ΟΤΑΝ ΣΤΗΝ ΖΑΚΥΝΘΟ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΘΗΚΕ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΝΤΩΝΙΟ ΜΑΡΤΙΝΕΓΚΟ

[ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΜΑΡΤΙΝΕΓΚΟΣ (1754-1836) & ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΡΤΙΝΕΓΚΟΣ ( -1826)]: Πλούσιοι γαιοκτήμονες με ισχυρή επιρροή στο λαό και πλούσια συμμετοχή στα πολιτικά πράγματα της Ζακύνθου (1797 -1820).

Ήταν μεν γόνοι πλούσιας αριστοκρατική οικογένειας, αλλά εξώγαμοι, άρα δίχως τίτλο ευγενείας. Διεκδίκησαν τίτλο ευγενείας, αλλά οι ευγενείς τούς τον αρνήθηκαν. Παραγκωνισμένοι από το αρχοντολόι, δήλωσαν Δημοκρατικοί, μάλιστα δε ο Αντώνιος διετέλεσε μέλος του Προεδρείου του Δήμου το 1797 και γενικώς ήταν πολιτικά πολύ δραστήριοι. Για εκδίκηση ξεσήκωσαν τους δημοκρατικούς και τους χωρικούς εναντίον των αρχόντων και προκάλεσαν αναταραχή. Το 1799 o Ιωάννης οργάνωσε με τον Στυλιανό Στραβοπόδη συνωμοσία για τη σφαγή των ευγενών.

Υπήρξαν πολύ πλούσιοι λόγω τοκογλυφίας και έπαιξαν σημαντικό πολιτικό ρόλο στην ιστορία της Ζακύνθου. Κήρυξαν την Ζάκυνθο ανεξάρτητη και αυτόνομη και κυβέρνησαν δικτατορικά με την βοήθεια των Ρώσων. Παρέμειναν ανενόχλητοι εννέα μήνες καταργώντας την αριστοκρατία και τα προνόμιά της. Όταν η κυβέρνηση έστειλε δυνάμεις για να τους ανατρέψουν κάλεσαν έναν τυχοδιώκτη άγγλο αντισυνταγματάρχη, τον James Callander και ύψωσαν στο νησί την Αγγλική σημαία. Στη συνέχεια προτάθηκε από τον Callander στην Αγγλία να αναγνωρίσει την επίσημη κυριαρχία της στη Ζάκυνθο, κάτι που η Αγγλια δεν δέχθηκε. Ύστερα από διαβουλεύσεις της Ρωσίας, Τουρκίας, Αγγλίας και Επτανήσου Πολιτείας έγινε συμφωνία κατά την οποία αποκαταστάθηκε η τάξη, οι ευγενείς επανέκτησαν τα προνόμιά τους και οι Μαρτινέγκοι αμνηστεύτηκαν. Εξακολούθησαν όμως την πολιτική τους δράση. Το 1820 κατηγόρησαν τον Αντώνιο στον Άγγλο αρμοστή των Ιονίων Maitland ότι υποκίνησε ταραχές εναντίον των Άγγλων, οπότε φυλακίστηκε.

 «Επιστρέψας από τας φυλακάς ο Μαρτινέγκος και χάσας την επιρροήν του εγένετο μανιώδης οσάκις ήκουεν το όνομα των χωροφυλάκων. Η εικών του σώζεται εις την Δημαρχίαν. Τόσα χρήματα είχεν ώστε διηγούνται ότι ήθελε κάποτε να φέρει αυτά προς φύλαξιν εις το ενεχυροδανειστήριον, τα εφόρτωσεν επί ζώων. Οι υπηρέται του δεν ελάμβανον μισθόν. Μόνον κατά την πρώτην του έτους έθετον δίσκον και οι μεταβαίνοντες προς επίσκεψιν του δεσπότου έδιδον τον μποναμάν των υπηρετών. Εμάζευον δε πολλά ποσά, διότι μετέβαινε προς επίσκεψιν σχεδόν όλη η κοινωνία. Ο Γ. Κυβετός γνωρίζων την κενοδοξίαν του δεσπότου τούτου, τον έπεισε να στείλει χρήματα για την επανάστασιν του 1821. Ο Κυβετός ούτος ήτο ανήρ χρηστός και εις άκρον φιλόπατρις. Άμα ήλθεν εις Ζάκυνθον ο Όθων μετέβη προ αυτού και γονυπετήσας είπε δοκρύων «Νύν απολύεις τον δούλον σου δέσποτα κλπ. Ήσαν τρεις οι αδελφοί, Αντώνιος, Ιωάννης και Ανδρέας, και οι τρεις ενός χαρακτήρος και μιας καρδίας».

ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΔΕ ΒΙΑΖΗΣ(1849-1927)
.

«Ο ευγενής ούτος άρχων πολλά είχε αποθησαυρίσει εν τη οικία. Επί χρόνους πολλούς διαχειριζόμενος την μεγάλην περιουσίαν των αδελφών Καπνίση, οίτινες κατά τα έσχατα της Βενετικής Πολιτείας ερρίφθησαν εις τας φυλακάς της Βενετίας[Κατά τα τότε φημολογούμενα, αλλά και κατά τον Δ. Σολωμό στο ποίημά του «Όνειρο» ο Μαρτινέγκος και τα δύο αδέλφια του δολοφονούσαν πλούσιους επισκέπτες τους και τους έθαβαν στον κήπο της κατοικίας του], και δανείζων χρήματα εις τους εμπόρους, κτηματίας και άλλους, απέκτησεν άπειρα πλούτη· ήτο το κοινόν δανειστήριον Ζακύνθου και είχε δια τούτο την υπεροχήν και δύναμιν επί τού λαού. Περικυκλούμενος αεί υπό «κολάκων και μισθοφόρων, των μεν εγκωμιαζόντων την φιλοπλουτίαν του, των δε προθύμως εκτελούντων τας επιθυμίας και τας φιλοδοξίας του, εδέσποζεν των ενδεών, περιεφρόνη τους ομοτίμους ευγενείς, κατέστρεφε τους αποτολμώντας να αντιταχθώσιν εις τας αιτήσεις του. Οι αδελφοί του Ιωάννης και Ανδρέας, ο μεν επονομασθείς υπό των συμπολιτών βίαιος και ο δε πλεονέκτης, ήθελον να σωρεύσωσι θησαυρούς αδιακόπως διαρπάζοντες επί ποταπή τιμή πλούσιας ιδιοκτησίας, τοκογλυφούντες και δυναστεύοντες τους απόρους. Πολλάκις ο οφειλέτης επλήρωνε τον τόκον του δανείου, και ο τόκος δεν εγράφετο εν τω ομολόγω, άλλοτε εξώφλη όλον το δάνειον και το ομόλογον δεν εσχίζετο, ούτε επεστρέφετο. Διο και αύθις προσεκαλείτο να αποτίσει τόκους και δάνεια τα οποία προ χρόνων εξώφλησεν. Απειλάς δε φόνου και κακοποιήσεως ήκουεν ο δυστυχής παρά των περιστοιχούντων τον αυθέντην μαχαιράδων και κολάκων, εάν απετόλμα να φωνάξει κατά του αδικήματος και να αποδείξει ψεύτην τον αυθέντην αιτήσαντα το «οφειλόμενον» ποσόν του. Δις και τρις επληρώθησαν ομόλογα ως και σύγχρονοι μαρτυρούσι. Ναι μεν εδεικνύετο ευεργετικός προς τους πληριάζοντες αυτόν, αλλά το τοιούτον ήτο ιδιοτροπία μάλλον ή προδιάθεσις φιλογάθου καρδίας.

Εις την περιφρόνησιν και χλεύην της αλαζονείας του υπέκειντο άπαντες οι συγγενείς και φίλοι, ευγενείς και δυσγενείς, εύποροι ή άποροι. Τριών ειδών κέρατα είχεν επί της τραπέζης της ακαθάρτου και κονιορτώδους αιθούσης της υποδοχής, χρυσούν, αργυρούν και σιδηρούν. Εις τον εισερχόμενον προς χαιρετισμόν ή άλλην συνάντησιν ο Μαρτινέγκος επί παλαιού θρονίου καθήμενος, τους πόδας δε εξηπλωμένους έχων επί της τραπέζης εκείνης, υπεδέχετο αυτούς σείων την χείραν με το μειδίαμα χλεύης και περιφρονήσεως. Και αν μεν ο προσερχόμενος ανήκεν εις την αρχοντολογικήν τάξιν, μειδιών έλεγε: «Ιδού, μωρέ το κέρατό σου το χρυσό», δεικνύων το χρυσούν, εάν δε εις την τάξιν των αστών έδειχνεν το αργυρούν και εάν εις την τάξιν των υποδεών, το σιδηρούν. Άπαντες δε έκλινον αποκαλυπτόμενοι την κεφαλήν προς αυτόν εξερχόμενον. Εζήτουν την εύνοιαν, ήθελον την προστασίαν του, ως και αυτοί οι προ χρόνων εγκατασταθέντες Πελοποννήσιοι και Ζακυνθιομοραΐται.

Ουαί εις τον ερχόμενον εκ της αλλοδαπής και μη ερχόμενον εις την οικίαν του να τον προσκυνήση ή εις τον θελήσαντα να κερδοσκοπήση άνευ της προστασίας του. Εις το νεύμα του εκινείτο άπας ό λαός της Ζακύνθου και διερμηνεύοντας εν τη ιστορία ημών ότι ίνα καταβάλει το αντιπαλαίον την φιλοδοξίαν του αρχοντολόγιον επί της Επτανήσου Πολιτείας εμίσθωσεν πληθύν, κατέστρεψε την εγχώριον κυβέρνησιν Ζακύνθου, απόσπασε την νήσον εκ της συναφείας μετά της ομοσπονδίας των άλλων και εγένετο εξουσιαστής αυτός. Επί εννέας μήνας εδέσποσε αυτής και πολύ αίμα των συμπολιτών Ζακυνθίων ήθελεν ρεύσει επί της αναρχίας εκείνης , εάν ο Αγγλος Κάλενδερ μη ήθελεν εμφανισθεί εν των μέσω και κατακρατήσει τον κίνδυνον. Τούτου ήθους και δυνάμεως ανήρ όστις ηθέλησεν να αντιταχθεί εις τον Μαίτλανδ και κατεδικάστηκε υπό του εξαιρετικού δικαστηρίου ως συνωμότης και στασιαστής»

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΙΩΤΗΣ(1814-1896) «Ιστορία του Ιονίου Κράτους από της συστάσεως αυτού μέχρι ενώσεως (έτη 1815-1864)»

«Ότε δε βραδύτερον αι δυσαρέσκειαι κατά της εφαρμογής τού Μαιτλανδείου Συντάγματος, ως καταστρεπτικού της ανεξαρτησίας των Ιονίων, οσημέραι εκορυφούντο και μάλιστα, όταν διαταχθείσης της καταγραφής των εκκλησιαστικών κτημάτων και θεωρηθείσης ταύτης ως δημεύσεως αυτών, εξεδιώχθη κακής κακώς ο πρωτόπαπας Γαρζώνης ότε μετέβη προς τούτο εις Σκουλικάδον υπό των χωρικών, παροτρυνομένων υπό του Αναστασίου Πέτα ή Κουκή, οργάνου τού Μαρτινέγκου. Επειδή δε εκ των ανακρίσεων προέκυψε, ότι ο υποκινητής των ταραχών ήτο ο Μαρτινέγκος διετάχθη η σύλληψις αυτού την 29 Μαρτίου 1820 και η μεταφορά του εις Κέρκυραν, όπου και εφυλακίσθη. Κατόπιν της συστάσεως του Δικαστηρίου, όπως κρίνει τους δια πολιτικά εγκλήματα ενεχομένους, το Επιτροπικόν Κριτήριον συνελθόν και επιληφθέν της κατηγορίας τού Μαρτινέγκου κατεδίκασεν αυτόν παμψηφεί, την 29 Ιαν. 1821, ως συνωμότην στάσεως κατά της Κυβερνήσεως εις δωδεκαετή φυλάκισιν εις φρούριόν τι των Νήσων, εις έκπτωσιν των πολιτικών δικαιωμάτων του και εις τα έξοδα της δίκης. Μετ’ αυτού δε και τον συνεργόν αυτού, Πέταν εις εξαετή φυλάκισιν με αλύσεις εις τους πόδας. Του Μαρτινέγκου δε ζητήσαντος χάριν, μετετράπη η φυλάκισίς του εις εξορίαν από το Ιόνιον Κράτος, την 2 Ιουλ. 1821. Ο Μαρτινέγκος αποφυλακισθείς ανέχωρησεν έμπλεος φόβου εις Βενετίαν, μετά δε την λήξιν του χρόνου τής υπερορίας του, επανήλθε εκείθεν εις Ζάκ. την 27 Ιουλ. 1824. Αποθανόντων των αδελφών του, εγκατεστάθη εις την οικίαν του ανεψιού του Κωνστ. Βολτέρρα Μαρτινέγκου, τον Νοεμ. 1831, ότε και αυθημερόν συνέταξε την διαθήκην του, βιώσας, ως λέγεται, εν μέσω ελέγχων και ημιπαράφρων μέχρι της 16 Νοεμ. 1836, ότε και απέθανε. Περιγραφήν της κηδείας τού Μαρτινέγκου παρέχει ο ποιητής Σολωμός εις το [σατιρικό ποίημά του] «Όνειρο», δια του όποιου καυτηριάζει τον απαίσιον εκείνον άνδρα.
Το ποίημα του Σολωμού κυκλοφόρησε ανώνυμο και χειρόγραφο την επομένη του θανάτου του Μαρτινέγκου. Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Εωσφόρος [Κέρκυρα] στις 25 Οκτωβρίου του 1858. Όσον δε αφορά το «Όνειρον», αν ο ποιητής Σολωμός έγραψε τούτο καυτηριάζων τον Αντώνιον ή τον Ιωάννην , αι γνώμαι διίστανται άλλων μεν, Χιώτη, Λομβάρδου, Βιάζη, ισχυριζόμενων ότι εγράφη διά τον Αντώνιον, του δε Σπαταλά, ότι εγράφη διά τον Ιωάννη. Πάντως, παρά τα δικολαβικά επιχειρήματα τού τελευταίου, το ζήτημα μένει εκκρεμές, μέχρις ότου αυθεντικότεραι πηγαί δώσουν την πλήρη λύσιν, διότι, παρά τας γνώμας των ανωτέρω, παραμένουν πολλά τα κενά».

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΖΩΗΣ (1865-1956) ΛΕΞΙΚΟΝ ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ ΚΑΙ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΖΑΚΥΝΘΟΥ]

[ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: ΤΟ ΑΡΧΟΝΤΙΚΟ ΚΑΠΝΙΣΗ-ΡΩΜΑ-(ΜΑΡΤΙΝΕΓΚΟΥ)-ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ ΑΓΙΟΥ ΛΟΥΚΑ .
Αρχικά ήταν το Ντομινικάλε της αρχοντικής οικογένειας Καπνίση. Ο στερνός Καπνίσης, ο Νικόλαος, άφησε γενικό του κληρονόμο το γιο της αδελφής του, Διαμαντίνας, Διονύσιο Ρώμα τον φιλικό. Μέχρι να γυρίσει Διονύσιος Ρώμας από τη Βενετία (καλοκαίρι 1824) κατοικήθηκε από τους αδελφούς Μαρτινέγκου, διαχειριστές της περιουσίας Καπνίση, όπου και έστησαν την οικονομική αυτοκρατορία τους. Μετά την επάνοδο του Ρώμα το αρχοντικό στάθηκε το κέντρο της Φιλικής Εταιρείας. Εκεί συνεδρίαζαν οι Κολοκοτρωναίοι, οι Πετμετζάδες, οι Πλαπουταίοι, ο Αναγνωσταράς, ο Νικηταράς και οι άλλοι εξόριστοι από το Μοριά αρματολοί και κλέφτες. Κατά τον 20ο αιώνα περιήλθε στην οικογένεια Αυγουστίνου. Τέλος, καταστράφηκε από τους σεισμούς του 1953].

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *