Σσσσ χιονίζει…

  • 9/1/2009
  • ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΡΟΠΟΥΛΗΣ
  • ΑΠΟΨΗ

8 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2008, 7.20 μ.μ., γωνία Θεμιστοκλέους και Πανεπιστημίου: στην καρδιά της Αθήνας… Ολα γύρω είναι σαν να προσπαθεί ένας χαμαιλέων να σταθεροποιήσει το χρώμα του και διστάζει ανάμεσα στο κόκκινο της φωτιάς και το τεφρό του νέφους δακρυγόνων και ασφυξιογόνων. Προσπαθώ να φτάσω στην πλατεία Ομονοίας, δυο βήματα όλα κι όλα, και τα πνευμόνια μου καίγονται. Ενθεν και ένθεν τα πεζοδρόμια σαρώνονται από ένα ηχητικό κύμα σαν να γίνεται σεισμός και καταρρέει ο πολυέλαιος – εδώ, πιο πέρα, πιο πέρα…. Διασχίζω την πλατεία αργά αργά, βήχοντας, κλαίγοντας, προσέχοντας μη φάω κάνα κλομπ στο κεφάλι, γιατί μες στο χάος ποιος να προσέξει ότι έχουν αρχίσει ν’ ασπρίζουν τα γένια μου; Μπορεί να με περάσουν για μαθητή. Η βιτρίνα στο Zara είναι σπασμένη, οι κούκλες έχουν πεταχτεί στο πεζοδρόμιο…

Τρεις εβδομάδες αργότερα, οι φλόγες έχουν σβήσει, ίσως προσωρινά. Και μες στη νεκρή, άδεια Αθήνα χιονίζει! Βγαίνω στο μπαλκόνι και, σαν σε deja vu, ακούω έναν παράξενο ήχο: σαν θρόισμα ή σαν ψίθυρο. Δεν κυκλοφορεί ψυχή, δεν υπάρχουν καν κοπάδια αδέσποτων σκύλων ούτε ακούγονται οι σειρήνες των περιπολικών, και όσοι δεν κοιμούνται ή δεν ξυλιάζουν σε κοντέινερ και χαρτόκουτα έχουν αποσυρθεί πίσω από διπλά, ηχομονωτικά τζάμια… Το θρόισμα που ακούω λοιπόν είναι απλούστατα το χιόνι που πέφτει απαλά και στοιβάζεται στα φύλλα των δέντρων και καλύπτει τα φυτά και το χώμα στις γλάστρες: Το χιόνι, που συχνά το είχα ξανακούσει, μικρός (τότε μετράει), και που, κατά συνέπεια, δεν με ξαφνιάζει με τον άγνωστο ήχο του. Οχι, τον ήχο τον ξέρω. Παραξενεύομαι όμως, επειδή, μέσα μου, εκεί όπου σχηματίζουμε πεποιθήσεις πριν τις συνειδητοποιήσουμε, ήμουν βέβαιος ότι δεν γινόταν πια να τον ξανακούσω… Κι αλήθεια, τον ακούω μόνον επειδή, βγαίνοντας στο μπαλκόνι υπ’ αυτές τις συνθήκες, έχω βρεθεί κατά κάποιον τρόπο εκτός κοινωνίας.

(Την επομένη, οι εφημερίδες έγραφαν: «Ολο και πιο σπάνια θα βλέπουμε χιόνι». Δηλαδή: η ίδια η χιονόπτωση θα είναι σιγά σιγά ένα εκτός κοινωνίας γεγονός. Πρόκειται για την άλλη όψη του νομίσματος…)

Και ξαφνικά συνειδητοποιώ ότι η εξέγερση κατά βάθος έγινε εναντίον μιας κοινωνικής συνθήκης που δεν σου επιτρέπει ν’ ακούσεις το χιόνι, κι αυτό δεν είναι αισθητισμός αλλά διεκδίκηση θεμελιώδους δικαιώματος…

Καμία στοχαστική προσαρμογή δεν πρέπει ν’ αποσβέσει την επίγνωση ότι, ναι, το χιόνι πέφτει μ’ έναν απαλό, πραϋντικό ή ανησυχητικό ήχο, που έχω δικαίωμα να τον ακούω – δικαίωμα τόσο ζωτικό όσο και το διακωμωδημένο, αχρηστευμένο δικαίωμά μου να ψηφίζω… Γιατί, μπορώντας ν’ ακούσω το χιόνι, αποκτώ ή επικυρώνω μιαν αγωγή ακρόασης, ας πούμε (κατά την ίδια έννοια που ο Φλομπέρ μιλούσε για «αισθηματική αγωγή»), χάρη στην οποία μπορώ και να μη συνθλίβομαι από συμπαγείς, τυποποιημένους λεκτικούς όγκους, αλλά να διακρίνω κυρίως αποχρώσεις νοημάτων, διολισθήσεις, τραυλίσματα – κι έτσι να κατανοώ τον συνομιλητή μου ή και τον δημόσιο αγορητή, αντί να χαζεύω την εικόνα του. ‘Η πάλι, αν διαλέξουμε άλλο σημείο του φάσματος αυτής της ενιαίας αγωγής, ν’ ακούω μια μουσική ή ένα ποίημα με αυτί τόσο καλλιεργημένο, ώστε να μην καταφάσκω εύκολα την ομογενοποιημένη φλυαρία, να ξεχωρίζω το ανόητο, κούφιο, εκκωφαντικό κατασκεύασμα.

Η ανάγκη να εξαλειφθεί αυτή η αγωγή εξαλείφει και την ησυχία παντού: ακόμη κι εκεί όπου η ησυχία είναι μεταφορική. Στο Internet, λόγου χάριν, δεν μπορώ να διαβάσω στ’ αλήθεια – γιατί, γύρω απ’ το κείμενο, χρειάζομαι να επικρατεί η ησυχία των λευκών περιθωρίων, με παρενοχλεί όμως ένας ορυμαγδός εναλλασσόμενων διαφημίσεων. Και τα πλάνα της ταινίας δεν λάμπουν πια μες στο ήσυχο σκοτάδι, διαβρώνονται από στεντόρειες, σαχλές ομιλίες και κινητά που ειδοποιούν ότι, χρυσό μου, μετά θα ‘μαστε στο τάδε ψαγμένο σκυλάδικο, ο-κέι; Κι ο ίδιος ο δημόσιος χώρος χάνει το περίγραμμά του και αφανίζεται δίχως την ησυχία μες στην οποία κανονικά εκτυλίσσεται η ιδιωτική ζωή καθενός. Και το γλέντι, η βαβούρα, το χάβαλο δεν έχουν πια νόημα – γιατί η κοινή ησυχία (μεταφορική και κυριολεκτική) έχει διαταραχθεί προ πολλού και εκ θεμελίων.

Οδηγώντας, χωρίς να χάσει ύψος, στην έξοδό της τη «Μητέρα Θεού», ο Σικελιανός καταλήγει σε μιαν ήσυχη, συγκλονιστική εικόνα του θανάτου – και της αναίρεσής του μαζί: «Κι ως σταύρωσες τα χέρια σου στα στήθη απάνω μόνη, / κι ώρα την ώρα ο θάνατος σε σκέπαζε ωσά χιόνι, // γλυκά κι αν δεν με διάταξες της πίκρας μου ν’ αφήσω / τον πέπλον, ολοζώντανη για να σε ζωγραφίσω»… Η τάση να θορυβούμε ώστε να μην ακούμε το χιόνι που πέφτει αποκαλύπτει ζωώδη, εύλογο φόβο – αλλά θα ‘χε νόημα μόνο αν δεν χρειαζόταν πια ν’ αναιρέσουμε με ρυθμικά κόλπα τον θάνατο. Αλλιώς πετυχαίνουμε να μην ακούμε σαν, απλούστατα, να ‘μαστε κιόλας νεκροί.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΡΟΠΟΥΛΗΣ

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ – 09/01/2009

4 Σχόλια

  1. Ο/Η Ζήνη Κυβαίλου λέει:

    Ο κ,Κοροπούλης απ΄ότι γνωρίζω δεν πηγαίνει ποτέ σινεμά,άρα μάλλον δεν γνωρίζει το κοινό του. Η ηδονή της κριτικής, πάντα ευφυιώς σαρκαστικής, παραμορφώνει την πραγματικότητα.Στο σινεμά πάνε,μεταξύ άλλων και οι σινεφιλ με τα κινητά κλεστά,ίσως το σκυλάδικο το σκέφτεται ο ίδιος(πού θα πιούμε τα τελευταία ποτά και με ποιές γκόμενες?).Ακολουθεί καταιγισμός SMS μέσα στη βαβούρα του μπαρ,ενώ οι συζυγοι είναι σπίτι, εν σιωπή,(στ΄αλήθεια), επειδή, δυστυχώς, δεν έχουν μυηθεί ακόμα σε μοσφές ένοπλης πάλης.Και λοιπά…ΣΣσσσσσ!ο κοροπούλης νιώθει…

  2. Ο/Η ΜΑΡΙΑ ΜΠΕΚΑΤΩΡΟΥ λέει:

    @Ζήνη Κυβαίλου: Μάλλον κάτι ξέρετε πιο πολύ από εμάς…

  3. Ο/Η Ζήνη Κυβαίλου λέει:

    ναι. Αλλά,σσσσ,δεν κάνει,βρίσκομαι σε δημόσιο χώρο.Καλύτερα να μείνω με τα χέρια μου σταυρωμένα στα στήθη απάνω μόνη..

  4. Ο/Η Κατιούσκα Φόγγελ λέει:

    σσσσσσσσσσσσσσ, μην ταλαιπωρήστε δεν νιώθει πια!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *