ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΣΟΛΩΜΟΥ «ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ», ΣΑΤΙΡΙΚΟ ΠΟΙΗΜΑ

[Αυτό το σατιρικό ποίημα του Δ. Σολωμού κυκλοφόρησε ανώνυμο και χειρόγραφο την επομένη του θανάτου του Μαρτινέγκου.
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Εωσφόρος [Κέρκυρα] στις 25 Οκτωβρίου του 1858, δηλαδή ένα χρόνο μετά το θάνατο του ποιητή. Οι περισσότεροι λένε πως αφορά τον Αντώνιο Μαρτινέγκο, κάποιοι άλλοι πως αφορά τον Ιωάννη. Όπως λέει όμως ο Σπ. Δε Βιάζης «Ήσαν τρεις οι αδελφοί, Αντώνιος, Ιωάννης και Ανδρέας, και οι τρεις ενός χαρακτήρος και μιας καρδίας»
Για τον βίο και την πολιτεία των Αδελφών Μαρτινέγκου διαβάστε την ανάρτηση: ΟΤΑΝ ΣΤΗΝ ΖΑΚΥΝΘΟ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΘΗΚΕ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΝΤΩΝΙΟ ΜΑΡΤΙΝΕΓΚΟ]
«Εις την ώρα που σκιασμένος
και παράξενα ντυμένος
βγαίν’ ο κλέφτης για να κλέψη
κι ο φονιάς για να φονέψη
– Σ’ άλλους τόπους εννοώ
κλεψιές, φόνους, κι όχι εδώ –
είδα εν’ όνειρο μουρλό,
και θα το διηγηθώ.
Μες στο νου μου η ψεσινή,
η περίφημη θανή,
μίαν εντύπωση είχε αφήσει,
π’ ο καιρός δε θα τη σβήση·
και στον ύπν’ ο λογισμός μου
την ξανάφερεν ομπρός μου.
Στ’ όνειρό μου αγρίκαα πάλι
τον παπά Τσετσέ* να ψάλλη,
με την τάξη τσ’ Εκκλησίας·
όμως έκαν’, εξ αιτίας
τ’ όνειρού μου του μουρλού,
τη φωνή του κουνουπιού.
Πλήθος έβλεπα λαμπάδες
και καπίτολα· οι παπάδες,
τα φελόνια φορεμένα,
ποιος καινούρια, ποιος σχισμένα,
σοβαρά περιπατώντας,
τη λιρόνα μελετώντας,
ξαστοχούν[λησμονούν] τον πεθαμένο
κι έχουν το κερί σβημένο.
Έκαναν φωνές και γέλια
τα παιδιά με τα βατσέλια·
κι ο καπνός του μοσχολίβανου
από τα λιβανιστήρια
έμπαινε στα παρεθύρια**.
Πολλοί ανθρώποι ακολουθούσαν
και περίλυπα ετηρούσαν[κοίταζαν],
γέρνοντας τες κεφαλές τους
και μιλώντας για δουλειές τους.
Αλλά στα καμπαναρία
δεν είν’ τέτοια αδιαφορία·
Οι καμπάνες πλερωμένες
έκαναν σαν βουρλισμένες.
Κι αφού είδα, ένα προς ένα,
ούλα εκειά που ’χα ιδωμένα,
τρέχει τ’ όνειρο και μπαίνει
μέσα στη Φανερωμένη***.
Ήτανε στην εκκλησία
λίγο φως και πολλή ερμία·
και κοντά στο ξυλοκρέβατο
ξάφνου αγρίκησα να βγει
ένα σκούξιμο μακρύ.
Ότι ελόγιασα πως θα ’ναι
από τόσους ένας κάνε[τουλάχιστον]
που ελυπήθηκε και σκούζει…
να σου ο ίσκιος του Κουτούζη!****
Καθώς πάντα εσυνηθούσε,
όμορφα ρούχα φορούσε,
κι έδειχνε καμαρωτά
το καπέλο του στραβά.
Εις το πονηρό του χείλο,
πὄσκιαζεν οχθρό και φίλο,
έβλεπα με θαυμασμό
που ’χε ακόμα το πικρό,
το συνηθισμένο γέλιο,
ξαστοχώντας το Βαγγέλιο·
ετριγύρισε κομμάτι
εις του Χάρου το κρεβάτι·
αλλά βλέποντας εκεί
το καπέλο, το σπαθί,
που ’ν’ σημεία της αρχοντιάς,
εσταμάτησ’ ο παπάς·
και καλά κοιτάζοντάς τα
κι όμορφα σηκώνοντάς τα
εις την κάσα τα χτυπάει
και τ’ ακόλουθ’ αρχινάει
το κορμί του συχνοσειώντας
και τα λόγια αργοπορώντας:
— «Καλά κάμαν και σ’ τα βάλανε
εδώ πάνου, όταν σ’ εβγάλανε!
Μα το ναις,[μα την αλήθεια] οπού σου πρέπει,
εις την ύστερή σου σκέπη,
μπρος στον κόσμο να κρατείς
τα σημάδια της τιμής!
Μ’ αυτά τα ίδια εγώ σε είδα
που κυρίευες την πατρίδα·
το θυμούμαι (οϊμένανε!)…
Επειδή δε μ’ απομένανε,
εκαθόμουνα ο φτωχός
εις τη γάτα μου ομπρός,
κάνοντάς της χάιδια χίλια,
και σαν ν’ άκουε της εμίλεια:
Μωρή γάτα, τι σου φαίνουνται
τέτοια πράματα; Απομένουνται;[υπομένονται]
Να ’ν’ ο Γιάννης εις το σπίτι,
με τον άλλο ξεκληρίτη[άκληρο],
στην καθίγλα να προσμένουν
ούλους τσ’ άρχοντες που μπαίνουν
και ξανοίγουν, ενώ σκύφτουνε
με τα ταπεινά κεφάλια,
πλεζονιές[καρπούζια] και κατρουγυάλια;[ουροδοχεία]
Νιάι μου, να σε χαρώ,
έχω πίκρα και καημό
να τους βλέπω τσου καημένους
κυριακάτικα ντυμένους
στες καθίγλες να καθίζουν
και τα ρούχα τους να χρίζουν! [να τα κάνουν πάνω τους από φόβο]–
Τέτοια τση ’λεγα· αλλά τώρα,
οπού σ’ εύρηκε η κακηώρα,
πες, ποια στόματα σ’ εκράξαν
και ποια στήθη αναστενάξαν;
Α δε σ’ έκλαψαν, εγώ
σαν παπάς τσου συχωρώ.
Ω! φωνάξετε, Καιροί,
που τον είδατε κριτή,
τι καλό ’χει γεναμένο,
κι ευθύς φεύγω και σωπαίνω!»–
Έτσι λέοντας μεγαλώνει
τη φωνή του και θυμώνει:
«Μα καλό ’ναι πλούσιος να ’σαι,
και ποτέ να μη θυμάσαι
πως στους δρόμους αϊλογάνε
κάποιοι μαύροι που πεινάνε;
Όταν έπλασαν τα χέρια,
που σκορπίσανε τ’ αστέρια,
του θνητού τα σωθικά,
(και τα πλάσανε καλά),
πρώτ’ απ’ όλα τ’ άλλα πάθια
τσου έχουν βάλει τη Συμπάθεια·
και την έδιωξες εσύ,
σαν τη χήρα τη φτωχή,
απ’ τη νιότη σου την πρώτη,
για να βάλεις τη Σκληρότη·
αυτή σὄλεε να ζητάς
το ψωμί της φτωχουλιάς,
και το διάφορο[τόκο] να θες
τρεις και τέσσερες φορές.
Κι ο φτωχός, αποριμένος,
σ’ εσέ ’ρχότουν τρομασμένος,
για να πει με το θλιμμένο
χείλο: Το ’χω πλερωμένο!
Και στα πόδια σου να ρίξει
κλάψες μύριες, και να δείξει
τ’ αχαμνά τα γερατειά του,
τη γυναίκα, τα παιδιά του,
και του ρούχου τα ξεσκλίδια[κουρέλια]·
και του αμόλαες κερατίδια!
Κι έτσι δα, με τέτοιους φόνους,
για σαράντα πέντε χρόνους,
παντελώς δεν είναι θάμα,
μήτε αλλόκοτο το πράμα,
αν εσύφθασες να κρύψεις,
απ’ τους φόβους για να λείψεις,
το σωρό του χρυσαφιού σου
και στες τράβες[στέγη] του σπιτιού σου.
Μα της φτώχειας η κατάρα,
δυστυχότατη τρομάρα,
θα πλακώσει την ψυχή σου
σαν η πλάκα το κορμί σου.
Κοίτα αν είν’ Δικαιοσύνη
εκεί πάνου, για να κρίνει!
Δεν ηθέλησε ν’ αφήση
το κορμί σου να ψοφήση
εισέ δρόμο ή σε καλύβα,
μα στην κάμαρη του Σκλίβα!*****
Εκεί σὄμενε να φθάσης,
και το λογικό να χάσης,
–το παλιό το σπίτι αφήνοντας,
εις τ’ οποίο κάποιος εμπήκε,
που πουλιό του δεν εβγήκε.
(Σκάψε, Ρώμα, για να ιδης******
μη τα κόκαλά του βρης). –
Εκεί, ενώ σ’ αυτό το σπίτι
εκοπίαζες με τη μύτη,
κάνοντας σαν τα παιδάκια,
όταν φκιάνουν φουσουνάκια,
σου σηκώναν κάποιοι τσάφοι[αλήτες]
το κλεμμένο το χρυσάφι·
εκεί εστέκαν, ενώ σὄβγαινε
του θανάτου ο γογγυσμός,
τον αγρίκουναν, κι ετρέμανε
μη δεν ήτανε ο στερνός.
Κάνε εμπόρειες απ’ το βιο σου,
έπειτ’ απ’ το θάνατό σου
και της φτωχουλιάς ν’ αφήσης
και τα στόματα να κλείσης.
Αλλά ο Διάολος εφάνηκε
στο πλευρό σου αδερφικάτα,
όταν έγραφες τη διάτα·[διαθήκη]
και το χέρι σου τηρώντας
και σκληρά χαμογελώντας,
ετραγούδουνε: Ω φτωχοί,
που γυρεύετε ψωμί,
κάθε λύπη τώρα αφήστε
και σε λίγο θα πλουτίστε·
γραικοί σκλάβοι, ακαρτερείτε·
γιατ’ ευθύς θα λυτρωθητε·
τες καδίνες[αλυσίδες] θα πετάξτε,
εις τη Ζάκυνθο ν’ αράξτε,
εις το μνήμα του να ορμήστε
και την πλάκα να φιλήστε.
Κι έτσι μ’ όλο σου τ’ ασήμι
μνέσκεις άκλαφτο ψοφίμι·
όπως έζησες πεθαίνεις
κι εκεί μέσα ο ίδιος μένεις,
με ξεμυτερά τα νύχια
μαθημένα στα προστύχια[τοκογλυφικά συμβόλαια δανεισμού]·
θέλω να σε ιδώ, σκυλί!
Κι έτσι λέοντας, το σπαθί,
το καπέλο, του πετάει,
και στην κάσα ευθύς χουμάει·
ο παπάς εκεί γυρμένος
και στα χείλα του αφρισμένος
πολεμάει να την ανοίξη·
κι ότι αρχίνησε να τρίξη,
εγώ πὄλεα μην ορμήση
και το λείψανο χτυπήση,
τρέχω γλήγορα κοντά
για να πω: Μωρέ παπά!
είναι ο μαύρος πεθαμένος!
Αλλά εξύπνησα ιδρωμένος.
ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ, «ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ», Άπαντα, τ. Α΄, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΚΑΡΟΣ 1979
 

 

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ:

*Παππάς -Τσετσέ ωνομάζετο ο Γεώργιος Ρωμανός, Ζακύνθιος. Μετά τον θάνατον του αρχιεπισκόπου Γαρζώνη έγενετο τοποτηρητής. Εις το αξίωμα τούτο απέθανε τυφλός τω 1831 ετών 80. ΄Ητο μουσικός και φιλόμουσος. Ηγάπα τα τραγούδια. Νύκτα τινα, καθ’ ην ο τραγουδιστής Κουρούμαλλος ετραγούδαε λαμπράν σερενάδα, ο Ρωμανός επιθυμών να προβάλει όπως ακούσει καλλίτερα, έπεσε και τούτο ήτο το αίτιον του θανάτου του. Ένεκα της περιέργου φωνής του [εξ ου και το όνομα Τσετσέ, από το “μύγα τσετσέ”) ο ποιητής τον σατυρίζει.
ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΔΕ ΒΙΑΖΗΣ
.
**Είναι συνήθεια εις την Ζάκυνθον, κηδείας γενομένης επίσημου η καλού πολίτου, να κλείωνται τα παράθυρα, ενώ ή κηδεία διέρχεται, εις ένδειξιν πένθους. Προς απόδειξιν ότι η πόλις δεν έδειξε πένθος, δηλαδή, λύπην, ήσαν ανοικτά τα παράθυρα, άρα έμπαινε ο καπνός του μοσχολιβάνου.
ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΔΕ ΒΙΑΖΗΣ
.
 
*** Παναγία η Φανερωμένη: κεντρική και ιστορική εκκλησία της Πόλης Ζακύνθου.
.
**** Ο γνωστός ζωγράφος, όστις ήτο και δηκτικός και άσεμνος σατυρικός.
ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΔΕ ΒΙΑΖΗΣ
.
***** Ο Σκλίβας, πλούσιος έμπορος, ήταν στενός συγγενής του σατυριζομένου. Λέγεται ότι τούτος τον εγύμνωσε [οικονομικά], ώστε ο Σκλίβας από την απελπισία έχασε το λογικό… Εννοεί ο ποιητής, ότι η θεία Δίκη εφύλαε εις τον απάνθρωπον άρπαγα κάτι χειρότερο παρά την φτώχεψη· να πεθάνει δηλαδή τρελλός εις το σπίτι του ανθρώπου, τον όποιον αδίκησε.
ΙΑΚΩΒΟΣ ΠΟΛΥΛΑΣ
.
******Η κληρονόμος κόρη Καπνίση έλαβε διά σύζυγον τον Γεώργιον Κανδιάνον Ρώμα, πατέρα του γνωστού εν τη Ελληνική ιστορία Διονυσίου Ρώμα[προπάππου του συγγραφέα]. Μετά της κληρονομιάς έλαβε και το εις την πλατείαν του αγίου Λουκά —νυν Ρώμα— οικίαν. Εις την οικίαν ταύτην κατώκει ο Μαρτινέγκος και κατώκει εις την άνω οροφήν. Λέγεται ότι εν τη ακμή του ο Μαρτινέγκος διέταττε και εφονεύοντο πρόσωπά τινα και εθάπτοντο εις την οικίαν του. Μεταξύ δε τούτων και πλούσιοι ξένοι, ό,τι εννοεί ο ποιητής.
ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΔΕ ΒΙΑΖΗΣ
 
Ο σατυριζόμενος, πριν κληρονομήσει τον Σκλίβαν, εκατοικούσε εις την οικίαν του Καπνίση· αυτού, λέγεται, εδέχτηκε έναν πλούσιο ξένον, τον έκλεψε, τον εφόνευσε και τον έθαψε εις την αυλή του σπιτιού. Το σπίτι αυτό του Καπνίση το εκληρονόμησεν ο κόμης Ρώμας.
ΙΑΚΩΒΟΣ ΠΟΛΥΛΑΣ
.
Η οικία αυτή κείται εις την πλατείαν του αγίου Λουκά την φέρουσα τώρα το όνομα Πλατεία Ρώμα. Η κληρονόμος κόρη Καπνίση έλαβε διά σύζυγον τον Γεώργιον Κανδιάνον Ρώμαν πατέρα του αειμνήστου Διονυσίου του γνωστού εν τη Ελληνική ιστορία. Οι Καπνίση είπον εις τον Ρώμαν να κατοικήσει ο Αν. Μαρτινέγκος εις την εν τη πλατεία αγίου Λουκά οικίαν, όπερ εγένετο και κατώκει εις την άνω οροφήν.
ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΔΕ ΒΙΑΖΗΣ
.
[ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: ΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΣΟΛΩΜΟΥ ΣΕ ΜΙΑ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ ΕΚΔΟΧΗ]

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΒΙΤΣΟΣ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *