ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΡΩΜΑΣ: Η ΣΤΙΤΙΚΕΤΣΑ [ΔΥΣΚΟΙΛΙΟΤΗΤΑ] ΤΟΥ ΚΟΝΤΕ ΚΛΑΠΑ. [Κομμέντια πικολίσιμα και ρεντικολοζίσιμα] !

[Στη Ζάκυνθο επί Ενετών ο κόντε Ρικάρντο Νταβιτσέντσα γράφει μια «Ομιλία» και την «ανεβάζει» την «Κυριακή τση Τυρινής» στο σαλόνι του για τους φίλους του, για να σατιρίσει την …δυσκοιλιότητα ενός από αυτούς, του Κόντε Κλάπα]

.

 

 

 

 

ΕΝΑ  ΣΑΛΟΝΙ ΤΟΥ ΑΡΧΟΝΤΙΚΟΥ  ΚΟΜΟΥΤΟΥ ΣΤΗΝ ΖΑΚΥΝΘΟ, ΣΑΝ ΤΟ ΣΑΛΟΝΙ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ

Στ’ Αρχοντικό του Κλάπα. Ο Κόντες, με τη νυχτικιά του και φαρδιά ρόμπα ντι κάμαρα, κάθεται στη σέκια[φορητό αποχωρητήριο-πολυθρόνα] του ακίνητος και βλοσυρός. Είναι φαλακρός και η περούκα δίπλα του, στον περουκοστάτη, είναι απαράλλαχτη μ’ εκείνη του πατέρα του, που εικονίζεται στο θεόρατο κάδρο πίσω του.

Ο Ντοτόρος Μορτεβίας τού μετράει το πόλσο.[σφυγμό]

ΚΟΝΤΕΣ: Σορ Μορτεβία, βόηθα με!/ Κοντεύω να κρεπάρω [σκάσω].

Αν δε με γιάνεις γρήγορα,/ θε να βαρέσω σμπάρο…

ΓΙΑΤΡΟΣ: Μπράβο σου! Μα, μ’ ούλο το ρισπέτο/

σα μαχαιρίες τα λόγια σου  με βάρεσαν στο πέτο/

Είναι κουβέντες, Άρχοντα,/ ευτούνες που μου λες;

ΚΟΝΤΕΣ: Τι θες να κάμω; Τήραμε!/ Είμαι για να με κλαις!

Κόκαλα το κορμάκι μου/ κατάντησε και πέτσα!

ΓΙΑΤΡΟΣ: Κόντε μου! Δε ματάγινε/ μιά τέτοια στιτικέτσα!

Δεν είν’ αρρώστια σέρια[σοβαρή]/ για τσου μικρούς/ανθρώπους,

τηνε γιατρεύουμε, μαθές,/ με χίλιους δύο τρόπους…/

Μα τσ’ αφεντιάς σου τ’ άντερα/ είν’ στίτικα ντί στέζα[δυσκοίλια περιοπής],

έχουν πείσμα κοντέικο/ και μνέσκουν πάντα τέζα[τεντωμένα].

ΚΟΝΤΕΣ: Νιώθω μαστίτσα[συμπαγή] την κοιλιά/ σα μαρμαρένια ντάπια/

Ματάνοιξε, Ντοτόρο μου, τα δόλια σου κιτάπια/

και βρες δελέγκου[αμέσως] μέσα κει/ του γλυτωμού σανίδα.

Αλλιώς, Σορ Μορτεβία μου,/ “αντίο που σε είδα”![τετέλεσται].

ΓΙΑΤΡΟΣ: Ούλους τσου ματαδιάβασα!/ Αφ’ τον αντίκο·Τσέλσο

στους Διοσκουρίδη, Γαληνό, Βεζάλιο, Παρατσέλσο./Μα και τσου πούλιο κοντινούς:/ Εύστάκιο, Φαλλόπιο, τσου δύο Χάντερ, τον Χαρβέ…

ΚΟΝΤΕΣ: Μούπαν ριμέντιο[γιατροσόφι] ντόπιο…

ΓΙΑΤΡΟΣ: Μα εδώ ριτσέτες[συνταγές] Πάντοβας/ και βγήκαν οπορκερίες[άχρηστες]/

και θες να σε σαλβάρουνε[γλυτώσουνε]/ τση γειτονιάς οι γρήες;

ΚΟΝΤΕΣ: Ευτούνα τ’ άντερα, γιατρέ,/ είναι τσ’ απορπισίας!/

Να ματακούσω τη βροντή/ μιας αποπατησίας/

και στην πλερώνω για χρυσή./Μίανε μόνε-μόνε![ίσα-ίσα]

ΓΙΑΤΡΟΣ: Κόντε μου, βρίσκουμαι και γώ/ σε μία ντισπερατσιόνε!/

Ούλα μου τα δοκίμασα /κι ούλα πήγανε στράφι!/

Ακόμα και μιαν όστια[χάπι] με σκόνη από χρυσάφι!/

Βρύση τ’ όλιο ντί ρίτσινο,[καθαρτικό]/ φόρτε καλομελάνο[μονοχλωριούχος υδράργυρος,/

κλυστήρια[κλύσματα] με τη σέσουλα/ Τι άλλο να σου κάνω;/

Η τέχνη μου φαλίρισε /μ’ ευτούνη την κοιλιά σου./ Άλλο δέ μνέσκει τώρα πια…

ΚΟΝΤΕΣ: …παρά να πας καλιά σου!/

Θα δοκιμάσω μοναχός/ ’να ντόπιο γιατροσόφι./

Οι γρήες ξέρουν τα πολλά!/ Κι ας λεν οι φιλοσόφοι!

ΓΙΑΤΡΟΣ: Ακομοντάτεβι[Όπως σας αρέσει] Σινιόρ!/ με γειές σου και χαρές σου.

ΚΟΝΤΕΣ: Έχεις και μούτρα να μιλείς/ μετά τσι συμφορές σου;

ΓΙΑΤΡΟΣ: Συμπάθιο! Μα τα μαγικά/ εγώ τάχω χεσμένα.

ΚΟΝΤΕΣ: Γιατί τσιρλάς ελεύτερα!/ Μα δε ρωτάς και μένα/

π’ άντίς πουργκάντε[καθαρτικό] μούδεσες/ στο κώλο μου φουστέκια[ασφυκτικά δεσμά]/

κι ούτε να κλάσω δεν μπορώ/ την ίδια μου τη σέκια;

ΓΙΑΤΡΟΣ: Και τι λογής, Σιορ Κόντε μου,/ είναι φτούνο το μάγιο;

ΚΟΝΤΕΣ: Ολημερνίς στη σέκια μου/ θα κάνω το σκαντάγιο,[βολιδοσκόπηση]/

μετρώντας και προσέχοντας/ κάθε γουργουρισία;

ΓΙΑΤΡΟΣ: Μα νύχτα-μέρα στο σκαμνί;/ Τούτο ’ναι βουρλισία./

Θα σου κατσιάσει το κορμί!/ Ο νους σου θα στουπίρει,[αποβλακωθεί]/

αν κάτσεις τρία μερόνυχτα/ σ’ ευτό το πατητήρι!

ΚΟΝΤΕΣ: Ας γένει το μιράκολο[θαύμα]/ κι ας κάτσω, δε με μέλει./

Αγάλια- αγάλια γένεται/ κι η αγουρίδα μέλι!

ΓΙΑΤΡΟΣ: Κι από βοτάνια;

ΚΟΝΤΕΣ: Τίποτσι! Μονάχα να φορτσάρω[βάζω τα δυνατά μου]/ και ν’ ασπετάρω[περιμένω] το καλό!

ΓΙΑΤΡΟΣ: Κοσπέτο[μπράβο], μίο κάρο!/

Εμένα να με συμπαθάς,/ μα πρέπει να πηγαίνω/

τση γειτονιάς τσου αχαμνούς!/ Πιού τάρντι[αργότερα] ανεβαίνω/

στ’ αρχοντικό σου, για να δω/ τα ποία και τα πόσα/ αυγά στη σέκια εγέννησε/ η παινεμένη κλώσα!

(Φεύγει. Ο Κόντες μένει μονάχος. Ξάφνου το μούτρο τον λάμπει από χαρά.)

ΚΟΝΤΕΣ (μ’ ενθουσιασμό): Άκου την, γουργουρίζει! / Έλα μωρή, φινίριστο[τελείωσέ το]/ (το μούτρο του σκοτεινιάζει)/ Τ’ άντερομπουρμπουλίσματα/ πάψανε το ντορό[χαβά] τσου,/ φόρσε[μάλλον] γατσούλια[γάτες] σκούζανε/ στη ρούγα. Το σταυρό τσου!!!

Σιπάριον

ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ

[Στο καλυβόσπιτο του Αλιμουντρή ΣΕΜΠΡΟΥ ΤΟΥ ΚΟΝΤΕ ΚΛΑΠΑ. Παρουσιάζεται ξάφνου ο γιος του Παμπέλας που έλειπε χρόνια.]

ΑΛΙΜΟΥΝΤΡΗΣ: (σαρκαστικά)

Ω τζόγια[χαρά] τση ζωούλας μου, τση φύτρας μου καμάρι,

(ανάβει ξαφνικά και πάει κρεσέντο)

Παμπέλα πολυπόθητε –π’ ο διάολος να σε πάρει!

Τι κασκαρίκα σκάρωσες πάλι μωρέ μπιρμπάντε [Μασκαρά]

και πλάκωσε σπιτάκι μας η φανταρία του Τζάντε;

Τέρρα και μάρε [κατά ξηράν και θάλασσαν] σε ζητούν, εσένα τον κασίδη,

λες κ’ έχασε η Βενετιά το πιο τρανό στολίδι!

«Σίγουρα τον μπαρκάρισες, μου λένε, για Γλαρέντζα[Κυλλήνη]»,

μα θα πλερώσεις για χρυσή τούτηνε την παρτέντζα[φυγάδευση]!

Αν δεν τον βρούμε, κάνουμε τη δόλια σου καλύβα

κι ούλα γιαμά τα έχεια σου μπουγάδας αλισίβα!»

Ώρες με πιλατεύανε, μου πρήξαν τα τζιέρια,

στον κώλο με κλωτσούσανε, μου στρίβανε τα χέρια

Του λιναριού μαρτούρια πατίρησα[υπέφερα] για σένα,

του Γιούδα σκατοσίφουνα και του διαόλου γέννα!

ΠΑΜΠΕΛΑΣ: (μ’ απάθεια) Πατέρα μου ξαλάφρωσες;

ΑΛΙΜΟΥΝΤΡΗΣ:    Ναίσκε, πού να μη σώσεις, Ταρκάση[παλιομπάσταρδε], να ξημερωθείς. . .

ΠΑΜΠΕΛΑΣ:  (με σιγουριά) Έ πούρ[κι όμως] θα με γλυτώσεις!

η αφεντιά σου μοναχά μπορεί να με σαλβάρει[γλυτώσει], έτσι πού τα  κατάφερα…

ΑΛΙΜΟΥΝΤΡΗΣ: Μωρέ παλιοτομάρι, τι «αφεντιές» μου τσαμπούνας πρωί πρωί; Με βρίζεις;

ΠΑΜΠΕΛΑΣ:  ΄Οσκε! λέω τον πόνο μου κι άκου με, σαν ορίζεις: Εσκότωσα δυο μπάσταρδους ψες στο Κεραμιδάκι[κακόφημη συνοικία του λιμανιού], δυο μούλικα του κερατά…

ΑΛΙΜΟΥΝΤΡΗΣ:  Για στάσου ένα δαμάκι[λιγάκι]

Σε κυνηγάνε, ντούνκουε, φάντες και μαρκουλίνοι[Βενετσιάνοι στρατιώτες]

κ’ ήρτες εδώ για όβολα ! Όσκε!!! Μήτε κατρίνι[πεντάρα]!

Μήτε μια κρεμμυδόφλουντζα γυιόκα μου δε θα πάρεις!

Κάλλιο μπροστά μου να σε δω σα σκύλο να κρεπάρεις[ψοφήσεις]

Ποτές δε με μπαντάρισες[σεβάστηκες], θρασίμι, για πατέρα!

Παράτησες το σπίτι μας με μία ρετζεπέρα [πουτάνα],

ρίχνοντας μαυρολίθαρο πίσω σου μία για πάντα.

Και τώρα που φινίρισες, ψοφίμι, με τη μπάντα,

μούρθες, σώσον ελέησον «παπάκη μου αγάντα[βοήθεια]»

Μ’ ας όψεται η λεγάμενη που σ’ έμπλεξε στο δίχτυ

κι από χωριάτη δουλευτή σε σπούδασε ξενύχτη!

Στους τζόγους να κοπροσκυλάς κ’ εκείνη στο σουλάτσο

να χέζει το στεφάνι σου με κάπρους ά λά μπράτσο!!

ΠΑΜΠΕΛΑΣ:  Πατέρα μου, βουρλίστηκες; Ποιος σούπε  πως επήρα

γυναίκα στεφανωτικιά, πουτάνα, νιά, για χήρα;

Εγώ σαν «άσωτος υιός» ματαγυρνώ στα ίδια

κι αντίς για μόσχο μ’ αμολάς μπίμπιες και κερατίδια !

ΑΛΙΜΟΥΝΤΡΗΣ:  Πάλι καλά που γύρισες μονάχος σου περ Ντίο[δόξα τω Θεώ]

Μ’ αν δε μου πεις το τι ζητάς, καλιά σου και αντίο!

Με μαρκουλίνους βάσανα και συφορές δε θέλω.

Ήμουνα νιος  και γέρασα μ’ ήσυχο το τσερβέλο!

ΠΑΜΠΕΛΑΣ: (ξεσπάει) Η τσίνα[πείσμα] σου με γκάστρωσε! Μάθε, τόμου ρωτάς,

Πως έτσι που τα μούσκεψα χρειάζεται παπάς!

ΑΛΙΜΟΥΝΤΡΗΣ: (ειρωνικά) Θες να σου φέρω, γυιόκα μου, παπά να σε διαβάσει;

ΠΑΜΠ. (κοφτά) ΄Οσκε, μα ράσο να ντυθώ πρέπει προτού βραδιάσει

ΑΛΙΜΟΥΝΤΡΗΣ:  (με οίκτο) Είσαι παρμένος[χαζός], μπρε παιδί, και τι θα βγει περμπάκο;[τι στο Βάκχο (στο διάολο) θα βγει]

τα ροκανίδια σαν πουλάς για τούρκικο ταμπάκο;

σε δύο μέρες θα βρεθείς απάνω στη μπερλίνα[εξέδρα διαπόμπευσης]

και θα φινίρεις στο κουπί[στα κάτεργα], που να σε φάει μαλίνα[τύφος]!

ΠΑΜΠΕΛΑΣ:  Παπάκη μου, δε μ’ ένιωσες -γω δε ζητάω ράσο για μπάουτα[στολή] καρναβαλιού…

ΑΛΙΜΟΥΝΤΡΗΣ:  Ναίσκε, να μη σε χάσω,

το θες γι’ αγιούτο σου γιαμά κόντρα στο Τριμπουνάλε[Αρχές]

Μα σα βαρέσει τση Τυρνής πόβερο Καρνεβάλε [λήξει το καρναβάλι και πέσουν οι μάσκες]

τότες γιαμά τι θα γενείς; Θε να πιαστείς στα πράσα

και θα σε τριπλοδέσουνε στα σίδερα, μπαγάσα!

ΠΑΜΠΕΛΑΣ: Πατέρα ραμολίρησες, για μου ’μεινες νιοράντες[αμαθής];

Πάπαρδος βέρος θα γενώ, να μη με πιάνει φάντες.

ΑΛΙΜΟΥΝΤΡΗΣ:  (έκπληκτος)

Παμπέλα μου βουρλίστηκες; Σε ποίο μουρλονήσι

σενσάδο[παλαβό] θάβρεις πίσκοπο να σε χειροτονήσει;

ΠΑΜΠΕΛΑΣ: Καλά που θα σκαλώσει δω τση χτένας μου ο κόμπος!

Γιατί να μη γινώ πάπας; Στραβός είμαι, για σγόμπος[καμπούρης];

Μήτε τα χρόνια μ’ έφαγαν κι ούτε με δέρνει μούρλια !

Κι αν σκάρωσα κι εγώ  κανένα φονικούλι,

άλλοι, μαθές, σταυρώσανε ολάκερο Χριστούλη!

ΑΛΙΜΟΥΝΤΡΗΣ:  (στεγνά) Για δαύτο και κατάντησαν στο Γέτο[Γκέτο] μέσα δούλοι! (θυμώνει)

Πότ’ άκουσες μωρέ Οβριό παπάς ξάφνου να γίνει;

ΠΑΜΠΕΛΑΣ: (μ’ απάθεια) Το ίδιο κάνει, γίνουνται τσι χάβρες τσου ραμπίνοι !

ΑΛΙΜΟΥΝΤΡΗΣ:  (Αηδιασμένος) Είσαι μουρλός για δέσιμο! Μα τι θες από μένα;.

ΠΑΜΠΕΛΑΣ: (παίρνει φόρα) Ένας μονάχα βρίσκεται στο Τζάντε —οϊμένα!—

τρισάρχοντας θεόρατος, που, λίγο ν’ αγιουτάρει[βοηθήσει],

παπά με κάν’ η Πισκοπή κι ο ΄Αη Μάρκος φλάρη[καθολικό παπά].

ΑΛΙΜΟΥΝΤΡΗΣ: (σαρκαστικά) Και ποίος είναι, μάτια μου, ευτούνος ο Γκρανπάπας;

ΠΑΜΠΕΛΑΣ:  Ο κόντες σου παπάκη μου! Ο Κόντε Γιούλιος Κλάπας !

ΑΛΙΜΟΥΝΤΡΗΣ:  (ανατριχιάζοντας) Κάλλιο μιάν ώρα αρχύτερα στο μνήμα μου να πάω,

παρά του Κλάπα νοβιτές κολύρ ντ νιάο-μπάο [παρανομίες]

θα με σουγλίσει ζωντανό, γυιέ μου, θα με στροπιάρει[θα με αφήσει ανάπηρο],

τόμου θα του παρησιαστώ ζητώντας τέτοια χάρη! (θυμώνει)

΄Οσκε! Τρισόσκε και ποτές, γυιόκα μου, του ποτόνε,

δε λέω γω του Κόντε μου, που μ’ έχει για πιστόνε, να κάμει τέτοιες συφορές…

ΠΑΜΠΕΛΑΣ:  (παρακλητικά) Μα μια βολά; Μια μόνη!

ΑΛΙΜΟΥΝΤΡΗΣ: . Μία βολά τον τζίτζικα να του τον πω γι’ αηδόνι;

Σκατά, μ’ ούλο το δίκιο του, θα μου τρίψει στη μούρη

ΠΑΜΠΕΛΑΣ:  (πονηρά) Όσκε, σαν με κανίσκια πας κάργα το βασταγούρι!

Μ’ άλλο μη μορογάρουμε[καθυστερούμε], οι πάρλες είναι φτώ­χεια

Α δε προκάμεις, θα με δεις αποβραδίς στα βρόχια,

σαν το πουλί να λαχταρώ κι όσα λόγια κι αν λες,

θα ξέρεις πως εσκότωσες τον γιο σου και θα κλαις!

ΑΛΙΜΟΥΝΤΡΗΣ:  (με πόνο ψυχής) Πάω, μπόγια τση ζήσης μου!

Τρέχω – που να μη σώσω–

μα θάρθει μέρα που θα πω «γιατί να τον γλυτώσω!»

Σιπάριον

ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ

[Ο Κόντες στην ίδια πάντα θέση. Ακίνητος σα σφίγγα πάνω στη σέκια του. Ο Αγκλέουρας του σερβίρει μια φλυτζάνα.]

ΚΟΝΤΕΣ: (με αηδία) Τίλιο, μωρές Αγλέουρα;

ΑΓΚΛΕΟΥΡΑΣ:  ‘Οσκε! μα ένα βοτάνι,

που το κορμί σε ρέγουλα δελέγκου ματαβάνει!

Έβγηκα και στο ψώνισα στο Σπετσαρίο του Ρούσου.

ΚΟΝΤ. (με κάποιο ενδιαφέρον άλλα πάντα αφηρημένος)  Λαδώνει σούπαν τ’ άντερο;

ΑΓΚΛΕΟΥΡΑΣ:  ‘ Όσκε! Το προς νερού σου!

ΚΟΝΤΕΣ:  (μ’ αηδία) Τι να τσι κάμω τσι βροχές; Δωσ’ μου σβουνιά σαν πρώτα!

(στενάζει πικρόχολα)

Μ’ άλλου τα κακαρίσματα κι άλλου γεννάει η κότα (Αλλάζει ύφος)

Έχεις καμία νοβιτά[νέο];

ΑΓΚΛΕΟΥΡΑΣ:   Ναίσκε και πώς, Σορ Κόντε!

Ο Πρεβεδούρος κάλεσε μεθαύριο στο Μόντε κονσίλιο τση νομπιλιτάς για κάζο σεριόζο[σοβαρό].

Ο Καντζιλιέρης ψες αργά με μούτρο μιστεριόζο

καλέστρα σούφερε κλειστή –μα μούπε δια στομάτου,

πως η Τσελέντσα[Εκλαμπρότης] του γιαμά σ’ αποζητά κοντά του.

Σ’ άλλον τη μπιστοσύνη του δε θέλει να φιλέψει

κι αν δε φανείς του λόγου σου, το κάζο του θα ρέψει!

Ειν’  το λοιπόν, μου ξήγησε, να πας ανάγκη πάσα!

ΚΟΝΤΕΣ:(μ’ ύφος Ταμερλάνου)

Τόμου ματάρθει, να του πεις ευτούνου του μπαγάσα,

πως έχω δω, σπιτάκι μου, ’να κάζο πούλιο σέριο[σοβαρό]

Ας πάει ν’ ανάψει ’να κερί στον Άγιο Λευτέριο,

Κι αν καπιτάρει ξαφνικά δω μέσα το μιράκολο, λίμπα τα κάνω τότενες στου Μόντε το σπετάκολο!

ΑΓΚΛΕΟΥΡΑΣ: ( σοκαρισμένος ) Μα τι κουβέντες Κόντε μου …

ΚΟΝΤΕΣ: (κοφτά και θυμώνοντας κρεσέντο)

Σου ’πα πως δε θα βγω!

Κι όσο μέσα στη σέκια μου δεν πέσει το αυγό,

δεν με τραβάν από έδεπά πενήντα κι άλλοι τόσοι!

Κι όγιος από τη σέκια μου σκεφτεί να μ’ ασηκώσει, (φοβερίζει με τη ματσούκα του)

σου τόνε κάνω τ’ αλατιού! Σου τόνε ξεντερίζω!

Εύτουνο δω τ’ αρχοντικό μόνον εγώ τ’ ορίζω!

Άμε στο διάολο το λοιπό . ..

(αλλάζει ύφος)

Ήρτε κανένας κάτω;

ΑΓΚΛΕΟΥΡΑΣ:  ‘ (αξιόπρεπα)

Ο σέμπρος μας ο Αλιμουντής απ’ το χωριό Μπανάτο.

ΚΟΝΤΕΣ: Και τι γυρεύει; Όβολα; Άλλες μπροστάντσες[προκαταβολές] πάλι;

ΑΓΚΛΕΟΥΡΑΣ:  (ως άνω)

Δεν ξέρω, μα κουβάλησε κανίσκια ’να τσουβάλι…

ΚΟΝΤΕΣ: (συγκαταβατικά)

Μπένε! Ανέβασέ τον έδεπά το χέρι να φιλήσει… (ματαβράζει)

Μα πες του παλιοτάγκαρου να μη μ’ αντιμιλήσει !

Δε μου γουστάρουν το πρωί λόγια και παπαρδέλες (κουνάει τα ραβδί)

Εξόν κι αν θέλει ματσουκιές, για ν’ αγοράσει βδέλλες

ΑΓΚΛΕΟΥΡΑΣ:  (με κέφι)

Του τάπα κιόλας Κόντε μου—μα τάξερε κι ο ιδιος!

Για δαύτο του σκαρφίστηκε –άκου Κόντε, πιτήδειος! –

να βάλει τον πνεματικό να γράψει με την πέννα

το κατιτίς οπού ζητά

ΚΟΝΤΕΣ: (πεθαμένος στα γέλια)

Τι λες μωρέ; Ντα σένα;[σοβαρά;]

Τήρα τον παλιοτάγκαρο, να ’ρθει με μπουλετία[σημειώματα]!

Ευτούν’ είν’ καποντόπερα[αριστούργημα] –δώσε μου τα χαρτία.

(Ο Αγκλέουρας του τα δίνει και χάνεται.)

(Ο Κόντες τους ρίχνει μια ματιά δίχως να τα διαβάσει. Ο νους τον ξαναγυρίζει στη στιτικέτσα του και τα μεταχειρίζεται σαν βεντάλια, γιατί αναψοκοκκίνισε.)

ΚΟΝΤΕΣ: (κατ’ ιδίαν κλαουνίζοντας)

Α δα ζητάω μονομιάς κάνα θεοκουτρούλι[μεγάλος σωρός];

Μια κουραδίτσα τόση δα –ένα λειψό τσουρούλι… Κάντο μωρέ!

(θυμώνει και χτυπάει την κοιλιά του με τα χαρτιά)

(Ο Αλιμουντρής έχει μπει. Ακούει τα στερνά λόγια και συνδυάζοντάς τα με τα χαρτιά του που κρατάει ο Κόντες αναθαρρεύει.)

ΑΛΙΜΟΥΝΤΡΗΣ: . (Ικέτης)

Ναι, κάνε το! Κάντο, τρανέ μου Κόντε!

ΚΟΝΤΕΣ: (ακούει άλλα αφηρημένος δεν του δίνει σημασία, συμπληρώνει όμως σκεφτικά): Αν δεν το κάνω τώρα δα, ούλα θα πάνε ά μόντε[χαμένα]!

ΑΛΙΜΟΥΝΤΡΗΣ:  (με φανατικό πια ενθουσιασμό, φιλώντας του το χέρι)

Αφέντη μου τρισάφεντε! Τση Βενετίας ντιαμάντε, κορόνα τση Ανατολής και στολισμέ του Τζάντε!

ΚΟΝΤΕΣ: (χαρούμενα) Μου γουργουράνε τ’ άντερα!! Θαρρώ μούφερες γούρι!

ΑΛΙΜΟΥΝΤΡΗΣ:  (πληροφοριακά, νομίζοντας ότι ο άλλος του λέει ότι άνοιξε η όρεξή του)

Απ’ ούλα σούφερα γιαμά! Φόρτωσα βασταγούρι!

Μα κάντο τώρα Κόντε μου. Κάμε το να χαρείς,

κάμε το δω, και το καλό στους ουρανούς θα βρεις!

Γονατιστός σου το ζητώ, κουνήσου ’να δαμάκι.

Μα Κάντο για την ψυχούλα κειού, του Χρυσοπατεράκη (δείχνει το πορτραίτο του πατέρα Κλάπα, που κρέμεται στον τοίχο ψηλά)

ΚΟΝΤΕΣ: (εμβρόντητος, προσπαθεί να καταλάβει) Ποιανού ψυχή βρε κερατά; Για ποιόνε να το κάνω;

ΑΛΙΜΟΥΝΤΡΗΣ: (εξηγεί με στόμφο ιερατικό, δείχνοντας το πορτραίτο και τον ουρανό)

Για την ψυχή του Κύρη σου, που βρίσκεται ΄κει πάνω!

ΚΟΝΤΕΣ: (πετιέται έξαλλος από την αγαπημένη σέκια του, την αρπάζει με τα δύο χέρια και τον καπελώνει)

΄Ορσε κερατοτάγκαρε! Αν και τέτοιο κεφάλι τούστεκε για κορόνα του τίνγκα το κατρουγυάλι!

(τον χτυπάει αλύπητα με τό ραβδί πάνω στην ανάποδη σέκια-περικεφαλαία του)

Και γλύτωσες, που τ’ άξιζες, αφ’ του σκατού την πέτσα,

ας όψεται η άτιμη γαϊδουροστιτικέτσα!!!

[Ο Αλιμουντρής, καπελωμένος και στάζοντας νεροκάτουρα, κουνάει απελπισμένα τα χέρια, ενώ οι μαγκουριές πέφτουν βροχή]

Σ ι π ά ρ ι ο ν

Το τι ακολούθησε μέσα στη σάλα ύστερα’ από τό κατάβρεγμα τού Τσιτσίτσιου είναι δύσκολο να περιγραφτεί. Άντρες, γυναίκες και παιδιά –ένας κόσμος ποτισμένος ως το μεδούλι από τό μπουρλέσκο πνεύμα του Μπαρόκ– έπαθε ξαφνικά κάτι σαν ομαδική εξαλλοσύνη.

Αφού βγήκαν και χαιρετήσανε οι πρωταγωνιστές πέντε ή έξι φορές και ο αουτόρος[συγγραφέας] άκουσε κάμποσα «μπράβο Ρικάρντο, μπραβίσιμο, έβίβα Ρικάρντο» και άλλα τέτοια, το πούμπλικο ζήτησε με ξέφρενο χειρο- και ποδοκρότημα να βγει μονάχος του ο…Τσιτσίτσιος.

Κι ήταν, ασηκώνοντας λίγο το σιπάριο, πρόβαλε τό κεφάλι, ακούστηκε μια αγριοφωνάρα, που την σκέπασαν τα παλαμάκια και τα μπράβο.

—΄Οσκε έτσι! Με φορεμένο το κατρουγυάλι!

Τελικά, ο δύστυχος Τσιτσίτσιος αναγκάστηκε να ικανο­ποιήσει τους θαυμαστές του και να βγει μπροστά στο σιπάριο καπελωμένος με τη σέκια. Η υποδοχή που του έγινε θα ικανοποιούσε και τον πιο απαιτητικό «γκρανρολίστα» του κλασσικού ρεπερτόριου.

Ο τρόπος που πασπαλίστηκε τότε μ’ αλατοπίπερο η σάλα είναι χαρακτηριστικός: Χορεύανε οι ανιψιοί με τις θειάδες, οι αδερφάδες με τούς αδελφούς, οι πεθεροί και οι κουνιάδοι με τις νύφες κ’ οι πεθερές με τους …αγαπημένους τους γαμπρούς. Πολλοί γιοί προτιμούσανε για ντάμα τη μάννα τους και όσοι τζοβινότοι δεν βρίσκανε θηλυκό ταίρι χορεύανε μεταξύ τους.

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΡΩΜΑΣ(1906-1981) «Ο ΚΟΝΤΕΣ», ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΣΤΙΑ 1975

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *