M.H.E Meier (1796-1855) – Ι.Ρ.De Posey (1848-1935br> Ο «ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΕΡΩΤΑΣ» ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 : Ο εραστής και ο ερωμένος. Διαφορά ηλικίας. Πως ο «μεγάλος» φλερτάρει τον «μικρό»

Κατά κανόνα, υπήρχε μεγάλη διαφορά ηλικίας μεταξύ του εραστή και του ερωμένου.
Ο ερωμένος ήταν ένα αγόρι, ωστόσο όχι τόσο νεαρό που να θεωρείται παιδί, αλλά ήδη στην ηλικία της εφηβείας : ένα μειράκιον.
Κι όμως, σύμφωνα με τη διαίρεση των ηλικιών κατά τον Ιπποκράτη , η εφηβεία εκτείνεται από τα δεκαπέντε έως τα εικοσιένα έτη: τέτοια έπρεπε λοιπόν να είναι η συνήθης ηλικία του ερωμένου
Εξάλλου, κανένας νόμος δεν υπεράσπιζε, όπως ανέφερε ο Πλάτων , τον έρωτα προς αγόρια πιο νεαρά, ούτε όμως και επέβαλε να συνδέεται κανείς μονάχα με εκείνους που ήταν ήδη απόλυτοι κύριοι των αποφάσεών τους.
Εικάζεται όμως ότι οι πιο τίμιοι άνδρες επέβαλαν αυθόρμητα στον εαυτό τους αυτή την υποχρέωση.
Το ότι συνήθως οι ερωμένοι είχαν την ηλικία αυτών που αποκαλούντο μειράκια, είναι πράγμα που δεν θα ήταν δύσκολο να αποδείξουμε, όχι μόνο με τα μειράκια κινούμενα στα κωμικά ποιήματα του Ευπόλιδος και του Θεόπομπου και με τις προαναφερθείσες αναφορές του Κορνήλιου Νέπωτος , αλλά και με πολλούς πλατωνικούς διαλόγους , όπου βλέπουμε ότι οι λέξεις φιλομείραξ και φιλομειράκιος χρησιμοποιούντο για να περιγράψουν τους εραστές μιας τέτοιου είδους ερωτικής σχέσης.
Θα ξαφνιαζόταν κανείς από το γεγονός ότι ο Σωκράτης επεδίωξε την αγάπη του Αλκιβιάδη που ασφαλώς ήταν ακόμη πολύ ωραίος, το πηγούνι του όμως είχε ήδη καλυφθεί με γένια , και για το ότι ο ποιητής Αγάθων και ο φιλόσοφος Ζήνων, ήδη στην ηλικία περίπου των σαράντα ετών, μπόρεσαν να αγαπηθούν, ο πρώτος από τον Ευριπίδη και ο δεύτερος από τον Παρμενίδη.
Ο Ευριπίδης σχολίασε τον έρωτά του για τον Αγάθωνα: «Και το φθινόπωρο καλό είναι!»
Από την άλλη πλευρά, κατά κανόνα δεν έπρεπε ο εραστής να ξεπερνά τα σαράντα, ή θα έπρεπε τουλάχιστον να είναι ακόμη εν ηλικία. Αυτό προκύπτει από την έκφραση του Θεόπομπου «ηλικώταις» και επίσης από τον αττικό νόμο που απαγόρευε στους άνδρες εν ηλικία την είσοδο σε γυμνάσια όπου σύχναζαν αγόρια και που απαιτούσε για τον χορό των παιδιών ο χορηγός να είναι τουλάχιστον σαράντα ετών.
Δεν έλειπαν όμως και εξαιρέσεις, όπως ο γέρων πυροπίπης που παρακολουθούσε με φθόνο έναν όμορφο νεαρό. Ο διάδικος που μιλά στο διάλογο του Λυσία Κατά Σίμωνος, απολογείται για το ότι συνδέθηκε με έναν νεαρό άνδρα από τις Πλαταιές με πάθος μεγαλύτερο απ’ όσο άρμοζε στην ηλικία του.
ο Αισχίνης εκφώνησε τον λόγο του κατά του Τιμάρχου, ήταν σαράντα πέντε ετών , αλλά αυτό δεν τον εμπόδισε να δηλώσει στον λόγο του ότι ακόμη αγαπούσε με πάθος τα αγόρια.
Ο Σοφοκλής ήταν περίπου πενήντα πέντε ετών όταν έγινε η εκστρατεία της Σάμου, και ακόμη η ανδρική ομορφιά δεν του ήταν αδιάφορη.
Ο Παρμενίδης ήταν γύρω στα εξήντα πέντε όταν ερωτεύτηκε τον Ζήνωνα.
Ο Ευριπίδης, όταν ήταν ερωτευμένος με τον Αγάθωνα, ο οποίος ήταν σαράντα ετών (93η Ολυμπιάδα, Ι), πρέπει να ήταν εβδομήντα δύο ετών.
Ο Πίνδαρος ήταν ήδη γέροντας όταν έγινε εραστής του Διόδωρου , ο οποίος ήταν αυλητής, ενώ στα εξήντα του εξέφρασε τον έρωτά του για τον Θεοξένη και για τον Βουλαγόρα από τα Φαναγόρεια.
Φαινόταν όμως περίεργο για ένα αγόρι ακόμη αγένειο, να γίνει εραστής ενός αγοριού γενειοφόρου.
Για παράδειγμα, ήταν περίεργο το ότι ο Κριτόβουλος αγάπησε τον Κλεινία που είχαν μόλις αρχίσει να του βγαίνουν φαβορίτες, και ήταν περίπου συνομήλικός του και συμμαθητές.

Μάλιστα ο ίδιος ο Κριτόβουλος είχε ακόμα πολλούς εραστές, μεταξύ άλλων και τον Σωκράτη.

Δεν θα πρέπει να πιστέψει κανείς ότι, έστω και υπό τις πιο ευγενείς μορφές του, ο έρωτας που οι Έλληνες ένιωθαν απέναντι στα νεαρά αγόρια ήταν κάτι το αποκλειστικά πνευματικό, μια εντελώς αισθητική ικανοποίηση παρουσία της ομορφιάς, μια απλή κοινωνία πνεύματος και καρδιάς, μια ανταλλαγή τρυφερών και ευχάριστων συναισθημάτων.
Τα πνευματικά στοιχεία αυτής της στοργής πάντα αναμειγνύονταν με ένα πολύ αισθησιακό στοιχείο, την ευχαρίστηση που προκαλούσε η φυσική ομορφιά του εραστή. Και αυτή την ομορφιά, με όλη της την πολυμορφία, οι εραστές δεν έκριναν διαφορετικά από ό,τι κρίνεται σήμερα η γυναικεία ομορφιά.
Η φυσική ομορφιά έπαιζε τότε πολύ σημαντικό ρόλο , ακόμα και στους πιο αγνούς έρωτες, ακόμα και όταν ο εραστής δεν ζητούσε από τον ερωμένο καμία άλλη ευχαρίστηση, παρά μόνο την παρουσία του.
Επιπλέον, ο εραστής δεν ήταν ποτέ πιο ευτυχισμένος, απ’ όταν βρισκόταν πλάι στον ερωμένο του, όταν μπορούσε να τον αγγίξει. Και αντίθετα, ήταν μεγάλος ο πόνος όταν του στερείτο αυτή την ευχαρίστηση. Αυτό διαπιστώνουμε ακόμα και σήμερα για τους εραστές των γυναικών.

Κι ο πιο αγνός έρωτας δεν απέκλειε παιδιαρίσματα του τύπου: όταν οι εραστές έβλεπαν λύρα ή ένδυμα ή κάποιο άλλο αντικείμενο που συνήθιζαν να χρησιμοποιούν οι αγαπημένοι τους, αναγνωρίζοντας το αντικείμενο ερχόταν στο μυαλό τους η εικόνα του εραστή στον οποίον ανήκε (Πλάτων, Φαίδων, 73 d).
Η ακόμη κατέφευγαν σε ικεσίες και παρακλήσεις, έδιναν όρκους και κοιμόνταν έξω από τις πόρτες των εραστών και ήταν πρόθυμοι να φερθούν σαν δούλοι, σε σημείο που ούτε ένας πραγματικός δούλος δεν έφτανε (Πλάτων, Συμπόσιο, 183 a).

Όχι σπανίως, ο ερωτικός ζήλος με τον οποίο επεδίωκαν την εύνοια αυτών των νεαρών αγοριών και αυτών των εφήβων ήταν υπερβολικός.
Ιδού πώς, στον Ξενοφώντα (Συμπόσιο, IV, 12, 21), εκφράζεται ο Κριτόβουλος, εραστής του Κλεινία: «Τίποτα δεν βλέπω με μεγαλύτερη ευχαρίστηση παρά τον Κλεινία. Καλύτερα να ήμουνα τυφλός και να έβλεπα μόνο τον Κλεινία, από το να έβλεπα τα πάντα αλλά όχι αυτόν. Μισώ τη νύκτα και τον ύπνο που με εμποδίζουν να τον βλέπω και ευγνωμονώ την ημέρα και τον ήλιο που μου τον φανερώνουν. Ασφαλώς είναι ευχάριστο να’ χει κανείς χρήματα. Θα προτιμούσα όμως να χαρίσω στον Κλεινία όλη μου την περιουσία, παρά να μου χαρίσουν μια περιουσία. Θα προτιμούσα τη δουλεία από την ελευθερία, αρκεί να ήταν ο Κλεινίας κύριός μου. Μαζί του θα υπέμενα την κούραση πιο ευχάριστα απ’ ότι θα απολάμβανα χώρια του την ξεκούραση. Μαζί του θα απολάμβανα τον κίνδυνο περισσότερο από ό,τι θα απολάμβανα την ασφάλεια χώρια του. Για χάρη του θα έπεφτα και στη φωτιά!… Νομίζεις πως επειδή δεν μιλάω για αυτόν συνεχώς, δεν τον σκέφτομαι συνεχώς; Μάθε ότι πάντα η εικόνα του βρίσκεται στην καρδιά μου τόσο έντονα, που θα μπορούσα να την αναπαραστήσω αν ήμουν ζωγράφος ή αγαλματοποιός. Και αυτήν την εικόνα την καμαρώνω όπως καμαρώνω και τον ίδιο».

Συνέβαινε επίσης αυτό το πάθος να δημιουργεί ζήλια όμοια με αυτή που παρατηρείται στον έρωτα μεταξύ των δύο φύλων. Αυτή η ζήλια ωθούσε τον εραστή να εμποδίζει τον ερωμένο του να συναναστρέφεται με άλλους ανθρώπους: επειδή φοβόταν αφενός όσους διέθεταν μεγάλη περιουσία, μήπως τον ξεπερνούσαν με τα πλούτη τους, και αφετέρου όσους ήταν καλλιεργημένοι, μήπως φαίνονταν ανώτεροι όσον αφορά τη σύνεση (Λυσίας, στο Πλάτων, Φαίδρος, 232 c ; Πλάτων, ό.π., 239 a ; Συμπόσιο, 213 d).
Συχνά αυτή η ζήλια κατέληγε σε λυπηρές και καταστροφικές διαμάχες, όταν ο εραστής είχε λαϊκό και αγενή χαρακτήρα. Ο λόγος του Λυσία κατά του Σίμωνος αποτελεί αξιοσημείωτο παράδειγμα.
Από πλευράς του εραστή, υπήρχε επιφύλαξη και φιλαρέσκεια. Θεωρείτο αισχρό οι εραστές να συζητούν με άλλους νεαρούς που θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο πόθου , αν και αυτή ήταν η κύρια αιτία διενέξεων μεταξύ του ποιητή Αγάθωνα και του εραστή του Παυσανία. Η συμφιλίωση όμως ήταν τόσο γλυκιά ώστε, κατά τα λόγια του Ιέρωνα, βασιλέως των Συρακουσών, αποτελεί το έναυσμα για μια νέα αρχή .

Τα μέσα που χρησιμοποιούσε ο εραστής για να δείξει την τρυφερότητά του έχουν, όπως σωστά νομίζουμε, κάτι το ακόμα πιο παράξενο και μας εμπνέουν σήμερα μια αποστροφή. Θα αρκεστούμε να πούμε ότι ο εραστής ακολουθούσε κατά πόδας τον ερωμένο , ότι βρισκόταν αδιάκοπα κοντά του, ότι συχνά ξαγρυπνούσε στην πόρτα του (θυραυλείν ), του έκανε καντάδες, χάρασσε το όνομα του αγαπημένου του παντού: στους τοίχους (στην Αθήνα, αυτό συνέβαινε κυρίως στον Κεραμεικό), στις πόρτες, στα δένδρα, προσθέτοντας δίπλα στο όνομά του τη φράση: ο δείνα καλός. Επίσης, του έστελνε αγγεία με παραστάσεις των θεών ή των ηρώων, ενώ επάνω τους ο αγγειοπλάστης είχε χαράξει, πέραν του ονόματος του δωρητή, μια επιγραφή του τύπου καλός ή καλός δοκείς. Πολλά τέτοια αρχαία ελληνικά αγγεία έχουν διατηρηθεί.

Επίσης, ο εραστής κρεμούσε στεφάνια στην πόρτα ή στον προθάλαμο της οικίας του ερωμένου του, σαν προσφορές.
Τέλος, στο παίγνιο του κότταβου, όταν το κρασί χυνόταν από ψηλά σε μπακιρένιο σκεύος από κούπα που ύψωναν οι παίχτες όσο ψηλότερα μπορούσαν, ο εραστής πρόφερε το όνομα του αγαπημένου του προσώπου και, ανάλογα με τον ήχο που έκανε η πτώση του υγρού, έψαχνε μυστηριακές ενδείξεις που θα του αποκάλυπταν τα αισθήματα του ερωμένου του.

Αν αυτά δεν αποτελούσαν παρά μόνο μερικές μεμονωμένες πράξεις, θα μπορούσαμε να αρκεστούμε στην εξήγηση που θέλει την ερωτική έλξη για αγόρια μια περίεργη παρά φύσιν ανωμαλία. Αλλά όταν βλέπουμε ένα έθνος σύσσωμο να μοιράζεται αυτά τα συναισθήματα και να διαπράττει αυτές τις πράξεις, όταν βλέπουμε ότι ούτε κατά την άσκηση τέτοιων πράξεων, ούτε κατά την εκδήλωση τέτοιων συναισθημάτων φοβάται κανείς το φως της ημέρας και τα βλέμματα των ανθρώπων, ότι, αντίθετα, αυτά τα διαπράττει κανείς δημοσίως και με πλήρη ελευθερία, ότι μια τέτοια συμπεριφορά δεν στιγματίζει κανέναν και μάλιστα τιμάται από τους περισσότερους, ότι δικαιολογούμε τις πιο μεγάλες αταξίες από πάθος και τις δυστυχίες που μπορούν να προκύψουν σαν ακούσιες και άδικες ατυχίες, σαν συμφορές, τότε καθίσταται απαραίτητο, αν θέλουμε να κατανοήσουμε πραγματικά περί τίνος πρόκειται, να επεκτείνουμε την έρευνα και να μελετήσουμε την ιστορία αυτών των σχέσεων σε διαφορετικές εποχές και σε διαφορετικά γένη και φυλές που συνιστούσαν το ελληνικό έθνος.

http://periplousekdoseis.blogspot.com/2009/06/mhemeier-lrde-posey.html

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *