομφερράτος υποστήριζε ότι ήταν αναγκαία· ιδίως η ελευθερία έκφρασης, προφορικής και δια του τύπου χωρίς κανένα μέτρο άμεσο ή έμμεσο περιστολής της. Ίδια και το δικαίωμα του συνέρχεσθαι, της συνάθροισης ή του συνεταιρισμού, αποτελούσαν εγγυήσεις της ατομικής ελευθερίας. Επιπλέον, έκρινε υπαγορευμένη από τις αρχές του δικαίου την κατάργηση της θανατικής ποινής και της για πολιτικά εγκλήματα «κεφαλικής» ποινής· επιφυλαττόμενης της παντελούς καταργήσεως της ποινής αυτής, καθώς και της εν γένει μεταρρυθμίσεως του ποινικού συστήματος και της μετριάσεως των ποινών καθόσον η απαραίτητη αγωγή και ηθική μόρφωση των ανθρώπων αποτελούσε το δραστικότερο μέσο μείωσης και αποφυγής των εγκλημάτων και εν γένει της αποφυγής των καταχρήσεων και παρεκτροπών. Οι ανωτέρω αρχές αποτελούσαν βασικούς πολιτικούς φανούς που υπαγόρευαν την πολιτική πορεία του Ι. Μομφερράτου στη βάση του δικαίου, «συνάδουσας με την χαρακτήρα και τας τάσεις του έθνους, αρμοδίας εις τον έλλογον καταρτισμόν του νέου πολιτεύματος, και δυναμένας να φέρωσι την μεταπολίτευσιν εις τον τόπον προς όν όρον της […] διότι, δια της πιστής εφαρμογής τοιούτων αρχών και τοιούτου συστήματος, φρονώ ότι το έθνος δύναται να προαχθεή, και βαδίση πορείαν σωτήριον με εσωτερικώς, αξιοπρεπή δε και σεβαστήν εξωτερικώς, έτι δε και εις την τελείαν της εθνικής ολομελείας απελευθέρωσιν, ενότητα και ανάπλασιν, να ατενίση θαρραλέως και να ενεργήση αποτελεσματικώς».
Στην συντακτική εξουσία, υποστήριζε- εναπόκειτο η περιφρούρηση και η εξασφάλιση τόσο των εθνικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, αποτρέποντας κάθε απόπειρα εναντίον τους, πράττοντας καθώς πρέπει το έργο της συγκρότησης της πολιτείας/κράτους, όχι μόνο δια του καταρτισμού του συντάγματος αλλά και δια της συντάξεως και ψήφισης απαραίτητων οργανικών νόμων· καθώς διαφορετικά δεν θα προέκυπτε καμία αληθινή θεραπεία και τα υφιστάμενα δεινά, τα οποία θα αυξάνονταν και θα διογκώνονταν, θα αποτελούσαν αφορμή νέων πικρών δοκιμασιών και απειλή νεών δεινών.
Στις ανωτέρω θέσεις του Ι. Μομφερράτου, ερχόταν να απαντήσει μόλις λίγες μέρες μετά, η πατρινή εφημερίδα ο Φοίνιξ. Στις 12 Αυγούστου στο πρωτοσέλιδό της ο Φοίνιξ εξέφραζε την απογοήτευσή της τόσο ως προς το δημοσιευμένο κείμενο του Ι. Μομφερράτου στην αθηναϊκή εφημερίδα Εθνοφύλαξ όσο και σε άλλο δημοσιευμένο κείμενο του επίσης επτανήσιου Α. Βαλαωρίτη. Σύμφωνα με την Ο Φοίνιξ, η πλειοψηφία των επτανησίων αντιπροσώπων επιδίωκε την καθιέρωση συντηρητικού συντάγματος, γεγονός που σχολίαζε ως παράδοξη και επισφαλές για την ψήφιση ευάρεστου για τα εθνικά συμφέροντα συντάγματος. Ωστόσο, το άρθρο εστίαζε την ανάλυσή του στις ιδέες που διατύπωσε ο Ι. Μομφερράτος στην Εθνονύλαξ, σχολιάζοντας ότι το προτεινόμενο πολίτευμα δεν ήταν γνωστό μέχρι τότε. Αναρωτιέται η Ο Φοίνιξ σε ποιο πολίτευμα αναφερόταν ο Ι. Μομφερράτος. Ανέφερε δε:

«Ο Κ. Μομφερράτος θέλει εν αντιπροσωπικόν σώμα κυρίαρχον, όπερ δια να τηρήση την συνταγματικήν φρασεολογίαν ονομάζει βουλήν, ενώ δια να του ζήση κρύπτη το προσφιλές όνομα «εκκλησία», όπερ μυστικώς του χαρίζει· το αντιπροσωπικόν τούτο σώμα, εκφράζει κατ’ αυτόν την κοινήν θέλησιν, ή τις πρέπει να ήνε κυρίαρχος· είνε τούτο αληθές; Τα αντιπροσωπικά σώματα καλούνται αντί του λαού, όστις πολυπληθής ων δεν ειμπορεί να συνέρχεται αυτοπροσώπως, εις την συμμετοχήν της κυβερνήσεως των κοινών πραγμάτων. Υποτίθενται ότι αντιπροσωπεύουν την κοινήν θέλησιν· αλλ’ είνε αληθές ότι τούτο συμβαίνει πάντοτε;
Καθώς ο ηγεμών είνε υποκείμενος εις παρεκτροπάς, απαραλλάκτως και τα πολυπληθή σώματα ειμπορούν ν’αποπλανηθώσι, και ενώ επαγγέλλονται ότι αντιπροσωπεύουν την κοινήν θέλησιν, να ήνε εις πλήρη αντίθεσιν με ταυτην· τούτο είνε εύληπτον· δια τούτο εις τα συνταγματικά κράτη εδόθη η εξουσία τω βασιλεί να διαλύη ταύτα δια να επαναφέρη την αρμονίαν μεταξύ των εντολοδώχων και του εντολέως λαού· ο Κ. Μομφεράτος θέλει να εξαρτήση δυσαπαλλάκτως την τύχην μας υπό την ιδιοτροπία ενός τοιούτου σώματος, παραδεχόμενος απολύτως ότι τα αντιπροσωπικά σώματα παριστώσι την κοινήν βούλησιν». Σε τούτες τις γραμμές Ο Φοίνιξ ουσιαστικά διαστρεβλώνει την έννοια του Κοινωνικού Συμβολαίου του Τζ. Λοκ και του Ζ.Ζ. Ρουσσώ.

Και συνέχιζε η Ο Φοίνιξ:

«Σοφιστευόμενος ο Κ. Μομφεράτος λέγει ότι η συνέλευσις προέστησε της εκτελεστικής εξουσίας τον Βασιλέα Γεώργιον, ον ωνόμασε συνταγματικόν ηγεμόνα· ο Κ. Μομφερατος ας είπωμεν μόνον ότι δεν λέγει αληθή διότι ο Βασιλεύς Γεώργιος δεν προΐσταται μόνον της εκτελεστικής εξουσίας, αλλ’ εκλήθη εις τον Ελληνικόν θρόνον με τα δικαιώματα συνταγματικού Βασιλέως, δικαιώματα τα οποία είνε γνωστά και απαραμείωτα, κατά συνέπειαν συμμετέχει εις την εξάσκησιν και της νομοθετικής εξουσίας και διέπει και την δικαστικήν, εκχωρών αυτήν εις ανεξαρτήτους και ισοβίους δικαστάς και ουδετέρων εν ανάγκη την ενέργειάν της δια της αμνηστείας και χάριτος».

Υποστήριζε δε η Ο Φοίνιξ ότι ήταν κοινός πόθος η οργάνωση εθνοφυλακής και η κατάργηση της θανατικής ποινής για τα πολιτικά αδικήματα είχε ήδη θεσπισθεί, πληροφορίες που προφανώς ο Ι. Μομφερράτος είχε λανθασμένες, και ζητούσε εκ νέου την οργάνωση αφενός της μιας και την αφετέρου την θέσπιση της άλλης. Επιπλέον, ζητούσε απόλυτη Ένωση της Επτανήσου με την Ελλάδα, ανεπηρέαστη από την διπλωματία. Μα, απαντούσε η Ο Φοίνιξ, η συγχώνευση των νομοθεσιών δεν είχε γίνει λόγω του γεγονότος ότι ήδη πολλοί νόμοι του ελληνικού κράτους ήταν υπό μεταρρύθμιση ως προς την εφαρμογή τους και δεν έπρεπε να επεκταθεί η βραχυχρόνια εφαρμογή τους και στην Επτάνησο.
Σε αυτό το πνεύμα Η Ο Φοίνιξ, κατέληγε:

«Αφού τσουφ είνε και του Κ. Μομφεράτου το πρόγραμμα, ο αγών της συνταγματικής ευνομίας λείπεται εις τους πληρεξουσίους της ελευθέρας Ελλάδος· αυτοί περιέχοντες εν εαυτοίς εξόχους νομοδιδασκάλους, πεπεδευμένοι και συγκεκροτημένοι επιστημονικώς και πλείστοι εν τω εθνικώ Πανεπιστημείω, τόσον ευκλεώς διαχύσαντι τας συνταγματικά θεωρίας δια των διδασκάλων Αργυροπούλου, Κυριακού και Σαριπόλου θέλουν επαορθώσεις τας ιδέας των ιονίων αντιπροσώπων και ψηφίσει σύνταγμα αντάξιον των προσδοκιών του έθνους και της εντολής, ην παρ’αυτού έλαβον».

Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι Η Ο Φοίνιξ ήταν μία «συντηρητική» εφημερίδα, της οποίας οι ιδέες και οι αρχές αντιμετώπιζαν με ανελαστικότητα τον ριζοσπαστικό, προοδευτικό λόγο του επτανήσιου ριζοσπάστη Ι. Μομφερράτου. Μάλιστα καταλήγει να περιορίζεται ανελαστικά «εις τους πληρεξουσίους της ελευθέρας Ελλάδος· αυτοί περιέχοντες εν εαυτοίς εξόχους νομοδιδασκάλους, πεπεδευμένοι και συγκεκροτημένοι επιστημονικώς και πλείστοι εν τω εθνικώ Πανεπιστημείω» κρίνοντας περιττούς όλους εκείνους τους σπουδαγμένους στα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια επτανήσιους. Η είσοδος των Επτανησίων στη ελληνική Εθνοσυνέλευση αντιμετωπιζόταν με επιφυλακτικότητα και στο επιμέρους τοπικό επίπεδο από την επαρχιακή εφημερίδα Φοίνιξ με μάλλον ειρωνεία και φόβο για το «νέο» που θα έφεραν οι επτανήσιοι στην πολιτική του τόπου τους. Αλλότριες ιδέες και ίσως μαζί, ήθη και έθιμα.

1.Γ.Γ. Αλισανδράτος, «Ανέκδοτα Γράμματα του Ιωσήφ Μομφερράτου (συμβολή στην ιστορία του Επτανησιακού Ριζοσπαστισμού)», Πρακτικά Δ΄ Πανιόνιου Συνεδρίου, τόμ. 1 (1980), σ. 17.
2. «Το πρόγραμμα του κ. Μομφερράτου», Εθνοφύλαξ, φ. 564(7-8-1864), Αθήνησι, 1864, σ.1
3. Στο ίδιο, σ.1
4.Στο ίδιο, σ.1.
5. «Προς το κοινόν», Εθνοφύλαξ, φ. 564(7-8-1864), Αθήνησι, 1864, σ.1
6. Στο ίδιο, σ. 2.
7. Στο ίδιο, σ. 2.
8. Στο ίδιο, σ. 2.
9. Στο ίδιο, σ. 2.
10. «Αι περί πολιτεύματος αρχαί των Ιονίων πληρεξουσίων», Ο Φοίνιξ, εφημερίς πολιτική, φιλολογική και εμπορική, φ.239 (12-
8-1864), εν Πάτραις, 1864, σ. 1.
11. Στο ίδιο, σ. 1.
12.Στο ίδιο, σ. 1.
13. Στο ίδιο, σ. 1.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ Ν. ΓΙΑΝΝΑΤΟΥ
Δρ Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης