«Εραστάς μανιώδεις της εξουσίας και του κε­ντρικού ταμείου»

Παρακολουθώντας ανελλιπώς το οικονομικο-πολιτικό φροντιστήριο που μαίνεται θυελλωδώς κάθε βράδυ στα λαλίστατα τηλεοπτικά κανάλια, αποκλείεται ο θεατής να μη νιώσει την ανάγκη μιας κάποιας αναδρομής – πράγμα εύκολο, άλλωστε, αν σκεφτούμε ότι ο συνταγματικός βίος της χώρας μας είναι μικρός όσο και παράφορος. Εν έτει 1874 (επί κυβερνήσεως Επαμεινώνδα Δεληγεώργη) ο Δημήτριος Βερναρδάκης τυχαίνει να διαβάσει τις «Ιστορικές αναμνήσεις» του Νικολάου Δραγούμη και, με αυτή την αφορμή, να συγγράψει μιαν επιστολιμαία βιβλιοκρισία (146 σελίδων) με τίτλο «Καποδίστριας και ‘Οθων» (εκδ. Γαλαξίας, 1967)· Το βιβλίο του Δραγούμη αναφέρεται στην περίοδο ι821-1862, στην καρδιά του 19oυ αιώνα με άλλα λόγια, εποχή υπερκρίσιμη για το νεοπαγές κρατίδιο, αλλά όχι τόσο ενδιαφέρουσα για τη σημερινή αριστερή διανόηση, που βάζει χρόνια μόνο αρχομένου του εικοστού αιώνα.

Ο Βερναρδάκης ανασυνθέτει μισό αιώνα πολιτικής ιστορίας (ει­δικά την κάθοδο των Φαναριωτών από Ρωσία και Τουρκία, την έλευση και τη δολοφονία του Καποδίστρια, καθώς και τον ερχομό και την έξωση του Όθωνα. Ωστόσο, ο αναγνώστης βρίσκει άφθονο υλικό παρατηρήσεων μεγάλης οξυδέρκειας, που αναφέρονται στον νεοέλληνα ο οποίος απαλλάχθηκε από τον τουρκικό ζυγό, αλλά υποτάχθηκε στα νέα ήθη και σε μιαν ελευθερία που θυμίζει σε πολλά νέα σκλαβιά.

«Η Eλλάς, κατά δυστυχίαν μας, φίλε μου, είναι τόπος τόσον μικρός, τα δε πάθη και συμφέροντα των Ελ­λήνων, όσων αμέσως ή εμμέσως πολιτεύονται, συναποτελούσι δίκτυον πυκνότατον και ισχυρότατον, το οποίον περιβάλλει τοιουτοτρόπως τους πάντας, ώστε είναι αδύνατον να διαρρήξη τις αυτό και απλώς ζων εν Ελλάδι, πολύ δε μάλλον και όταν έχει πίθον τινά ίδιον, μικρόν ή μεγάλον, τον οποίον οφείλει ή είναι ηναγκασμένος να κινή… Ποίας ιστορικάς ή πολιτικάς αξιώσεις είναι δυνατόν να έχω εγώ, εν μέσω έθνους κολυμβώντος εις πέλαγος εφημερίδων και εις ωκεανόν πολιτικών και πολιτευομένων;»

Αυτό που υπερτονίζει η γραφίδα του Βερναρδάκη αφορά τις τρομερές αλλαγές του εντόπιου βίου (αλλαγή ενδυμασίας, αλλαγή καθεστώτος, δι­καίωμα ψήφου, δικαίωμα έκδοσης εφημερίδων, σχηματισμός φατριών κ.τ.λ.) που καλλιέργησαν μύρια όσα ελαττώματα στον εθνικό βίο:

έθνος φύσει και θέσει εξημμένον, ευφάνταστον, ευαπάτητον, ανατραφέν δε και παιδιόθεν μέχρι σήμερον αγυρτικώς και τοιουτοτρόπως, ως να μη δύναται να ζήση άνευ κολακείας, άνευ θυμι­άματος, άνευ οιήσεως, άνευ τύφου. Όλοι έχουν «σώσει» το έθνος. Και μόνο τους διαδοχικούς επιταφίους αν λογαριάσει κανείς, το νεκροταφείο των Αθηνών κινδυνεύει να αποβεί Πάνθεον. Ολετήρες της πατρίδας δεν υπήρχαν, μόνο σωτήρες!

Μια σοβαρότατη παρατήρηση αφορά την Επανάσταση του ‘21 που επέτυχε ό,τι επέτυχε άνευ αρχηγού, άνευ μιας κεφαλής, άνευ μονάρχου, άνευ κέντρου. Είναι μήπως παράδοξο το γεγονός ότι ο πολιτικός αρχηγός πάσχισε να συγκεντρώσει στα χέρια του και τη στρατιωτική εξουσία διά του συντάγματος; Αιτία; Ο αρχέκακος εκείνος και ομόφυλος των Ελλήνων δαίμων, ο Φθόνος, και η εξ αυτού δι­χοστασία. Οι πολιτικοί μισούσαν και έτρεμαν τους στρατιωτικούς, καθότι η αρχηγία του στρατεύματος παρεί­χε μοιραίως και πολιτικά αξιώματα. Ποιος μπορούσε να τα βάλει με τους Φαναριώτες που ήταν «τελειοδίδακτοι» μίας και της αυτής σχολής -της τουρκικής; Η αιωνία, η άπαυστος βάσις του ελληνικού φθόνου που δεν επιτρέπει στο έθνος να ορθοπο­δήσει συμπυκνούται στο παραδοσι­ακό: Τι είσαι εσύ και τι είμαι εγώ; Ως εκ τούτου, το περίφημο Σύνταγμα της Επιδαύρου δεν ήταν παρά ταχυδακτυλούργημα πολιτικόν…

Δεν έχει ιδιαίτερη σημασία το γεγο­νός ότι ο Βερναρδάκης ήταν οπαδός της μοναρχίας,

η βαρύνουσα λεπτομέ­ρεια ήταν ότι εν μιά νυκτί ολόκληρος ο ευρωπαϊκός βίος εισέρρευσε -δαψιλής και άφθονος- στα καθ’ ημάς.

«Απαρνήθημεν λοιπόν τα πάτρια και εδανείσθημεν ολόκληρον σχεδόν τον βίον ημών εκ της Δύσεως»

Όπερ σημαίνει: το πάτριον θρήσκευμα, τον εθνικόν στρατό, την πάτριον δίαιτα και ενδυμασία, την εθνική μας ποίηση και φιλολογία, για να στραφούμε προς τα γαλλικά μυθιστορήματα.

Εκεί που θα έπρεπε να θωρακι­στεί η χώρα με δικό της θεσμικό υλικό, στράφηκε ολοψύχως προς τον πιθηκισμόν αλλότριων ηθών, με αποτέλεσμα να πλάσει «εραστάς μανιώδεις της εξουσίας και του κε­ντρικού ταμείου». Η σύγκριση με τους Άγγλους είναι υποβλητική.

Ο Άγγλος είναι σταθερός, ευσεβής, ουδαμώς νεωτεριστής, στέργων τα παρόντα, βραχύλογος, αθόρυβος, ατάραχος, ανεπίδεικτος, δυσερέθιστος, δυσκοινώνητος, δύσκαμπτος, δύσπιστος, φιλαλήθης, πρακτικός, εγκρατής, ειρηνικός, μετριοπαθής.

Όσο για τον νεοέλληνα, είναι αστα­θής, άστοργος προς τα καθεστώτα, ομιλητικός, κοινωνικός, αδολέσχης, ακρόχολος, θορυβώδης, ταραχο­ποιός, επιδεικτικός, ευερέθιστος, εύκαμπτος, φιλοψευδής, εύπιστος, ευφάνταστος, θεωρητικός, αεροβάτης, οξύθυμος, εμπαθής, φθονερός.

Ενώ λοιπόν στην Αγγλία επικρατεί η άκρα ανισότης, καθότι πουθενά στη Γη δεν υπάρχουν τόσος πλούτος και τόση φτώχεια συσσωρευμένα, στην Ελλάδα επικρατεί άκρα ισότης…

Με άλλα λόγια, υποβληθείσα στη συνταγματική μηχανή, η Ελλάδα δεν παρήγαγε σωτήριον κοινοβου­λευτικό βίο, όπως η Αγγλία, αλλά κάτι παρεμφερές προς τη βρετανική αριστοκρατία. Ήτοι μια τάξη προνομιούχων, μεταβάλλοντας έτσι την Ελλάδα σε

«πανδαιμόνιον διχονοίας και κομματικών παθών, των οποίων αρχή και τέλος είναι η αχαλίνωτος και ανερυθρίαστος ιδιοτέλεια. Η ελληνι­κή αυτή ψευδαριστοκρατία είναι οι υπάλληλοι του ελληνικού βασιλείου, από του πρωθυπουργού μέχρι του κλητήρος».

Τυχαία μήπως τα εν Ελλάδι εκπαι­δευτήρια μεταβλήθηκαν βαθμηδόν σε κηφηνοκομεία; Μπορούμε να δια­γράψουμε από τη μνήμη μας την πα­ραίνεση που ήταν γραμμένη με κεφα­λαία γράμματα πάνω από την είσοδο της Βουλής «εισέρχεσθε αόπλως και ησύχως», ωστόσο οι κατηγόριες του Βερναρδάκη κατά των επίσημων κηφηνοκομείων (Πανεπιστήμιο, Σχολή Ευελπίδων, Ριζάρειος Σχολή, τα αδιακόπως πολαπλασιαζόμενα γυμνάσια, παραδόξως πώς, συμπλέουν με τη σημερινή εικόνα διαλύσεως της εκπαίδευσης -κατωτέρας, μέσης και ανωτέρας.

«Παρελάβομεν εκ του γερμανικού πανεπιστημιακού θεσμού ό,τι ηθέλομεν, και αφήκαμιν ό,τι δε μας συνέφερεν. Κηρύξαμεν το Πανεπιστήμιον “άσυλον”, τούτο δε επιστεύθη τόσον από άρχοντας και αρχομένους, ώστε ούτε κλητήρ ούτε αστυνομικός ούτε χωροφύλαξ τολμά να υπερβή το κατώφλιον! Μειράκια αστοιχείωτα τα πλείστα ως προς τας γνώσεις, ανερμάτιστα δε ηθικώς και θρησκευτικώς ως εκ της ανατροφής, και κοινωνικώς πολλάκις άξεστα, διερχόμενα αβρόχοις ποσίν επί το πολύ τα γυμνάσια του κράτους, εξ ων απολύονται συνήθως δι’ απει­λών και ύβρεων, εισέρχονται εις το Πανεπιστήμιον με τα “τσαρούχια” το δη λεγόμενον, όπου φυσιούνται και εξάπτονται και τυφούνται, και αντί να εγκύπτωσιν εις την σπουδήν και μελέτην της επιστήμης, μεταβάλλουσι το ανώτατον εκπαιδευτήριον εις κονίστραν άμουσον και αηδή άλλοτε μεν φατριαστικών, άλλοτε δε αγρίων πολιτικών διαδηλώσεων και οχλαγωγιών και θορύβων και ταραχών».

Tι να πρωτοσχολιάσει ο Λέσβιος τραγωδός; Τον φατριασμό και την ιδιοτέλεια, τις προσωπικές μικρολογίες που μικραίνουν τους ανθρώ­πους, την εξύμνηση των φίλων και την κατασυκοφάντηση των εχθρών, τον άσπονδο πόλεμο κατά πάσης υπεροχής; Ουσιαστικά περιγράφει μόνο τον όνυχα της ελληνικής δη­μοσιογραφίας. Άρα, ακόμα και ο μεγαλοφυέστερος πολιτικός του αι­ώνα δεν μπορεί να κυβερνήσει την Ελλάδα – με παρόμοιο σύνταγμα και με παρόμοιο Τύπο….

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ [Φωτογραφία:Στρατιώτες και αξιωματικοί κατά την πρώτη περίοδο της βασιλείας του Όθωνα (1832-1851). Assorted]

ΕΠΕΝΔΥΤΗΣ

1 σχόλιο

  • Λοιπόν, λοιπόν, για να ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα ώστε να μην υπάρξη παρεξήγησις:
    Πρώτον, ο Δημήτριος Βερναρδάκης ψευδώς υποστηρίζεται ότι εγεννήθη κατά τον 19ον αιώνα (1833) και απέθανε κατά τον εικοστόν (1907).
    Δεύτερον, ασυστόλως ψεύδεται ο των ψευστών ψευδίστατος, ο των αθλίων αθλιώτατος Κωστής Παπαγιώργης, όστις, εμμέσως πλην σαφώς, διά του άρθρου του απολύτως απεδέχθη την θλιβεράν παραποίησιν της ιστορίας κατά ένα ολόκληρον αιώνα ο χαρμεπέστρερος των χαμερπών.
    Διότι πώς ήθελε γνωρίζει ο Δημήτριος Βερναρδάκης αφ’ ενός μεν μέχρι τριχός τα μέχρι και των αρχών του εικοστού πρώτου αιώνος πολιτικά τεκταινόμενα εν τη χώρα εν η ευφυώς φύεται η φαιδροτάτη πορτοκαλέα, αφ’ ετέρου δε τον χαρακτήρα του Νεοέλληνος;
    Ο.έ.δ.

Κλικάρετε εδώ για να σχολιάσετε