Η Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, μέσα από την εφημερίδα Αθηνά της 8ης Σεπτεμβρίου 1843 [η αναίμακτη Ελληνική μετάβαση στην συνταγματική μοναρχία]

«Ορμώμεθα ήδη να διηγηθούμε καθ’ όλην της την λεπτομέρεια όσα συνέβησαν κατά την νύκτα της 2-3 Σεπτεμβρίου και την επομένη. Τα περιστατικά αυτά θέλουν είναι μία ημέρα εις άκρον περίεργα για την ιστορία.
Το σύνθημα είχε δοθεί κατ’ αρχάς για την νύκτα της 1-2 Σεπτεμβρίου, αλλά αναβλήθηκε πάλι το κίνημα, για να γίνει περί τον ορθό της 3 Σεπτεμβρίου. Ο στρατηγός Μακρυγιάννης έμελλε να κινήσει από την οικία του με λαό οπλισμένο και με άτακτους στρατιώτες αλλά και με τον τακτικό στρατό. Ο Καλλέργης, υπό το πρόσχημα του να διατηρήσει την κοινή ησυχία, δια τους φόβους, οι οποίοι ήδη διαδίδονταν, εξέρχεται στην πόλη περί την ενδεκάτη πριν τα μεσάνυκτα με το ιππικό του. Αλλά ξαφνικά αναγκάσθηκε να επισπεύσει την εκτέλεση του έργου, αφού έμαθαν ότι η χωροφυλακή περικύκλωσε την οικία του Μακρυγιάννη και ότι ένας λόχος ακροβολιστών διετάχθη να διευθύνει αυτό το μέρος, για να βοηθήσει την χωροφυλακή στην σύλληψη του Μακρυγιάννη και των οπαδών του. Τα μέτρα αυτά εκ μέρους της αρχής έδειχναν ότι το σχέδιο είχε ανακαλυφθεί. Ήδη δε και προ ημερών δεν είχαν λείψει κατάσκοποι οι οποίοι ειδοποίησαν την αρχήν περί ενός προμελετημένου κινήματος και κατά συνέπεια των καταμηνύσεων τούτων, είχε αποφασισθεί η σύσταση του Στρατιωτικού Συμβουλίου. Άρα χωρίς να χάσει καιρό ο Καλλέργης διευθύνεται στον στρατώνα και διατάσσει την σύναξη. Είχε παρέλθει η ώρα του μεσονυκτίου. Συνήλθαν οι αξιωματικοί, και εν τω κύκλω αυτού παρευρέθη και ο διοικητής της Στρατιωτικής σχολής Συνταγματάρχης Σπύρος Μήλιος, με τρεις αξιωματικούς αυτής των κ. Πασχάλη, Ράλλη και ενός τρίτου του οποίου αγνοούμε το όνομα. Τότε προς αυτούς αγόρευσε ο Καλλέργης, είπε ότι η κατάσταση του Έθνους ήταν απελπιστική, εάν η φρουρά δεν ήθελε να τον ακολουθήσει, για να εκτελέσει το κίνημα εκείνο το οποίο έπρεπε να επιτύχουν ή να αποθάνουν. Οι αξιωματικοί δείχνουν προς αυτόν την πλήρη αφοσίωσή τους εκ τούτων κάποιοι λίγοι αγνόησαν το σχέδιο, άλλοι όμως το ακολούθησαν μιμούμενοι τους συντρόφους τους. Αφετέρου ο Καλλέργης είχε παρατεταγμένους, παρά της θύρας του στρατώνα, πιστούς ιππείς, ενώ με τα πιστόλια στα χέρια για να φροντίσουν αμέσως εκείνον, οποίος ήθελε να φανεί εναντιωμένος στο κίνημα. Άμα δε οι αξιωματικοί εξέφρασαν την προθυμία του, ο Καλλέργης εκφωνεί Ζήτω το Σύνταγμα και την φωνή αυτή επαναλάμβαναν άπαντες.

Ρίπτονται δύο τουφέκια, καθώς ήταν το σύνθημα, για να ειδοποιηθούν και οι λοιποί συνέταιροι ο δε Καλλέργης τίθεται επί κεφαλής της φρουράς, η οποία συνίστατο από το τάγμα της γραμμής, το ιππικό και ένα λόχο ακροβολιστών, διότι ο έτερος είχε αναχωρήσει για να συλλάβει με τους χωροφύλακες τον Μακρυγιάννη, οδήγησε τους στρατιώτες την 1 ώρα μετά το μεσονύκτιο προς τα ανάκτορα προέλαυναν δε, με την μουσική με τις σάλπιγγες με τις σημαίες, βαδίζοντας κατά φάλαγγα και διελθόντων την πόλη έφθασαν στην πλατεία των ανακτόρων, όπου παρετάχθηκαν σε δύο γραμμές κραυγάζοντας ζήτω το Σύνταγμα, ταυτοχρόνως ο Καλλέργης πέμπει αποσπάσματα στρατιωτών για να καταλάβουν τις Γραμματείες, την Τράπεζα και το Ταμείο, και ένας άλλος ιππέας για να ελευθερώσει τον Μακρυγιάννη, οποίος πολιορκούμενος ήδη δύο ώρες διέτρεχε πολύ μεγάλο κίνδυνο.
Ο Μακρυγιάννης ήταν αποκλεισμένος στην οικία του με λίγους στρατιώτες ιδίως και λίγους τον Γιάννη Κώστα, όταν έφθασαν οι χωροφύλακες οι οποίοι επειδή δεν ήθελαν να παραβιάσουν την οικία, περιορίσθηκαν να την περικυκλώσουν και σε αυτό το μέρος περίμεναν εν σιγή. Αλλά όταν προσπάθησαν να αφοπλίσουν έναν εκ των στρατιωτών ο οποίος είχε εξέλθει, οι σύντροφοι του Μακρυγιάννη πυροβόλησαν και σκότωσαν τον ενωμοτάρχη και δύο άλλους Χωροφύλακες πλήγωσαν. Οι χωροφύλακες αντιπυροβολούν, και η συμπλοκή θα εξακολουθούσε, εάν από την οικία δεν φώναζαν σε αυτούς . Μετά από μισή ώρα αν κάποιος περνούσε από την πλατεία δεν μπορούσε να δει κανένα σημείο, στο οποίο να συμπεράνει, ότι ολόκληρος ο Λαός και ο Στρατός εξετέλεσαν εκεί προ ολίγου μία Επανάσταση. Για αυτό όλοι χάρηκαν και οι Έλληνες έδειξαν πόσο προέβησαν στον πολιτισμό, πόσο κατενόησαν τα δικαιώματα τους και τον τρόπο κατά τον οποίο θα πρέπει να τα αποκτήσουν, χωρίς να αφήσουν καμία κηλίδα στην ιστορία.

Δέκα χρόνια τους συκοφάντησαν ως ανθρώπους πλήρους παθών και μίσους και δόλου, τους εξευτέλισαν, ότι υπομένουν την δουλεία και την διαφθορά, και μία ημέρα έδειξαν αυτοί πόσο είναι ζηλότυποι της ελευθερίας τους, πόσο είναι επιεικείς μετά την νίκη, πόσο είναι γενναίοι προς τους πρόξενους της δυστυχίας τους. Μήνας δεν είχε παρέλθει αφ’ όταν ο Πηλ από το βήμα του Αγγλικού κοινοβουλίου, ομολογεί ότι η Ελλάδα δεν είχε προοδεύσει στην Κυβερνητική τέχνη, υπαινισσόμενου τρόπου τινά την επέμβαση των ξένων, ως μόνη λύση η οποία παρέχει ελπίδες βελτιώσεως και ως εάν άκουγε το πικρό τούτο έλεγχον το Έθνος, το οποίο καθ’ όλην την εποχή των περί της τύχης του διαπραγματεύσεως έμενε ήσυχο και σιωπηλό, ανευρίσκει διά μιας πολιτικούς ευφροσύνης, οξυδερκείς και ατρόμητος, ανευρίσκει αποφασιστικούς στρατηγούς και γενναίους όσων μετριόφρονας αξιωματικούς αφοσιωμένους στην φωνή της πατρίδας, στρατός ο οποίος τηρεί τόση πειθαρχία, όσην είχαν οι πλέον εξασκημένοι παλαιοί στρατοί της Ευρώπης· ανευρίσκει τέλος πάντων λαό ο οποίος αντί να θέλει να διαρρήξει τον χαλινό, ευπειθής και ευάγωγος προθυμείται να υπακούσει εκείνους, στους οποίους αναθέτει την εμπιστοσύνη του. Σε αυτήν την ημέρα οι Έλληνες γνώρισαν καλύτερα τους Έλληνες· και ήταν καιρός να δείξουν τις αρετές τους. Διότι οι εχθροί τους δεν σταματούσαν λέγοντας ότι η Βασιλεία δεν μπορεί να έχει εμπιστοσύνη σε αυτούς, ότι χωρίς τους Βαυαρούς ο Θρόνος κινδύνευε, ότι αυτούς μόνους έχει ο Θρόνος στηρίγματα και προμάχους. Ότι οι Έλληνες είχαν τόσο άγρια πάθη και σκοτεινά, ώστε επαπείλησαν να ανανεώσουν τους Σικελικούς εσπερινούς.
Ελπίζουμε τώρα ότι θέλουν ομολογήσει, ότι οι Ελληνικοί εσπερινοί είναι το άκρον αντίθετο των Σικελικών*, διότι αντί φόνων παρέχουν σωτηρίας αντί εκδικήσεως συγχώρεση, αντί φανατισμού υψηλό φρόνημα προόδου. Ελπίζουμε τώρα ότι θέλουν ομολογήσει ότι απατήθηκαν εάν νόμιζαν αληθινά, ότι ήταν υπερασπιστές και φίλοι του Θρόνου, άνθρωποι οι οποίοι, στην ώρα του κινδύνου, ούτε φάνηκαν να συνδράμουν στην θύρα των ανακτόρων, η οποία ανοιγόταν στο παρελθόν και να επιδαψιλεύσει σε αυτούς χρήματα, ευνοίας και σταυρούς. Αφού έφεραν τον Θρόνο στο χείλος του γκρεμού τον εγκατέλειψαν και το έθνος, το συκοφαντημένο έθνος, την στήριξη και την παγίωση.
Εδώ δεν κάναμε συζήτηση αλλά ιστορική κρίση. Τα γινόμενα παρήλθαν κατ’ ευτυχία μέχρι τώρα τόσον απαθές και ατάραχος, ώστε η ιστορία δεν έχει ανάγκη παρελεύσεως χρόνου,, για να φέρει την κρίση της, καθ’ όσον αφορά το γεγονός, αλλά μπορεί να το κάνει και αυτή την επαύριον του συμβάντος. Από τώρα όμως η εξουσία η δυσκολία και οι Έλληνες στην εκπλήρωση των σοβαρών και ιερών καθηκόντων τα οποία μέλλουν να αναλύσεως θέλουν να αποδείξει πόσον κατά την δεκαετία αυτή ανεπτύχθη πριν την γνώσιν των κοινωνικών ζητημάτων της.»
Εφ. Αθηνά, φ. 1047, 8 Σεπτεμβρίου 1843

[* ΣΙΚΕΛΙΚΟΣ ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ: Η ονομασία της επανάστασης των Σικελών το 1282 ενάντια στο καθεστώς του Καρόλου του Ανδεγαυού, Γάλλου ευγενούς βασιλέα, ο οποίος με παπική συναίνεση είχε καταλάβει το Βασίλειο της Σικελίας 1268 και εμφανιζόταν ως ο επίδοξος κατακτητής της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Ο Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος σε συνεργασία με τον Πέτρο Γ΄ της Αραγωνίας πιστεύεται, ότι αναμείχθηκαν στη λαϊκή εξέγερση και τελικά η Σικελία πέρασε στον έλεγχο της Αραγονίας, ενώ σημαντική ήταν και η προδιάθεση των Σικελών να εκδιώξουν τους κυβερνήτες τους. Η εξέγερση ονομάστηκε έτσι επειδή ξεκίνησε κατά τη διάρκεια του Εσπερινού της Δευτέρας του Πάσχα, στις 30 Μαρτίου 1282. Ήταν η απαρχή του Πολέμου του Εσπερινού που κράτησε για 20 χρόνια, μέχρι δηλαδή το 1302.

«Στον ήχο της καμπάνας αγγελιοφόροι διέτρεξαν την πόλη, καλώντας τους άνδρες του Παλέρμου να ξεσηκωθούν ενάντια στον καταπιεστή. Ευθύς οι δρόμοι γέμισαν με οργισμένους κατοίκους, που κραύγαζαν «Moranu li Francisi» (που στα σικελικά σημαίνει «Θάνατος στους Γάλλους»). Κάθε παρευρισκόμενος Γάλλος χτυπήθηκε. Ξεχύθηκαν στα πανδοχεία, όπου σύχναζαν Γάλλοι και στα σπίτια όπου κατοικούσαν, χωρίς να ξεχωρίζουν άνδρες, γυναίκες ή παιδιά. Σικελές κοπέλες που είχαν παντρευθεί Γάλλους, πέθαναν μαζί με τους συζύγους τους. Οι διαδηλωτές διέρρηξαν τα μοναστήρια των Δομινικανών και των Φραγκισκανών· όλες οι ξένες μοναχές σύρθηκαν έξω και τις διέταξαν να προφέρουν τη λέξη «ciciri», που οι Γαλλόφωνοι αδυνατούν να προφέρουν. Όσες αποτύγχαναν σε αυτό το τεστ, σκοτωνόταν… Μέχρι το επόμενο πρωί σχεδόν δύο χιλιάδες Γάλλοι -άνδρες και γυναίκες- κειτόταν νεκροί· και οι στασιαστές είχαν τον απόλυτο έλεγχο της πόλης». Runciman, StevenThe Sicilian Vespers: a History of the Mediterranean World in the Later Thirteenth Century. Cambridge University Press, Κέιμπριτζ 1958

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *