Τα ακατάλληλα

Ξαφνικά, τα παραδοσιακά βωμολοχικά τραγούδια της Αποκριάς βρέθηκαν στα δικαστήρια και στα κανάλια, αφού ένας πρωτοψάλτης και μουσικολόγος από το Μεσολόγγι τα είχε δει σε εκπομπή τής ΕΤ3 με την Δόμνα Σαμίου και ανακάλυψε πως είναι ανήθικα.

Από τον Βασίλη Τσιτσάνη και την Δόμνα Σαμίου ώς την Λένα Πλάτωνος και τον Τζίμη Πανούση, όλοι λίγο-πολύ έχουν υποστεί ένα είδος λογοκρισίας.
Το χειρότερο είναι ότι οι πύρινες επιστολές του προς ανώτατους κρατικούς και θρησκευτικούς φορείς συνάντησαν τις γνωστές απόψεις του αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου και τους συνακόλουθους συλλόγους ιεροψαλτών και «προασπιστών της Εθνικής Μουσικής». Αν και τελικά η αρχιεπισκοπή ανακάλεσε εν μέρει, η ιστορία ξεπέρασε τη γραφικότητα και θύμισε εποχές και γεγονότα που η ελέυθερη έκφραση τα πλήρωσε πολύ ακριβά εδώ και δεκαετίες.

Κάπως έτσι με αφετηρία ένα «άσεμνο» ρεμπέτικο τραγουδάκι, ξεκίνησε τον Αύγουστο του 1936 ο πρώτος, οργανωμένος σε ευρεία κλίμακα κρατικός έλεγχος στην παραγωγή και διανομή καλλιτεχνικών προϊόντων: Η «Βαρβάρα» του Παναγιώτη Τούντα, που «κάθε βράδυ στη Γλυφάδα ξενυχτάει» και με το καλάμι της τσιμπάει έναν «κέφαλο βαρβάτο, όμορφο και κοτσονάτο» που «τον κρατά στα δυο της χέρια και λιγώνεται απ’ τα γέλια», ήταν η αφορμή για την εγκαθίδρυση της Επιτροπής Λογοκρισίας από τη δικτατορία Μεταξά, η οποία ουσιαστικά καταργήθηκε μόλις το 1994.

Το «βέβηλο» και το «άσεμνο» στην ιστορία του λαϊκού πολιτισμού αναλύεται πολύ καλά ήδη στο ένθετο βιβλίο που συνοδεύει την έκδοση των «Αποκριάτικων» της ίδιας της Σαμίου. Κι ακόμα στον πρώτο τόμο από τα «Αντρικά Μουνάτα», μια έκδοση 500 σελίδων του Γιώργου Μελίκη που συνοδεύεται επίσης από cd. Σήμερα όμως, με αυτή την αφορμή, θα σταθούμε στη χρήση «απαγορευμένων» λέξεων και εννοιών μέσα στη νεότερη επώνυμη δημιουργία, αυτήν που καταγράφηκε στη δισκογραφία και σε μεγάλο βαθμό δέχτηκε την «ευεργετική» επίδραση των εκάστοτε επιτροπών λογοκρισίας, οι οποίες… ακόνισαν τη φαντασία των στιχουργών.

Μόλις στις αρχές του 20ού αιώνα, ο Γιάγκος Ψαματιανός ηχογραφεί στην Κωνσταντινούπολη κάποιους αμανέδες με τους απίστευτους για τα δεδομένα των νεότερων χρόνων στίχους «Ας ήμουνα, τι να ‘μουνα/ γύρος του φουστανιού σου/ να έσκυβα να έβλεπα/ την τρύπα του μουνιού σου».

Ηταν ο πρώτος και, για πολλά χρόνια, προφανώς ο τελευταίος. Τόσο τα ρεμπέτικα, όσο και τα δημοτικά τραγούδια που μπαίνουν στη δισκογραφία από την καθιέρωσή της, διακρίνονται για τη «σεξουαλική αγνότητά» τους. Μπορεί να μιλούν για φόνους, ναρκωτικά, ασωτίες αλλά έως εκεί. Ο Μάρκος ομολογεί τη διάθεσή του να κάνει «κομμάτια» και να «πετάξει σε ξεροπήγαδο» τη «σκύλα» που τον βασανίζει, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν μιλάει για «ιδιαίτερες στιγμές» του. Το εμπορικό σουξέ της δεκαετίας του ’30 είναι η «Κακούργα πεθερά», που περιγράφει με λεπτομέρειες τον φόνο του «καημένου Αθανασόπουλου», αλλά σ’ αυτό δεν αναφέρεται τίποτα για τις «σεξουαλικές ιδιορρυθμίες» του περιώνυμου εργολάβου, που επικαλέστηκαν στην υπεράσπισή τους η γυναίκα και η πεθερά του.

Από τις πλέον προωθημένες σεξουαλικά σκηνές του ρεμπέτικου είναι αυτή του Βασίλη Τσιτσάνη με πρωταγωνιστές μια βάρκα και μια «φιλεναδούλα» που «πάνε για τη Βούλα» και «μας έλεγε το κύμα/ το φιλί δεν είναι κρίμα».

Παράλληλα βέβαια, αναπτύσσεται στο έπακρον η τεχνική του υπονοούμενου. Λιγότερο στα ρεμπέτικα και πολύ περισσότερο στο ελαφρό, επιθεωρησιακό τραγούδι. Τα πράγματα δεν λέγονται με τ’ όνομά τους, αλλά περιγράφονται μια χαρά: «Ωρέ τι κόσμο παίρνει το Λενάκι/ δέκα όρθιους και δέκα στο σκαμνάκι/ ω ρε μυστήρια, κόβουν εισιτήρια/ και τη Λενιώ φερμάρω που όλο λυγιέται κι όλο κουνιέται/ κι ας είν’ η δόλια κάρο» τραγουδούσε ο Πέτρος Κυριακός επί σκηνής και σίγουρα το μυαλό των θεατών δεν πήγαινε στα …καινούρια λεωφορεία της εποχής.

Κι αν το «Λενάκι» δεν έγινε δίσκος, η «Μαρί» που «όλοι την περιμένουν έξω απ’ το σπίτι και όλοι της ζητάνε να της δείξουν τον κομήτη» κι έχει «γαλακτοδοχεία/ που θεν μεγάλη πελατεία» γνώρισε και δισκογραφικές δόξες. Οσες η γνωστή -μέχρι τις μέρες μας- επιθυμία της «νιόπαντρης» να δει εν έτει 1920 τον πάπα και «μ’ ευλάβεια να σκύψω / μπρος του να τον ασπαστώ»!

Και μεταπολεμικά όμως, το ελαφρό μουσικό θέατρο -πάντα χωρίς την ευκολία να πει τα πράγματα με το όνομά τους- θα συνεχίσει να αφηγείται ανάλογες ανθρώπινες ιστορίες. Ισως η πλέον διαχρονική είναι αυτή της περίφημης «Μπέμπας» των Σουγιούλ – Σακελλάριου – Γιαννακόπουλου που πρωτακούστηκε το καλοκαίρι του ’45 στην επιθεώρηση «Δημοψήφισμα» από την Αννα Καλουτά και με το άνοιγμα των εργοστασίων δίσκων ηχογραφήθηκε με τον Νίκο Γούναρη. Επί σκηνής βέβαια η «Μπέμπα» ανέπτυσσε πιο πλούσια δραστηριότητα, καθώς αφηγούνταν πως «ένας θείος που κοντά του μ’ έπαιρνε στα γόνατά του» της ζητάει «έλα πίσω απ’ την ντουλάπα/ να μη μας δει ο μπαμπάς» και τη συμβουλεύει «αν δεν είσαι δεσποινίς/ μην ξεχνάς και τους καλούς που έχεις συγγενείς».

Αλλά και η δισκογραφική του εκδοχή θα γνωρίσει επιτυχία, παρ’ ότι το 1951 θα περιληφθεί στον κατάλογο των «απηγορευμένων ασμάτων» που εκδίδει τότε η Αστυνομική Διεύθυνσις Αθηνών. Σ’ αυτόν η «Μπέμπα» – δίπλα στο «Πρωί πρωί με τη δροσούλα», το «Μάγκας βγήκε για σιργιάνι», το «Οταν καπνίζει ο λουλάς» αλλά και τα «Κάποια μάνα αναστενάζει», «Μην απελπίζεσαι και δε θ’ αργήσει» και «Ως πότε πια τέτοια ζωή» – «απηγορεύθησαν διότι το περιεχόμενόν των καθάπτεται της θρησκείας, της Πατρίδος, της ηθικής και των ελληνικών ηθών και εθίμων».

Από ανάλογη απαγόρευση -τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τη ραδιοφωνική μετάδοση του τραγουδιού της- δεν θα γλιτώσει ούτε η Σοφία Βέμπο, όταν στα 1956, θα μεταμορφωθεί σε «Κανελλιά» που, αφού κάνει ότι κάνει κάτω από την ελιά με τον αγαπημένο της Λιά, φτάνει να υπερηφανευτεί: «Να κι αν μ’ είδανε, κι αν δε μ’ είδανε/ εγώ δε νοιάζουμαι, μήτε σκιάζουμαι/ είμ’ η Κανελλιά, κι έχω απ’ το Λιά/ άλλο ένα Λιά τρα λα λα».

Μέχρι και ο Μπιθικώτσης θα τραγουδήσει στα χρόνια του ’50 με εμφανή υπονοούμενα για το «Φλώρο» του (τραγούδι του Βασίλη Τσιτσάνη) και για τον «πύραυλο» που θα κάνει δώρο στην καλή του (Καλδάρας).

Στα χρόνια του ’60, κυρίως σε λαϊκά τραγούδια, θα έχουμε αρκετές περιγραφές σκηνών «με το φως χαμηλωμένο». Η Καίτη Γκρέυ, η Γιώτα Λύδια αλλά και ο Στέλιος Καζαντζίδης και ο Μανώλης Αγγελόπουλος θα ερμηνεύσουν αρκετά τέτοια τραγούδια («Σβησ’ το φως», «Ελα γύφτομ’ έλα/ για θα μου ‘ρθει τρέλα» κ.ά.).

Και η Βίκυ Μοσχολιού θα βρεθεί στην κινηματογραφική οθόνη αλλά και σε 45άρι, να απευθύνει ερωτική πρόσκληση, γραμμένη από τους Κατσαρό – Πυθαγόρα, εν έτει 1970 : «Ελα, έλα στα Πατήσια/ έλα μες στην καμαρά μου ίσια/ σού ‘χω ένα κοκκινέλι και καρύδια με το μέλι/ σού ‘χω στρώσει στο κρεβάτι την κουβέρτα τη φλοκάτη/ έλα έλα, έλα». Χωρίς να ξεχνάμε βέβαια τη Μάρω Κοντού που «έχασε κάτι που το είχε φυλαχτό» στη «Μαύρη Φορντ» της «Οδού ονείρων», το καλοκαίρι του ’62, αλλά και την «ακούραστη» οικογένεια των «αδελφών Τατά» στην ίδια παράσταση και το δίσκο που ακολούθησε…

Στα 1976 ο Νίκος Γκάτσος θα γράψει για τα όνειρα που κάνει κάποιος που αγοράζει ένα λαχείο, ενάντια στη «φτώχεια την πουτάνα». Τον στίχο θα μελοποιήσει ο Λουκιανός Κηλαηδόνης και θα τραγουδήσει ο Μανώλης Μητσιάς. Το τραγούδι μεταδίδεται ακόμα και από τα διαφημιστικά προγράμματα της εκδότριας εταιρείας, με μονταρισμένη την επίμαχη λέξη…

Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’80, τα ραδιόφωνα της εποχής «δυσκολεύονται» αρκετά να παίξουν στίχους σαν το «Οπως κι εγώ ήταν κι αυτός καλός μαλάκας» της Αφροδίτης Μάνου. Η δισκογραφία όμως αρχίζει σιγά σιγά να γίνεται πιο ανεκτική… Κάτι ο Χάρρυ Κλυνν, κάτι ο Τζίμης Πανούσης, ο καθένας απ’ τη σκοπιά του, θα δώσουν τη μάχη τους… Εν έτει 1984, τα «μπιπ» της λογοκρισίας «κοσμούν» το «Αν η γιαγιά μου είχε ρουλεμάν», το δεύτερο άλμπουμ των «Μουσικών Ταξιαρχιών», προστατεύοντας τα αυτιά του κοινού από το «Γαμάτε γιατί χανόμαστε» και το – «Ενα τραγούδι για το χειμώνα».

Η πλήρης «αποενοχοποίηση» θα ‘ρθει στα χρόνια του ’90. Ο Διονύσης Σαββόπουλος διαλαλεί «είμαι δεκαεξάρης/ σάς γαμώ τα λύκεια» και στα ραδιόφωνα ακούγεται το «Διδυμότειχο μπλουζ» παρ’ όλη την αναφορά στην «αγχωμένη μαλακία». Το «ελληνικό ροκ» θα μιλήσει με εξαιρετικά ωμό τρόπο με τις λέξεις που την προηγούμενη εξηκονταετία απαγορεύονταν διά ροπάλου. Τα λογής «ελαφρολαϊκά» των νεότερων χρόνων, σε γενικές γραμμές, θα κρατήσουν την «σεμνότητά» τους στις λέξεις.

Ομως θα περιγράψουν με κάθε λεπτομέρεια -και χωρίς την χαριτωμένη αφέλεια του Μεσοπόλεμου και των πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών – σκηνές με «σώματα», «κορμιά», «φιλιά», «αγγίγματα» κ.ο.κ. «Τυπικά» πάντως, ο «πρωτοπόρος» Νίκος Καρβέλας, τις περισσότερες φορές δεν χρησιμοποιεί «άσεμνες» λέξεις… Και η τελευταία -ιστορικά- απαγόρευση της λογοκρισίας δεν αφορά τίποτα τέτοιο. Αφορά τη «διασκευή» του «Συμβόλου της Πίστεως» από τη Λένα Πλάτωνος : «Τον δι’ ημάς τους ανθρώπους και δια την ημετέραν σωτηρίαν / κατελθόντα εκ των ουρανών και σαρκωθέντα εκ πνεύματος Συμφέροντος / και απληστίας της Παρθένου και ενανθρωπίσαντα» (1990).

Σήμερα πια ο Φοίβος Δεληβοριάς μπορεί να τραγουδά την πανηγυρική, διασκεδαστική «Υβρεοπομπή» του. Μόνο η Δόμνα Σαμίου και μια παράδοση αιώνων χτύπησε ο πέλεκυς της ηθικής και αισθητικής καθαρότητας!

Θα μπορούσε να ‘ναι ανέκδοτο. Ισως να είχε και μια χροιά «συντεχνιακού» μαχαιρώματος στην αρχή… Μετά όμως, κάποιοι έφτασαν να ζητούν από την ελληνική δικαιοσύνη να κρίνει μια εξαιρετικά ανθρώπινη λειτουργία της παράδοσης με τα κριτήρια της τρέχουσας πορνογραφίας… Η όλη ιστορία θυμίζει εκείνο τον καλόγερο που βάφτιζε το κρέας, ψάρι… Για ίδιον όφελος βέβαια.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΣΑΜΠΡΑΣ

EΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

3 σχόλια

  • @ Να με πληροφορήση κάποιος, παρακαλώ, το κρέας που ο καλόγερος βάφτισε ψάρι ήταν από πρόβατο; Όχι τίποτ’ άλλο, αλλά να ξέρουμε να φυλαγώμαστε…

  • @ O/H nicolaos demonicos:

    Μακρυνέ μου απόγονε, χαίρε!

    Εκτός του ότι σε μεγάλον βαθιμόν θα χικ απ χικ απ συνεφωνούσα με τον Συγγράψαντα κύργιον.

    Γνώθι τέκνον Ιαπετικόν γκουχου χικ-απ πώς η καζουϊστική του κλεινού μας Ροϊδη χικ του και προφητικού, μία χαρά υφ-άρπαξεν παλαιότερα κείμενα και συνέγραψε την κατά τ’ άλλα αριστουργηματική Παπέσσα Ιωάννα που μεταξύ μας δεν ξέρουμε καν αν υπήρξε.

    Η Ονοματοδοσία δεν είναι το ίδιο με τη Βάπτισμα, αυτό το αναγνώρισε Ευτυχώς το Ελληνικό Κράτος μπας και γλυτώσουμε από κάτι συφορές.

    Αλλά εγώ είμαι αιωνόβιοεσχατόγηρος, παιδί μου Νικόλαε -χικ απ. Και ως τέτοιος, θα σου ειπώ Πως τα σιγανά ποταμάκια να φοβάσαι.

    ΗΤΟΙ

    1. Καλά και άγια έκαμε η Δόμνα. Τα πουτσοτράγουδα είναι πουτσοτράγουδα.

    2. ΟΜΩΣ ετόλμησε η Δόμνα και η συν αυτή Κάτι που σιγοψυθιριζόταν

    και μόνον κατά περίοδον Καρναβαλικήν

    με την συμμετοχή ΟΛΩΝ εξαπαξαπάντων των συμμετεχόντων πλην … πενθούντων

    ή άλλων ατόλμων προς συμμετοχή …

    3. ΝΑ το κάνει πράξη.

    ΕΡΜΗΝΕΥΣΕ δηλαδή την Παράδοση και καλά και άγια έκανε. Αλλά είναι μία πλευρά.

    4. Ο κυρ εισσαγγελέας έκανε τη δουλειά του. Θα είχε φαίνεται ήρωα τον Ιαβέρην. Ή δεν θα καταλάβαινε από Καρβναβάλια γιατί θα είχε να βαστάξει το βαρύτατον φορτίον του … προστάτη …

    5. Ο Μακαριστός βρίσκεται στο Α’. Εδώ κοντά ήταν και το μνημόσυνό του.

    ΑΙΩΝΙΑ του η μνήμη χικ απ χικ απ Είχε περιθόρια να διορθώσει. Ας μείνει εις μνημόσυνον αιώνιον.

    ΟΠΩΣ κι εγώ. Τόσα ζωντανά εμάωξα εκεί μέσα και τι κατάλαβα; Να μου γράφουνε πως τα πήρα δυο – δυο ή εφτά εφτά … Θυμάμαι μετά από τόόόόσα χρόνια θαρρείτε τι εμάωξα;

    ΥΓ
    Εγώ του τάλεγα αλλά εκειός τι να πρωτοκάμει.

  • @¨Ολους: Να ευλογούν τον παπά και τον αφορισμό! Όλοι ΤΩΡΑ τα τραγουδάνε. Πότε-πότε η βλακεία τον δήμον τον ωφελεί. Και δεν ξέρω αν ο Κολοκυθούλης μας ωφελήσει…

Κλικάρετε εδώ για να σχολιάσετε