Πάνος Πρωτοπαπάς
Δημοσιεύθηκε στις 13/06/2009
Συντάκτης: Πολιτισμός Πολίτης
Θεματική κατηγορία: Υποκείμενα
Πάνου Πρωτοπαπά: MALEESH, Το σιωπηλό κύλισμα του Νείλου, και η κρυφή ζωή του Ντονάτο Γκαντίνι, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ
(Απόσπασμα)
Το καταστροφικό 1942 όπως και όλα τα προηγούμενα χρόνια, οι σύμμαχοι είχαν μόνο ήττες να μετρήσουν. Η επιχείρηση Μπαρμπαρόσα υποχρέωσε τον κόκκινο στρατό σε υποχώρηση.
Ολόκληρη η Ευρώπη είχε πέσει στα χέρια των Γερμανών. Τα ναζιστικά υποβρύχια αποδεκάτιζαν τις νηοπομπές των συμμάχων. Δεν υπήρχε αμφιβολία πως η μάχη τής ερήμου θα καθόριζε την έκβαση τού πολέμου. Εάν το Άφρικα Κορπ τού αήττητου Ρόμελ, κατάφερνε να φτάσει στη διώρυγα του Σουέζ, ο δρόμος προς τα πετρέλαια της Μέσης Ανατολής θα άνοιγε γιά τους Γερμανούς που θα αποκτούσαν μιαν αστείρευτη πηγή καυσίμων για τις διψασμένες μηχανές τους, ενώ θα ακινητούσαν οι αντίστοιχες τών συμμάχων. Τίποτα δεν θα τους σταματούσε πια. Τα βλέμματα όλων ήταν στραμμένα στο άγνωστο Ελ Αλαμέιν. Τα βόρεια αυτής της ασήμαντης μέχρι τότε κουκίδας, βρέχονταν από τη θάλασσα της Μεσογείου. Στα νότια βρισκόταν η λεκάνη τής Κατάρα, μια απέραντη έρημος, εκατόν τριάντα τρία μέτρα κάτω από την επιφάνεια τής θάλασσας. Ήταν ακατοίκητη, γεμάτη αλυκές, έλη και κινούμενη άμμο. Σχημάτιζε ένα απόρθητο φυσικό οχυρό. Κάπου εκεί εξαφανίστηκε πριν δυόμισι χιλιάδες χρόνια, κατά μυστηριώδη τρόπο, ο φημισμένος στρατός του βασιλιά τής Περσίας Καμβύση. Ούτε ίχνος από τους πενήντα χιλιάδες άνδρες του δεν βρέθηκε ποτέ. Όμως, σε πείσμα κάθε στρατηγικής λογικής, ο Ρόμελ ξεκίνησε την επίθεσή του από το αφιλόξενο Αλάμ ελ Χάλφα. Ο Μοντγκόμερι τον περίμενε ήρεμος. Είχε φυτέψει σ’ όλη την περιοχή νάρκες, ενώ παράλληλα γνώριζε πως ο αντίπαλός του δεν είχε πολλά καύσιμα. Ο θρύλος λέει πως τη στιγμή της επίθεσης, ο Μοντγκόμερι κοιμόταν. Όταν το ξύπνησαν για να τού ανακοινώσουν τα δυσάρεστα νέα, ανασηκώθηκε στο κρεβάτι του, είπε “’Έξοχα. Έξοχα”, και ξανακοιμήθηκε. Πράγματι: Η επίθεση του Ρόμελ είχε ξεκινήσει άσχημα γι’ αυτόν. Πολλά απ’ τα λιγοστά τανκς του καταστράφηκαν. Στάθηκε όμως τυχερός. Μια αμμοθύελλα σαν εκείνη που ίσως εξαφάνισε τον Περσικό στρατό, τον έσωσε από βέβαιη συντριβή. Μόλις κόπασε, ο Ρόμελ αναγκάστηκε να υποχωρήσει. Αλλά ο Μοντγκόμερι δεν τον κυνήγησε. Πολλοί αναρωτήθηκαν γιατί. Εκείνος όμως, ήξερε…!
Οι συχνές επισκέψεις τού μπάρμπα Σπύρου στο στρατόπεδο τής Αμρία και η γνωριμία του με τον ίδιο τον Μοντγκόμερι είχαν βάλει σε υποψίες τον Γκαντίνι. Ο Σπύρος έπρεπε να ξέρει πολλά. Και ο τρόπος να τού τα αποσπάσει ήταν παλιός και δοκιμασμένος. Ο Ντονάτο ακόμα θυμόταν τη βραδιά που ο μεθυσμένος Σπύρος Κιτσάνης τού εξομολογήθηκε την ανακάλυψη τού τάφου τού Μεγαλέξανδρου, κάτι που δεν είχε καταφέρει κανείς μισόν αιώνα τώρα. Μιά πρόσκληση γιά κόκκινο κρασί ήταν αρκετή. Τα υπόλοιπα ήταν δουλειά τής ευστροφίας τού Γκαντίνι…
Με βαριά καρδιά άφησε ο μπάρμπα Σπύρος το άσπρο, επίσημο γαϊδούρι του, τον Μπέη στα χέρια τού υπηρέτη.
«Πρόσεχε το καμάρι μου σαν τα μάτια σου. Αν το ακούσω να γκαρίζει, θα σε περάσω από στρατοδικείο….». Ο μικρός Νούβιος τρόμαξε. Ήξερε την εξουσία του μπάρμπα Σπύρου και φοβόταν την αυστηρότητά του.
«Μείνε ήσυχος. Θα τον πλύνω κι’ όλας. Θα τον βρεις πιο άσπρο απ’ ότι τον έφερες είπε και τα λευκά δόντια του γυάλισαν στο βάθος ενός βιασμένου χαμόγελου αντανακλώντας το ασημένιο φως τής σελήνης.
«Άργησες Σπύρο. Έχασες τη σβελτάδα σου». Ο Γκαντίνι κρατούσε δυο ποτήρια κόκκινο κρασί και κατέβαινε προσεκτικά τα σκαλοπάτια που είχε μετρήσει κάποτε ο πεθερός του…. Πρόσφερε το ένα στον Σπύρο.
«Άντε, στην υγειά μας», συμπλήρωσε Ελληνικά. «Και με τη νίκη».
«Ποιανού τη νίκη Ντονάτο; Ακόμα με τους συμμάχους είσαι;».
«Φυσικά. Εσύ;».
«Κι’ εγώ. Μάλλον δηλαδή».
«Μπα! Ο προσωπικός φίλος του Μοντγκόμερι περνάει κρίση αμφιβολιών;».
«Απλώς περίμενα πιό εύκολα τα πράγματα. Με τρόμαξε αυτή η τρέλα τού Ρόμελ. Πού βρήκε το κουράγιο ν’ αρχίσει πρώτος τη μάχη και μάλιστα απ’ το Αλάμ ελ Χάλφα; Χωρίς εφόδια, χωρίς καύσιμα…».
«Τι εννοείς;».
«Εκεί που συχνάζω ακούω διάφορα». «Στην Αμρία;».
«Πού αλλού βρε χαζέ; Στο Σέπερντς;». «Γιατί όχι; Αύριο πάω Κάιρο. Θέλεις να έρθεις μαζί μου; Θα μείνω στο Σέπερντς». «Δεν είναι για μένα και την γκελεμπία μου αυτά τα μέρη. Άλλωστε δεν έχω και πολύ κέφι».
«Έλα μέσα να τα πούμε με την ησυχία μας. Άνοιξα προκαταβολικά και το δεύτερο μπουκάλι».
Κάθισαν στις βαριές, δερμάτινες πολυθρόνες του σαλονιού. Στο τραπεζάκι που τούς χώριζε ευωδίαζαν δυο μπουκάλια κόκκινο κρασί.
«Ένα για τον καθένα. Αργότερα θ’ ανοίξω και τις εφεδρείες. Αλλά με εντυπωσιάζεις. Τέτοια απογοήτευση πιά! Τη συμμερίζονται και οι δικοί σου;».
«Δεν τους βλέπω και πολύ χαρούμενους γιά να σού πω την αλήθεια. Κανείς δεν περίμενε τόσο θράσος από το Ρόμελ. Υποψιάζονται πως κάτι κρύβει».
«Τι να κρύβει βρε Σπύρο; Εδώ μου λες πως δεν έχει ούτε καύσιμα».
«Ξέρω κι εγώ; Οι Άγγλοι ήταν σίγουροι γιά τη νίκη. Αυτή η επίθεση όμως τούς κλόνισε. Καλά τον λένε αλεπού. Έχει κρυμμένα χαρτιά. Είναι μεγάλη πουτάνα ο Γερμανός».
«Από πουτάνες ξέρουμε και οι δύο. Μετά τα πρώτα κουνήματα, όλες ίδιες είναι στο κρεβάτι».
«Μερικές είναι πιό πουτάνες. Άκου κι’ εμένα που έχω πάθει πολλά».
«Δεν σου φταίει κανείς. Μόλις βλέπεις γυναικείο αστράγαλο παθαίνεις αμόκ».
Ο Μπάρμπα Σπύρος είχε ήδη αδειάσει το πρώτο μπουκάλι κι’ άρχιζε το δεύτερο.
«Υπέροχο. Δίκιο είχα. Λέω φεύγοντας να πάρω ένα μπουκάλι για τον Μοντγκόμερι».
«Και τρία να πάρεις, λίγα είναι για τον Μόντι».
«Τρία, όσα είναι και τα παιδιά μου», μουρμούρισε συλλογισμένος ο Σπύρος». Ο Γκαντίνι τον κοίταξε ξαφνιασμένος.
«Ένα δεν έχεις;».
«Δύο είχα. Τώρα πια θα έχω τρία».
«Θα με τρελάνεις. Όλος ο κόσμος για ένα ψιθυρίζει».
«Γι’ αυτό σου λέω πως όλες οι πουτάνες ίδιες είναι. Γιά το πρώτο πάντως δεν σού λέω τίποτα. Είναι απόρρητο».
«Δεν πειράζει. Θα το σημειώσω στο ημερολόγιό μου με ερωτηματικό. Πόσων χρονών είναι το δεύτερο;».
«Δώδεκα. Θυμάσαι τη Μασαούντα την αδύνατη, την κοντούλα, την τσαχπίνα;».
«Εκείνη που έρχεται τις Κυριακές γιά την μπουγάδα;».
«Ναι, με τα μαύρα, αράπικα μάτια».
«Αραπίνα είναι, αράπικα μάτια έχει βρε Σπύρο. Άσε με πιά με τα ποιητικά σου. Απ’ ό, τι θυμάμαι πάντως, είχε και άγριο σύζυγο. Έτσι δεν είναι;»
«Το’ πιασες. Εκεί ήταν το πρόβλημα».
«Τι ήθελες να μπλέξεις με παντρεμένη;»
«Να, ήταν μια νύχτα σαν κι’ αυτή. Η άμμος της ερήμου ελευθέρωνε όλον τον έρωτα που τής έσπειρε ο μεσημεριάτικος ήλιος. Ξέρεις πώς είναι. Ζωντανεύει το κάθε σου κύτταρο. Ακόμα και το πιό ξεχασμένο». Ο Γκαντίνι με το ζόρι συγκρατούσε το εκνευρισμό του. Ο ποιητικός οίστρος του Σπύρου ξεστράτιζε την κουβέντα από τα θέματα που τον ενδιέφεραν.
«Νύχτα ήρθε να σου πλύνει τα σώβρακα μωρέ;», ρώτησε στο τέλος αγανακτισμένος.
«Καλά σε λέω βλάκα. Έλειπε ο άντρας της. Είχε πάει στους δικούς του στο Ασουάν. Εκείνη τού παραπονέθηκε πως δεν ένοιωθε καλά κι’ έμεινε».
«Τότε δε θα ήταν μόνο μιά νύχτα. Ολόκληρο πανηγύρι θα έστησες καημένε μου Σπύρο. Το ταξίδι στο Ασουάν κρατάει μέρες».
«Σωστά Ήταν πολλές νύχτες, δειλινά, και ξημερώματα. Αχόρταγη γυναίκα. Τα νιάτα βλέπεις. Μόλις που πρόφταινε να γυρίσει σπίτι πριν βγει ο ήλιος. Μια βδομάδα βογκούσε η έρημος. Ευτυχώς, κανένας δεν κατάλαβε τίποτα. Μέχρι σήμερα κρατά αυτή η ιστορία. Αχόρταγη γυναίκα. Και απαιτητική».
«Ώστε η Φάτμα τής Μασαούντα είναι κόρη σου άθλιε πορνόγερε. Γι αυτό κυκλοφορεί ντυμένη σαν πριγκίπισσα».
«Τι άλλο να κάνω έτσι που τα κατάφερα;».
«Μη μου πεις τίποτα για την πρωτότοκη κόρη σου, εκείνη την απόρρητη. Θα σού πω εγώ πώς την λένε!».
«Και πρώτα απ’ όλα, πού ξέρεις εσύ πως είναι κορίτσι Ελληνοϊταλέ σπιούνε;».
«Δεν ήταν και πολύ δύσκολο να το καταλάβω. Μόνο η Ναουάλ, η κόρη της Ζέϊναμπ και τού Ντιάμπ τού φανατικότερου Ισλαμιστή τής ερήμου έχει μπλε μάτια. Αν λογαριάσουμε μάλιστα πως ο πατέρας της είναι κατάμαυρος και τα μάτια του κατράμι, απορώ πώς ζεις ακόμα τυχερέ γαλανομάτη φελάχε. Έτσι άλλωστε εξηγείται και το “απόρρητη”…»
«Κιχ να κάνεις, σ’ έσφαξα».
«Αυτό δεν έπρεπε να το πεις. Είμαι φίλος σου και το ξέρεις. Βλέπω πάντως πως έχεις πολλές αμαρτίες να εξομολογηθείς αυτή τη νύχτα. Αναρωτιέμαι τι θά έκανες αν δεν είχες εμένα για αποκούμπι. Να σου ανοίξω και το τρίτο μπουκάλι;».
«Άνοιξέ το. Απορώ κι’ εγώ με τον εαυτό μου. Μέσα σε μια ώρα σού είπα όσα έκρυβα ολόκληρη ζωή. Αλλά δε βαριέσαι. Έτσι κι’ αλλιώς σε λίγο δεν θα μείνει τίποτα απ’ όσα έφτιαξα. Θα τα καταβροχθίσουν οι Ούννοι. Είσαι σίγουρος πως δεν έχεις κανένα μέσον; Τόσο βλάκας είσαι μα την αλήθεια; Πάει και τέλειωσε. Θα πας με τον νικητή, να σωθείς εσύ, να σώσεις κι’ εμάς».
«Ξέχνα το Σπύρο. Υπάρχει και αξιοπρέπεια. Φιλότιμο που λέτε εσείς».
«Εμείς όμως λέμε και το άλλο: “ Κάνε την ανάγκη φιλοτιμία”. Το ξέρεις».
«Όλα τα έχετε πει εσείς. Εγώ όμως έχω αρχές. Είμαι Ιταλός τού Βορά».
«Κάποτε μου είχες πει πως είσαι Ιταλός του Νότου».
«Λάθος θα έκανα».
«Και οι Ιταλοί τού Νότου τι είναι δηλαδή;».
«Έλληνες φυσικά. Χωρίς αρχές….Ούτε και τέλος όμως, για να είμαι ειλικρινής. Και το τρίτο;».
«Το τρίτο και καλύτερο δεν γεννήθηκε ακόμα».
«Δεν ντρέπεσαι, στην ηλικία σου;».
«Εγώ δεν έκανα τίποτα. Εκείνη φταίει».
«Ναι, βέβαια. Πήδησε νύχτα από το ανοιχτό παράθυρο και σε καβάλησε : “Κάνε μου ένα παιδί μπάρμπα Σπύρο. Κάνε μου ένα γαλανομάτικο κορίτσι”».
«Το ένα το πέτυχες. Νύχτα ήταν».
«Και μπήκε ξεβράκωτη απ΄ το παράθυρο. Έτσι δεν είναι;».
«Όχι. Απ’ την πόρτα μπήκε. Φορούσε ευρωπαϊκά ρούχα. Παραξενεύτηκα, για να σού πω την αλήθεια. Δεν την ήξερα και πολύ καλά».
«Μη μού πεις πως ήταν γύρω στα είκοσι, κοκκινομάλλα με πράσινα μάτια….». Ο μπάρμπα Σπύρος που κρατούσε με δυσκολία το κεφάλι του όρθιο, μόλις άκουσε την περιγραφή τού Ιταλού πετάχτηκε όρθιος και μούγκρισε:
«Πού το ξέρεις καταραμένε μακαρονά; Κρυφοκοίταζες;».
«Μάριαμ δεν την λένε;». Ο γέροντας έπεσε εξουθενωμένος σε μιά πολυθρόνα κι’ άδειασε μονορούφι το ποτήρι του.
«Όλα τα ξέρεις τέλος πάντων διάβολε;».
«Δεν ντρέπεσαι θεομπαίχτη; Αυτή η κοπέλα είναι Χριστιανή. Τίποτα δεν σέβεσαι πιά;»
«Τι να έκανα; “Είμαι χήρα”, μού είπε. “Ο άντρας μου πέθανε πριν μια βδομάδα χωρίς να προλάβει να μού κάνει παιδί. Το ήθελε τόσο ο μακαρίτης. Εμείς οι Χριστιανοί, είμαστε λίγοι όπως ξέρεις. Ο Ιησούς είπε αυξάνεσθε και πληθύνεσθε και πληρώσατε την γην. Άλλος Χριστιανός δεν υπάρχει σ’ αυτή την καταραμένη έρημο εκτός από σένα. Κάν’ το για το καλό τής Χριστιανοσύνης. Για τον συχωρεμένο τον άντρα μου. Για τη δόξα του Κυρίου”».
«Και το έκανες! Για τη δόξα τού Κυρίου βέβαια…».
«Ναι, το έκανα. Τόσο όμορφη γυναίκα χρόνια είχαν να δουν τα μάτια μου. Ήταν και τα είκοσί της χρόνια. Κόντευα πιά να ξεχάσω τη γλύκα τής νέας κοπέλας. Παρ’ όλα αυτά εξακολουθούσα να αντιστέκομαι. Όταν όμως έβγαλε το φουστάνι της θόλωσα. Τι κορμί ήταν αυτό Ντονάτο; Και στην κόλαση θα πήγαινα για χάρη της».
«Θεϊκό κορμί, δίκιο έχεις. Τι σφιχτά στήθια! Σαν λαχταριστές κρέμες καραμελέ που σκιρτούν κάτω απ’ το βλέμμα τού αληθινού άντρα. Κι’ οι ρόγες ορθωμένες, έτοιμες για τη μάχη. Οι μηροί της σφριγηλοί, μισάνοιχτοι. Κι εκείνη η θαλασσινή σπηλιά, έτοιμη να σού παραδώσει τα μυστικά της, να σε δεχτεί στα βάθη της, να σού χαρίσει θαλπωρή, να σε καταπιεί, να βρεις επιτέλους τη στοργή που έψαχνες από παιδί. Μοναδική σου επιθυμία να μείνεις για πάντα εκεί. Πρόσεξε κάτι όμως. Στην ηλικία σου, αυτό το “να μείνεις”, έχει διπλή ερμηνεία. Η δεύτερη είναι μακάβρια. Την συγκοπή εννοώ, αν δεν το κατάλαβες».
«Αυτό που κατάλαβα είναι πως έβλεπες απ’ τη κλειδαρότρυπα».
«Μην ξεχνάς πως είμαι ο δεύτερος Χριστιανός της ένδοξης περιοχής μας. Ο αναπληρωτής σου. Η εφεδρεία τής Χριστιανοσύνης. Πέρασε κι’ από μένα βρε βλάκα, αλλά την εξαπέστειλα αμέσως».
«Κι΄ αυτά τα περί σφιχτού στήθους; Πού τα ξέρεις; Χούφτωσες;».
«Είκοσι χρονών είναι βρε Σπύρο. Παρ’ όλο που έτρεχε όμως, τα στήθια της έμεναν σταθερά σαν μαρμάρινα. Μόνο λίγο έτρεμαν. Σαν δροσερή κρέμα καραμελέ».
«Η ζεστή τρέμει περισσότερο δηλαδή;».
«Σαχλαμάρες. Σαν σχολαστικός κριτικός τής λογοτεχνίας κάνεις».
«Έτρεχε είπες;».
«Ναι. Για να με προλάβει. Έτρεχα κι’ εγώ. Αλλά για να τής ξεφύγω. Φοβόμουν πως από στιγμή σε στιγμή θα έμπαινε η γυναίκα μου. Ξέρεις πόσο ζηλιάρα είναι η Ελένη. Δεν μου χρειάζονται κι’ άλλοι μπελάδες. Αρκετοί με βρήκαν μ’ αυτόν τον ηλίθιο πόλεμο. Εγώ δυστυχώς δεν έχω φίλο τον Άγγλο Στρατάρχη και το επιτελείο του. Ό, τι κι αν γίνει, χαμένος θα βγω. Οι σύμμαχοι με αντιμετωπίζουν με καχυποψία και οι εχθροί τυχαίνει να είναι συμπατριώτες μου. Γι’ αυτούς είμαι προδότης. Αν νικήσουν θα με εκτελέσουν. Ανάμεσα στα δύο προτιμώ την καχυποψία. Έλα γιά λίγο στη θέση μου».
«Είσαι πράγματι αξιοθρήνητος. Έχεις πιει μόνο μισό μπουκάλι απ’ αυτό το υπέροχο κρασί, φοβάσαι και τη σκιά σου, αφήνεις τη ζωή να φεύγει μέσα από τα χέρια σου σαν τα καραμελωμένα στήθη τής Μάριαμ – αν και αυτό δεν το πιστεύω – καταριέσαι συνέχεια τον εαυτό σου, ποιά χειρότερη μοίρα μπορεί να σε περιμένει; Είσαι ήδη νεκρός».
«Κι’ εσύ τι είσαι γέρο μου; Φοβάσαι τον άντρα της Μασαούντα, δεν τολμάς να αγκαλιάσεις τα παιδιά σου, κάνεις παρέα με τους συμμάχους αλλά στο βάθος πιστεύεις πως θα νικήσουν οι Γερμανοί, αντί για γυναίκα κοιμάσαι με το μπαστούνι τού Μεγαλέξανδρου που τρέμεις μην το χάσεις – ποιός είναι πιό αξιοθρήνητος;». Ο μπάρμπα Σπύρος ρούφηξε μια γουλιά κατ’ ευθείαν απ’ το μπουκάλι, σκούπισε τα χείλη του με την παλάμη, κοίταξε κατάματα τον Γκαντίνι και είπε με αργή, βαριά φωνή :
«Αν μαρτυρήσεις αυτά που σού είπα, μ’ έκαψες. Εγώ είμαι απλός άνθρωπος. Πίνω λίγο παραπάνω απ’ ό, τι πρέπει, χαίρομαι τις γυναίκες περισσότερο από εσάς τους γραβατωμένους και περιμένω τη μέρα που θα κλείσω τα μάτια με καθαρή συνείδηση. Κανέναν δεν έβλαψα. Ούτε και με ενδιαφέρει ποιός θα κερδίσει τον καταραμένο σας πόλεμο στο κάτω κάτω. Εδώ θα μείνω και θα ξαναρχίσω από την αρχή. Μαζί με τους ανθρώπους που με αγάπησαν. Ακόμα κι’ εσένα, γιατί με τίμησες με τη φιλία σου. Οι Τουαρέγκ, οι σοφοί νομάδες της ερήμου λένε μια σπουδαία κουβέντα : «Αγάπα ακόμα κι’ έναν σκύλο που σ’ αγαπάει». Μααλές, Γκαντίνι. Μπορείς να λες ό, τι θέλεις εσύ. Εγώ σού απαντώ απλά: Μααλές!».
«Σ΄ ευχαριστώ που μέσα στον ποιητικό σου οίστρο με παρομοίασες με σκύλο. Ήταν πολύ συγκινητικό. Όσο για τα υπόλοιπα, δυστυχώς έχεις πιά εκτεθεί. Όλοι ξέρουν τις σχέσεις σου με τους Άγγλους. Στην Αμρία περνάς τις μέρες και τις νύχτες σου. Να καταλάβαινες τουλάχιστον τι γίνεται εκεί μέσα να ησύχαζα κι εγώ; Χαμπάρι δεν παίρνεις. Ωραίος φίλος είσαι».
«Τι θέλεις να σου πω; Συλλογισμένους τους βλέπω. Ο Μοντγκόμερι όμως κάτι πρέπει να ετοιμάζει. Απ’ τη μια παραδέχεται πως ο Ρόμελ είναι έξυπνος, αλλά από την άλλη καυχιέται πως αυτός είναι ακόμα πιό έξυπνος».
«Σαν τι να ετοιμάζει;».
«Ο αιφνιδιασμός του Ρόμελ ξεκίνησε πάντως από το Αλάμ ελ Χάλφα. Κάτι που δεν το περίμεναν οι Άγγλοι».
«Ναι, φαίνεται πως η κλασσική στρατηγική σκέψη θα προτιμούσε την παραλία.
Είναι γνωστή η πανουργία τού Ρόμελ. Και λοιπόν;». Αντί για απάντηση ο μπάρμπα Σπύρος ρεύτηκε βαθιά. Χαμογέλασε και προσπάθησε να σταθεροποιήσει το κεφάλι του που έπεφτε ακυβέρνητο πότε δεξιά και πότε αριστερά.
«Ουφ! Ήπια πολύ. Να δω πώς θα γυρίσω πίσω».
«Μην σε απασχολεί αυτό. Θα σε πάω εγώ με το αυτοκίνητο. Αύριο θα σου φέρουν και το γαϊδούρι. Είπες όμως πως αιφνιδιάστηκαν οι Άγγλοι;».
[...]

























