Η επαύριον της Επτανησιακής Συναυλίας στο Ηρώδειο

hhhhhhh

Η γιγαντιαία συναυλία στο Ηρώδειο, ίσως το πιο σημαντικό -όσο και ολιγοέξοδο- γεγονός του φετινού Φεστιβάλ Αθηνών, ένας άθλος για τον Ιάκωβο Κονιτόπουλο και τον Τώνη Λυκουρέση, που είναι απορίας άξιο πώς μπόρεσαν και την συντόνισαν χωρίς να ξεφύγει ούτε κεραία, παρουσιάζοντας μια μουσική παράσταση, κορυφαία σε διεθνές επίπεδο, μας έκανε, άλλους να καταλάβουμε, άλλους να θυμηθούμε με τον καλύτερο και αμεσότερο τρόπο ότι ο επτανησιακός πολιτισμός είναι κομμάτι της Ευρώπης.
Και ότι

από σήμερα πρέπει να διεκδικήσουμε επιτέλους έναντι της υπόλοιπης Ελλάδας να μας αναγνωρισθεί η πολιτιστική ιδιαιτερότητα του ιονίου χώρου, αλλά και το επιβεβλημένο οι καλλιτεχνικοί τoυ θησαυροί να πάψουν πια να κρύβονται και να προβληθούν σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Λένε ότι οι σεισμοί του 1953 «έθαψαν» στα ερείπιά τους και τον πολιτισμό των νησιών. Πώς είναι δυνατόν να χαμηλώσει το ύψος του πολιτισμού ενός τόπου από έναν σεισμό; Και γιατί δεν χαμήλωσε αυτό το ύψος από τους τόσους προηγούμενους του 1953 σεισμούς; Και γιατί ο πολιτισμός της Κέρκυρας, που δεν γνώρισε σεισμούς το 1953 είναι επίσης πολύ πιο χαμηλά από ό,τι άλλοτε;
Το τι θέση έδωσε ο σύγχρονος επτανήσιος σε ό,τι του άφησε ο σεισμός έχει να κάνει με το κατά πόσο αισθάνθηκε πως το έχει ανάγκη. Και αυτή η συναίσθηση έχει να κάνει με την παιδεία του, με άλλα λόγια με την κεντρική εξουσία, το εκπαιδευτικό σύστημα, την καθημερινή αισθητική. Κι αυτά άλλαξαν όχι μετά το σεισμό, αλλά έναν αιώνα περίπου πιο πριν με την Ένωση, τα 150 χρόνια της οποίας γιορτάσαμε και χθες στο Ηρώδειο, τότε που τα Επτάνησα υπήχθησαν κάτω από εξουσία διαφορετικής από τη μέχρι τότε νοοτροπίας.

Το όραμα της μεταπολιτευτικής Ελλάδας όπως αυτό εκφράστηκε από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή ήταν η παρουσία της Ελλάδας στην Δύση. Τα Επτάνησα αποτελούν το μέρος του νέου Ελληνικού χώρου το οποίο ήταν ενεργό συστατικό της Δυτικής Ευρώπης από την εποχή λίγο μετά από το σχίσμα των δύο Εκκλησιών μέχρι και την ένωσή τους με το νεοσύστατο Ελληνικό κράτος. Συμμετείχαν στην διαμόρφωση της Ευρωπαϊκής κουλτούρας διατηρώντας μία σχέση αμφίδρομη με αυτήν. Οπότε ήταν λογικό για την υλοποίηση του μεταπολιτευτικού οράματος για την Ελλάδα τα Επτάνησα, επιτέλους να αναβαθμιστούν με έμφαση στην κουλτούρα τους και να αποτελέσουν τον φυσικό συνδετικό κρίκο μεταξύ της Ελλάδας και της υπόλοιπης Ευρώπης. Συνέβη το αντίθετο! Γιατί;
Επειδή η πολιτική διακρίσεων και υποβάθμισης των Επτανήσων δεν ξεκινά από το μεταπολιτευτικό όραμα αλλά στο όραμα του Νεοελληνικού Κράτους όπου οι βασικότεροι πολιτικοί συντελεστές ήταν, όχι η φιλοπατρία, αλλά ο εθνικισμός σαν μια τάση εθνικής κυριαρχίας και ανεξαρτησίας, το όραμα της Μεγάλης Ιδέας -η οποία προϋπήρξε σαν έννοια της επανάστασης του 1821, αλλά αρθρώθηκε από τον Κωλέττη το 1844- οι φιλοδοξίες αναβίωσης του ορθόδοξου Βυζαντίου, η ρομαντική επιθυμία αναβίωσης της αρχαίας Ελλάδας των φιλελλήνων, οι επιδιώξεις των μεγάλων δυνάμεων και τα μικροσυμφέροντα των ντόπιων παραγόντων. Η δημιουργία δηλαδή ενός κράτους με κέντρο την Κωνσταντινούπολη που θα προέρχεται από την απελευθέρωση όλων των κατεκτημένων από την Οθωμανική αυτοκρατορία Ελληνικών χωρών.

Το όραμα αυτό κατέρρευσε με την Μικρασιατική καταστροφή, αλλά παρέμεινε στο υποσυνείδητο του Ελληνικού έθνους, που εξελίχθηκε σε εσωστρεφές όραμα και απομόνωσε τη χώρα από το γεωγραφικό της περιβάλλον.
Τα Επτάνησα δεν ήταν ανάμεσα σε αυτά τα εδάφη. Κι οι Επτανήσιοι είχαν άλλο όραμα για τον Ελληνισμό. Το όραμά τους είχε βάση τον Πολιτισμό και την ειρηνική και δημιουργική κατάκτηση του Κόσμου μέσω αυτού, δεν είχαν όραμα τις πολεμικές κατακτήσεις των οθωμανικών κτήσεων.
Και για να μην αρχίσουνε πάλι τα περί ανθελλήνων και περί υπόπτων κέντρων που υποκινούν κείμενα σαν αυτό,

ας καταλάβουμε ότι Πατριωτισμός σημαίνει να θωρακίσουμε και να ισχυροποιήσουμε την χώρα μας και τον πολιτισμό μας, με το να αναγνωρίσουμε τις ιδιαιτερότητες κάθε τόπου και να τις στηρίξουμε ώστε κάθε μέρος της Ελλάδας να αναπτυχθεί όπως το ίδιο γνωρίζει. Και το κοινωνικό σύνολο να αποτελεί μία ισχυρή χώρα δεμένη με τον κοινό πολιτισμό της, με ό,τι ενώνει δηλαδή τους τοπικούς πολιτισμούς και με όσες αλληλεπιδράσεις προκύψουν από αυτήν την συνύπαρξη.

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΒΙΤΣΟΣ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *