ΝΙΚΟΣ ΣΙΜΟΣ:Το Μακεδονικό Mέσα από τα ενημερωτικά έγγραφα του Υπουργείου Εξωτερικών, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ
Δημοσιεύθηκε στις 30/01/2009
Συντάκτης: Πολιτισμός Πολίτης
Θεματική κατηγορία: Υποκείμενα
Από ελληνικής πλευράς το Μακεδονικό, κατά τη μεταπολεμική περίοδο, παρουσίασε τρεις όψεις. Η πρώτη αφορά την πολιτική του ΚΚΕ. Η δεύτερη αναφέρεται στις ελληνογιουγκοσλαβικές σχέσεις και η τρίτη στις ελληνοβουλγαρικές.
Οι θέσεις του ΚΚΕ
Η πολιτική του ΚΚΕ κατά το Μεσοπόλεμο και κατά τη δεκαετία 1940-1950 έχει ήδη μνημονευθεί. Συνοπτικά αναφέρονται τα ακόλουθα:
(α) Το 1924, το Κόμμα υιοθέτησε την πολιτική της Κομιντέρν για ενιαία Μακεδονία και Θράκη.
(β) Το 1935, περιορίστηκε στο σύνθημα της «ισοτιμίας των Σλαβομακεδόνων» μέσα στην ελληνική επικράτεια.
(γ) Κατά την Κατοχή, έθεσε σε εφαρμογή την πολιτική αυτή επιτρέποντας την ίδρυση σλαβομακεδονικών σχολείων, την έκδοση εντύπων και τη σύσταση ιδιαίτερης κομμουνιστικής οργάνωσης (ΣΝΟΦ).
(δ) Κατά την περίοδο του Εμφυλίου Πολέμου (1946-1948), το ΚΚΕ συνέχισε την πολιτική της «ισοτιμίας». Την περίοδο αυτή δημιουργήθηκε η οργάνωση ΝΟΦ –διάδοχος της ΣΝΟΦ– και αναπτύχθηκαν έντονες αλυτρωτικές τάσεις ανάμεσα στους Σλαβομακεδόνες που επιδίωξαν την προσάρτηση της Ελληνικής Μακεδονίας σ’ ένα ξεχωριστό «μακεδονικό» κράτος.
(ε) Μετά τη ρήξη Τίτο-Στάλιν, με απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής του Κόμματος (5η Ολομέλεια, Ιανουάριος του 1949), το ΚΚΕ δέχτηκε τη σύσταση ενός ενιαίου και ανεξάρτητου «μακεδονικού» κράτους στο πλαίσιο μιας φιλοσοβιετικής Βαλκανικής Ομοσπονδίας. Το σύνθημα αυτό εγκαταλείφθηκε, επίσημα, το 1956.
(στ) Στην εξορία η ηγεσία του ΚΚΕ συνέχισε το διαχωρισμό των προσφύγων σε Έλληνες και Σλαβομακεδόνες. Στα πρώτα χρόνια συντηρούσε σχολεία σλαβομακεδονικά και, μέχρι το 1974, στις κομματικές εφημερίδες του, η τελευταία σελίδα τυπωνόταν στη σλαβομακεδονική. Με τη μετακίνηση των περισσοτέρων Σλαβομακεδόνων στη Γιουγκοσλαβία, η εξόριστη ηγεσία του ΚΚΕ απαλλάχθηκε από ένα δυσάρεστο πρόβλημα.
(ζ) Από τη Μεταπολίτευση του 1974, τα διάφορα κόμματα της κομμουνιστικής Αριστεράς δεν έχουν κάνει δημόσιες δηλώσεις για το θέμα αυτό.
Ελλάδα-Γιουγκοσλαβία
Παρά την αποτυχία τους, κατά την Κατοχή, να δεσμεύσουν την ηγεσία του ΚΚΕ στο αίτημα της εκχώρησης της Ελληνικής Μακεδονίας, οι Γιουγκοσλάβοι συνέχισαν να καλλιεργούν την ιδέα της ενιαίας Μακεδονίας την περίοδο 1945-1948. Στο Μπλεντ, το 1947 ο Δημητρώφ συνήνεσε στα σχέδια του Τίτο, όπως προαναφέρθηκε. Δεν είναι όμως εξακριβωμένο τι προέβλεπαν οι συμφωνίες εκείνες για την τύχη της Ελληνικής Μακεδονίας, διότι όλα τα κείμενα των συμφωνιών αυτών δεν δόθηκαν ποτέ στη δημοσιότητα, ούτε από τους Βουλγάρους, ούτε από τους Γιουγκοσλάβους. Όλες όμως οι έμμεσες πληροφορίες και ενδείξεις οδηγούν στο συμπέρασμα ότι στο μέλλον προβλεπόταν ολική ή μερική ενσωμάτωση της Ελληνικής Μακεδονίας στο ενιαίο Μακεδονικό Κράτος.
Μετά την αποκατάσταση των ελληνογιουγκοσλαβικών σχέσεων, το 1951, η Γιουγκοσλαβία έπαψε να προβάλει ως πολιτικό αίτημα την ενότητα της Μακεδονίας, διέλυσε τους συλλόγους των Αιγαιατών «Μακεδόνων», έκλεισε την εφημερίδα τους και τελικά περιορίστηκε στο αίτημα για παροχή μειονοτικών δικαιωμάτων στη «μακεδονική» μειονότητα της Ελλάδας. Το αίτημα αυτό δεν εγκαταλείφθηκε ακόμη και την εποχή του Τριμερούς Βαλκανικού Συμφώνου (1954).
Το 1959 υπογράφηκε μεταξύ Ελλάδας και Γιουγκοσλαβίας συμφωνία μεθοριακής επικοινωνίας, την οποία οι Γιουγκοσλάβοι προσπάθησαν να εκμεταλλευθούν για να διαδώσουν τη «μακεδονική» εθνική ιδέα στους παραμεθόριους πληθυσμούς. Το 1962 η Ελλάδα ανέστειλε μονομερώς το ένα σκέλος της συμφωνίας και δεν επέτρεπε τη μετάβαση Ελλήνων στη Γιουγκοσλαβία. Το μέτρο αυτό παρέμεινε ως το 1964, όταν έγινε ανταλλαγή κτημάτων και από τις δύο πλευρές των συνόρων. Αλλά οι Γιουγκοσλάβοι συνέχισαν και πάλι την ίδια τακτική.
Το Μάιο του 1967, η τότε δικτατορική κυβέρνηση χρησιμοποίησε σχετική ρήτρα της συμφωνίας και γνωστοποίησε στους Γιουγκοσλάβους ότι δεν είχε πρόθεση να ανανεώσει τη συμφωνία, που έληγε το Νοέμβριο του 1967. Το γεγονός αυτό καθώς και η γενικότερη επιδείνωση των σχέσεων προκάλεσαν ένταση της γιουγκοσλαβικής κριτικής για καταπίεση της δήθεν «μακεδονικής» μειονότητας στην Ελλάδα. Η στάση αυτή, με μόνο μία σύντομη διακοπή την εποχή της σοβιετικής εισβολής στην Τσεχοσλοβακία, συνεχίστηκε καθόλη τη διάρκεια της Δικτατορίας.
Η πολιτική αυτή άλλαξε την 24η Ιουλίου του 1974. Επί μία διετία τα γιουγκοσλαβικά Μέσα Ενημέρωσης απέφευγαν κάθε αναφορά στην ύπαρξη μειονότητας στην Ελλάδα. Κατά το ίδιο όμως διάστημα και σε όλα τα επίπεδα οι Γιουγκοσλάβοι έθεταν θέμα αναγνώρισης «μακεδονικής» μειονότητας στην Ελλάδα, χωρίς όμως να πιέζουν. Επικρατούσε η εντύπωση ότι συμφωνούσαν με την άποψη ότι ο χρόνος θα αποδείκνυε ποιος έχει δίκιο, αν δηλαδή υφίσταται ή όχι μειονότητα.
Από τα μέσα του 1976 παρατηρήθηκε μία βαθμιαία αύξηση της κριτικής κατά της Ελλάδας για τη μη αναγνώριση μειονότητας, ενώ παράλληλα δημοσιεύθηκαν και επικρίσεις για κακή μεταχείρισή της. Στα Σκόπια κυκλοφόρησαν βιβλία δυσμενή για την ελληνική πολιτική στο θέμα, ενώ μέσα στο 1976 ιθύνοντες των Σκοπίων – όπως ο Τσερμέτσκι, Γραμματέας της Ένωσης Μακεδόνων Κομμουνιστών – επέκριναν δημόσια τη χώρα μας στους ξένους δημοσιογράφους. Την ίδια εποχή, στα Συνέδρια της Ένωσης Κομμουνιστών Γιουγκοσλαβίας υιοθετήθηκαν κείμενα για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων της «μακεδονικής» μειονότητας στη Βουλγαρία, στην Ελλάδα και στην Αλβανία. Μετά από μία σειρά ελληνικών αντιδράσεων και καθώς η διένεξη των Γιουγκοσλάβων με τη Βουλγαρία έπαιρνε διαστάσεις, ο γιουγκοσλαβικός τύπος έπαψε να αναφέρεται στη δήθεν μειονότητα στην Ελλάδα. Ανάλογες αποφάσεις λήφθηκαν και στο 8ο Συνέδριο της Ένωσης «Μακεδόνων» Κομμουνιστών το Μάιο του 1982.
Ελλάδα-Βουλγαρία
Όσο η Γιουγκοσλαβία είχε την πρωτοβουλία στο Μακεδονικό (1945-1948), η Βουλγαρία περιόριζε τις απαιτήσεις έναντι της Ελλάδας στη Δυτική Θράκη (Διάσκεψη Ειρήνης Παρισίων 1946-1947). Στο αίτημα αυτό είχε την υποστήριξη τόσο της Σοβιετικής Ενώσεως όσο και της Γιουγκοσλαβίας.
Μετά τη ρήξη Στάλιν-Τίτο, η Βουλγαρία πήρε τη σκυτάλη με σύνθημα την ίδρυση ενιαίας Μακεδονίας στα πλαίσια της Βαλκανικής Ομοσπονδίας. Με τον τρόπο αυτό έθεσε έτσι έμμεσα θέμα διεκδικήσεως και επί της Ελληνικής Μακεδονίας.
Στη δεκαετία 1950-1960, όταν η Βουλγαρία πρόβαλλε διεθνώς τη «βουλγαρικότητα», των κατοίκων της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας, περιελάμβανε στην ίδια κατηγορία και τους σλαβόφωνους της Ελλάδας. Στις αρχές της δεκαετίας του 1960, η πολιτική αυτή τροποποιήθηκε και περιορίσθηκε σε σποραδικές αναφορές σε «βουλγαρόφωνους» – και όχι βουλγαρικούς – πληθυσμούς που ζουν στην ελληνική Μακεδονία.
Από το 1963, έπαυσε κάθε αναφορά στη σημερινή κατάσταση της Ελληνικής Μακεδονίας και των κατοίκων της. Στις διμερείς διαπραγματεύσεις του 1964, που οδήγησαν στην πλήρη αποκατάσταση των σχέσεών μας και τη ρύθμιση των πολεμικών εκκρεμοτήτων, η βουλγαρική πλευρά δήλωνε ότι δεν έχει διεκδικήσεις έναντι ελληνικών εδαφών.
Στην περίοδο της Δικτατορίας, η Βουλγαρία τήρησε την ίδια γραμμή.
Μετά τη Μεταπολίτευση και κατά τις αντίστοιχες επισκέψεις των κ.κ. Καραμανλή και Ζίβκωφ, ο Βούλγαρος Πρόεδρος τόνισε ότι η χώρα του δεν έχει ούτε εδαφικές, ούτε μειονοτικές διεκδικήσεις έναντι της Ελλάδας.

























