Γκαζώνοντας με την όπισθεν!

Το Σάββατο, 5/2/2011, παρακολουθήσαμε στο «Ολύμπια» τη νέα παραγωγή του ροσίνειου «Κουρέα της Σεβίλλης» από την ΕΛΣ. Θέαμα και ακρόαμα, με αναμενόμενες σημειακές εξαιρέσεις, μας επανέφεραν στην προσβλητική μουσική και σκηνική μετριότητα εποχών που το φωτεινό, πλην άδοξα τερματισμένο, διάλειμμα της περιόδου Λαζαρίδη μάς είχε παρασύρει να πιστέψουμε ότι είχαν παρέλθει ανεπιστρεπτί.

Υστερα από ένα χρόνο στη διάρκεια του οποίου χορτάσαμε από παχιά λόγια και αναγγελίες δράσεων, η λαϊκή ΕΛΣ του Νίκου Μουρκογιάννη απλώς έπιασε πάτο επιβεβαιώνοντας την απαισιόδοξη εκτίμηση ότι, όσον αφορά τη λυρική τέχνη στον τόπο μας, ακόμη και τα σοβαρότερα καλλιτεχνικά επιτεύγματα ουδέν ουσιαστικό θεμελιώνουν. Ο θλιβερός αυτός άθλος πιστώνεται πλέον ολοκληρωτικά στο ΥΠΠΟΤ, στην ολιγωρία και στις άστοχες επιλογές του κυρίου Γερουλάνου. Ο δε αποδεδειγμένα ικανότατος Μύρων Μιχαηλίδης, στον οποίο έλαχε ο βαρύς κλήρος να οδηγήσει τον πολύπαθο θεσμό στη νέα του στέγη, μοιραία παραλαμβάνει «καμένη γη» και θα υποχρεωθεί να ξεκινήσει κυριολεκτικά από το μηδέν.

Τριτοκοσμικό σίριαλ

Η όψη της παράστασης ήταν τόσο απαράδεκτη που ξάφνιασε! Τα γυμνά, ακαλαίσθητα, προσχηματικά μετωπικά σκηνικά και τα ετερόκλητα διαφόρων εποχών κοστούμια του Κένι Μακ Λέλαν, οι ατελείς φωτισμοί και η απλοϊκή έως παιδαριώδης σκηνοθεσία της Αναστασίας Βαρέλη με τις μετωπικές χωροθετήσεις των τραγουδιστών μας θύμισαν φτωχική επιθεώρηση ή τριτοκοσμικό τηλεοπτικό σίριαλ δίχως καν να διαθέτουν το αντίστοιχο, έστω αγοραίο, χιούμορ.

Είναι απίστευτο πώς ένα κρατικό θέατρο ανέχεται να εκτίθεται ανεβάζοντας μια παραγωγή τέτοιου επιπέδου. Κι ας μην προτάξουν εδώ ως δικαιολογία την οικονομική στενότητα: έχει φανεί ότι η ΕΛΣ μπορεί κάλλιστα να ανεβάσει θαυμάσιες παραγωγές όπερας κυριολεκτικά με το τίποτα -θυμίζω τους «Παλιάτσους» του Αλέξη Ευκλείδη (Μάρτιος 2009)- ενώ ο διάσημος, αγέραστος «Κουρέας» των Ρουτ Μπέργκχαους και Αχιμ Φράιερ, τόσο επιτυχημένος ώστε να παρουσιάζεται για πέμπτη συνεχή δεκαετία στο Βερολίνο, διαθέτει μόνον σκηνικά τυπωμένα σε σεντόνια, που απλώνονται και μαζεύονται σε σχοινιά δίκην μπουγάδας!

Υστερεί και μουσικά

Ομως ούτε και μουσικά ήταν καλό το πράγμα. Οπως ήταν φυσικό και αναμενόμενο, η στιλιστικά σωστή διεύθυνση του Γιώργου Πέτρου -νευρώδης, καθαρή, με έγνοια για τη λεπτομέρεια- δεν μπόρεσε από μόνη να σώσει ένα ακρόαμα που έπασχε αθεράπευτα από άνιση διανομή.

Μόνη ανεπιφύλακτα απολαυστική παρουσία υπήρξε αυτή του Διονύση Σούρμπη στο ρόλο του τίτλου. Αξιοποιώντας με άνεση και αίσθηση ύφους τη φρέσκια, υγιή, πλούσια, μεταλλικών τόνων φωνή του, ο ταχύτατα ανερχόμενος βαρύτονος μας χάρισε ωραίο, νευρώδες, ορθοτονικά ασφαλές τραγούδι με ακριβή φραστική και καλή δεξιοτεχνία. Επιπλέον η σκηνική του παρουσία διέθετε αυτοπεποίθηση και τις σωστές δόσεις κυνισμού, αγοραίας δουλικότητας και σβελτάδας στη συναναστροφή με τον κόσμο των αφεντικών.

Κατέχοντας τη γνώση και την τεχνική που της επέτρεπαν να ανταποκριθεί στις ειδικές στιλιστικές και μουσικές απαιτήσεις της ροσίνειας γραφής, η μεσόφωνος Αννα Αγάθωνος (Ροζίνα) πρόσφερε ικανοποιητικό, ισορροπημένο τραγούδι. Ωστόσο, διαθέτοντας καταφανώς μεγαλύτερη άνεση στη χαμηλή παρά στην ψηλή περιοχή της φωνής, κατέληγε σε δυσάρεστα στριγκές κορυφώσεις με αλλοιωμένο ηχόχρωμα και πιεσμένη δυναμική.

Διαφορετική ήταν περίπτωση του τενόρου Αντώνη Κορωναίου ως Αλμαβίβα. Ενώ τα μελωδικά, αργά λυρικά μέρη αποδόθηκαν με επιτυχία, οι πολλές και προέχουσες δεξιοτεχνικές παράγραφοι δεν είχαν την απαιτούμενη καθαρότητα άρθρωσης. Ο τραγουδιστής κατέληγε να αποδίδει αρκετές φράσεις χαμηλόφωνα με προβληματικά φθίνουσα δυναμική, αλλά στεντόρειες κορόνες στην κατάληξη, με στόχο την εξισορρόπηση εντυπώσεων. Σκηνικά άνετος και απολαυστικός αλλά φωνητικά μέτριος, κυρίως λόγω μιας δυσεξήγητης ανισότητας στα επίπεδα δυναμικής και στην καθαρότητα άρθρωσης του τραγουδιού, υπήρξε ο Ντον Μπάρτολο του βαρύτονου Δάμωνα-Νέστορα Πλουμή. Αναμενόμενα αξιοπρεπείς, δίχως εκπλήξεις υπήρξαν ο Ντον Μπαζίλιο του βετεράνου Δημήτρη Καβράκου και η Μπέρτα της Αλεξάνδρας Ματθαιουδάκη.

ΥΓ.: Παρακάμπτοντας την αισθητική του έντυπου προγράμματος, δεν μπορεί κανείς να μη σταθεί στα έκδηλα, σοβαρά προβλήματα γλώσσας και πληροφορίας (σελίδα τίτλου, βιογραφικά κ.ά.), ανεπίτρεπτα σε εθνικό πολιτιστικό ίδρυμα. Ασχολίαστο αφήνουμε επίσης το αλαλούμ της παραστασιογραφίας…

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΒΩΛΟΣ [Φωτογραφία: Stefanos)
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ