Το κίνημα της (τηγανητής) πατάτας

Τελικά (και αρχικά), έχω την αίσθηση ότι το κίνημα της πατάτας παίζει να γίνει το γκραν σουξέ των ημερών. Δεν θα σταθώ στους προφανείς λόγους – τους ξέρουμε όλοι και δεν υπάρχει τίποτα πιο ανιαρό απ’ το αναμάσημα του αυτονόητου. Η ανέχεια, η δυσπραγία, η ύφεση, η κρίση, η ακρίβεια, οι μεσάζοντες, οι παράγοντες, οι παραγωγοί, το Νευρο-κόπι (το νεύρο και οι κόποι)…
Και μέσα στο μπάχαλο η αιγυπτιακή πατάτα που παίρνει ελληνική υπηκοότητα χωρίς να έχει ούτε μισό ένσημο. Η σάπια πατάτα που την παίρνει τζάμπα ο μεσάζοντας από τον παραγωγό και μετά την πουλάει χρυσάφι. Κι η νοικοκυρά που βάζει λάδι στο τηγάνι παραφράζοντας τη «νοσταλγία» της Σιμόν Σινιορέ: «Η πατάτα δεν είναι πια αυτή που ήταν»… Οπως η ντομάτα δεν είναι πια αυτή που ήταν… Οπως το μοσχάρι… Οπως η ζωή μας, όπως οι φίλοι μας, όπως η καθημερινότητά μας, όπως οι ανθρώπινες σχέσεις… Τίποτα δεν είναι πια αυτό που ήταν… Ομως αυτό είναι μια άλλη πονεμένη ιστορία για ένα άλλο πονεμένο κείμενο ενός άλλου πονεμένου Σαββάτου…
Κανένα τρόφιμο δεν είναι τόσο βαθιά ριζωμένο στο γονίδιό μας όσο η πατάτα. Οχι η πατατοσαλάτα, όχι ο πουρές και σίγουρα όχι το ογκραντέν ή το σουφλέ πατάτας: η τηγανητή. Η απλή τηγανητή πατατούλα. Αυτό το θεσπέσιο τραγανιστό πιάτο, αυτό το κρίτσι κρίτσι που δεν θες να τελειώσεις ποτέ, μας πάει πίσω στα παιδικά μας χρόνια, μας ταξιδεύει σε αναμνήσεις που ο χρόνος τις ξεθώριασε αλλά δεν τις εξόντωσε. Η μυρωδιά του καμένου λαδιού σε εποχές χωρίς απορροφητήρες κι αποσμητικά χώρου… Η μάνα όρθια να τις στεγνώνει σε καθαρό πανί να φύγουν τα πολλά νερά. Το λάδι που έπρεπε να κάψει καλά. Η πατάτα που έπρεπε να τσιτσιρίσει θεαματικά. Φτστσουου ένα πράγμα. Κι η μάνα που τινάζεται ελαφρά προς τα πίσω μην την πάρουν τα σκάγια κι απλώνουμε μετά οδοντόκρεμες σε καμένα δάχτυλα.
Η πατάτα δεν έκανε ποτέ σόλο καριέρα… Πάντα από δίπλα υπήρχαν κι ένα δυο αυγά τηγανητά… Ή τυρί φέτα με λαδάκι και ρίγανη… Ή μια χωριάτικη… Κάποιο συνοδευτικό τέλος πάντων, που όμως ποτέ δεν ακύρωνε η κυριαρχία της τηγανητής πατάτας. Αυτή ήταν πάντα η σταρ, αυτή έβγαινε τελευταία στην υπόκλιση, αυτή αποθεωνόταν στο τέλος…
Αν ρωτήσεις 99 στους 100 Ελληνες ποιο ήταν το αγαπημένο φαγητό των παιδικών τους χρόνων, «τηγανητές πατάτες» θα σου πουν. Κι αν τους ξαναρωτήσεις ποιες ήταν οι πιο νόστιμες που έφαγαν ποτέ, «της μάνας μου» θα σου απαντήσουν. Ακόμα και μετά, στα χρόνια της φούσκας, που οι Ελληνες ανακάλυψαν τη nouvelle – μην ξεράσω – cuisine, την πάπια με δαμάσκηνο, το χοιρινό με μέλι και το γουρούνι με γαρίφαλο στο αυτί… Πήγαιναν στο ρεστοράν, έτρωγαν την απειροελάχιστη γκουρμέ κουραδίτσα στο τεράστιο πιάτο και μετά γύριζαν σπίτι και τσάκιζαν μια τηγανιά πατάτες να στανιάρει το στομάχι τους.
Η τηγανητή πατάτα είναι το πιο «αταξικό» έδεσμα που υπάρχει. Καταργεί κοινωνικούς διαχωρισμούς, ξεπετάει οικονομικές διαστρωματώσεις. Τα πλουσιόπαιδα δεν μεγάλωσαν με καπνιστό σολομό και τα φτωχόπαιδα με βλίτα απ’ το βουνό. Ολα τα παιδιά με πατάτες μεγαλώσαμε… Και με πατάτες μεγαλώνουμε τα δικά μας παιδιά.
Πέρα από παρελθοντικούς συνειρμούς, ξέρουμε όλοι πολύ καλά πόσο σημαντική είναι η πρωτοβουλία των παραγωγών Νευροκοπίου. Κι απ’ ό,τι φαίνεται, το κίνημα εξαπλώνεται και σε άλλα προϊόντα. Λάδι, φασόλια, ζαρζαβατικά… Κανείς μας δεν ξέρει ποια θα είναι η εξέλιξη αυτής της πρωτοβουλίας. Κανείς μας δεν ξέρει αν οι παραγωγοί θα αντέξουν στην πίεση, αν θα μπορέσουν να απλωθούν σε όλη την επικράτεια, αν θα κατορθώσουν να εγγυηθούν στον καταναλωτή άριστη ποιότητα των προϊόντων τους. Π.χ. αν – ενόψει Πάσχα – αυτό επεκταθεί και στο αρνί, υπάρχουν ψυγεία; Υπάρχει υγειονομική εξέταση; Υπάρχουν εχέγγυα ότι το κρέας που θα φτάσει στο πιάτο μας δεν θα είναι και το τελευταίο που τρώμε;
Χρειάζεται, λοιπόν, σοβαρότητα, χρειάζεται οργάνωση και – πάνω απ’ όλα – χρειάζεται συνεργασία παραγωγών και κράτους. Το πρώτο βήμα έγινε, τα υπόλοιπα θέλουν σύνεση και υπευθυνότητα. Και μακάρι να μπουν τα θεμέλια, μακάρι να ξεμπερδεύουμε με τους μεσάζοντες που τριπλασιάζουν την τιμή στο καλάθι, καρότσι, σακούλι και νευρικό σύστημα της νοικοκυράς…
Και σίγουρα δεν θα μπορούσε να υπάρχει πιο καίρια ονομασία για το κίνημα των παραγωγών. Ούτε ονομασία ούτε αφετηρία. Τουλάχιστον για μας… Για όλους εμάς… Που στην Ελλάδα μάς μεγάλωσαν σαν παιδιά… Που στην Ελλάδα μεγαλώνουμε τα δικά μας παιδιά… Με τη «μυθολογία του κρίτσι κρίτσι». Που έστω για λίγο, έστω για 5 λεπτάκια, να κάνει τη ζωή μας όμορφη… Ναι βρε… Τώρα που είναι ζεστές…
ΥΓ. Αλήθεια, «Κίνημα του μπρόκολου» θα μας άγγιζε τόσο;

ΕΛΕΝΑ ΑΚΡΙΤΑ
ΤΑ ΝΕΑ

5 Σχόλια

  1. Ο/Η Garifalia Boussiopoulou λέει:

    Και το κίνημα του μπρόκολου θα μας άγγιζε και το κίνημα του κουνουπιδιού και του καρότου. Δυστυχώς η ίδια η νομοθεσία βοηθάει την αισχροκέρδια οπότε πριν λίγες μέρες γάλα στην περιοχή του Χολαργού, σε φούρνο συγκεκριμένα, πλήρωσα το γάλα 2.80 ευρώ!!! Φυσικά δεν είχα άλλη επιλογή εκείνη τη στιγμή γιατί δεν ήμουν προνοητική……Η γαλακτοβιομηχανία ακόμη να μου απαντήσει στο ηλ. μύνημά μου (το γνωρίζω ότι δεν ευθύνεται η ίδια, αφού την καλύπτει ο νόμος) έστω για θέμα αρχής και ευθιξίας.
    Πολύ θα χαρώ και πολύ σωστά λέει η κ. Ακρίτα πρέπει να υπάρξει συνεργασία του κράτους και των παραγωγών αλλά αν υπήρχε………θα είχαμε φτάσει ποτέ στα χάλια αυτά?

  2. Ο/Η Swell λέει:

    Άντε τώρα το ΚΚΕ να καταδικάζει και την Ακρίτα… Πολλή δουλειά έπεσε τελευταία με τους αναθεματισμένους παραγωγούς στο ΚΚΕ.

  3. Ο/Η nicolaos demonicos λέει:

    Το παραδέχομαι, είμαι τουλάχιστον γκρινιάρης.
    Αλλά να διαβάζω τώρα την ετεροχρονισμένη και ανάλατη «κριτική» της εξ απαλών ονύχων δασκαλεμένης -και φυσικά βολεμένης- θυγατέρας του εκ των καταστροφέων της Ελληνικής Γλώσσας Λουκή, γρεναδιέρου του αλήστου μνήνης σοσιαληστή Αντρίκου, προσωπικώς με εκνευρίζει. Και βέβαια η Νέα φυλλάδα τέτοια κείμενα, ανώδυνα και νανουριστικά, προτιμά. Το βρώμικο, μιζαδόρικο, απατεωνίστικο, ληστρικό πάντοτε υπηρετούσε, σε βρώμικα νερά πάντα ψάρευε.
    Προσπεράστε το «Κάποιο συνοδευτικό τέλος πάντων, που όμως ποτέ δεν ακύρωνε η κυριαρχία της τηγανητής πατάτας», όπου τα ακολουθούντα «Αυτή ήταν πάντα η σταρ, κ.λπ.» βεβαιούν την λανθασμένη παράθεση του ονομ. άρθρου «η» αντί του ορθού αιτιατ. «την». Και θαυμάστε το «ενόψει» της πριγκιπίσσης. Θα μας απαντούσε άραγε τι στην ευχή είναι τούτο; Δοτική -αν βέβαια γνωρίζει τι ήταν ή είναι η δοτική πτώσις- ποίου ουσιαστικού ή επιθέτου; Του «ενόψις», του «ενόψη»; Και τι βέβαια σημαίνει αυτό.
    Σταματώ. Βαρέθηκα και σιχάθηκα.

  4. Ο/Η perldion λέει:

    Το Κ.Κ.Ε. είναι ΕΞ ΙΣΟΥ υπεύθυνο -με τις λοιπές δημοκρατικές δυνάμεις- για το χάλι της χώρας. Άλλωστε είναι στην “φιλοσοφία τους”: Αφήστε τα περίπλοκα συντρόφοι για την ώρα των ερειπίων να είμαστε έτοιμοι…

  5. Ο/Η Don Basilio λέει:

    @nicolaos demonicos: Παίρνω ύφος Γκέλλυ Μαυροπούλου, την προφορά δεν χρειάζομαι να την επιτηδεύσω, τόμου ζακυθινά μειλώ, κι αν ήτουνα και τα μαλλιά σε ικανό μήκος είθε να τά ‘πλεκα κατάλληλα, από την ταινία “Ο Μεθύστακας” (1950) και σας λέω:
    “Σορ γκρινιάρη, κι ο Άη Μπάβλος γιαμά, οπού έσφαζε τσου χριστιανούς δηλαδής, τι ήπρεπε να κά-νει; Να συνεχίζει μία ζωή να είναι διώχτης αμετανόητος και να αρνηθεί το φως οπού-δε σαν έπεσε από το καβάλο κατά τη Νταμασκό, ή να γενεί Απόστολος Εθνών, όπου άλλος δεν εγίνηκε;
    Το κείμενο τση κοπελός είναι σάτζιο για τσι Πανελλήνιες; Εγώ με το φτωχό μου το μυαλό μία χαρά το ηύβρηκα, και δε με γνοιάζει ούτε αν γράφει όπως ορίζουν οι νέοι κανόνες (ναι το εν όψει σου γράφεται πλέον ενόψει, όσο κι αν εμέ το όρνιο το αγράμματο με μπερδεύει) τι παρέες έκανε ο παπάκης τσης. Και αφέντη η λίνγκουα, δεν πατήρει από μια κομπανία.
    Μη τηράς, οπού στα λέω Μακρυοκαντουνιώτικα. Επιδειτής εμείς ψηφάαμε το Ρώμα, έχω και αφεντάδες, οπού μιλούνε τα πανεπιστημιακά -προ Αντρίκου κατα-πώς-τα-λές, ή προ Γάλλη, α δε σμπαλάρει το τσερβέλω μου, να στα γράψουνε κόμε σι ντέβε, να τα καταλάβεις.
    Προσκυνώ, κι έχουμε και γλυκάδι φίνο από κρασί ζαμπέλα που το εφύλαγε ο μακαρίτης ο νόνος μου και, συμπάθιο, μας εξύδιασε”.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *