Δ. Αρκαδιανος – Μ. Γιαννουλης: “Δημοτικά τραγούδια και χοροί των χωριών της Ζακύνθου” || Λαογραφική έρευνα

Σαράντα επτά τραγούδια και σκοπούς και δέκα χορούς περιλαμβάνει ένα βιβλίο με τίτλο ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΤΡΑΔΟΥΔΙΑ ΚΑΙ ΧΟΡΟΙ ΤΩΝ ΧΩΡΙΩΝ ΤΗΣ ΖΑΚΥΝΘΟΥ, που κυκλοφόρησε πρόσφατα. Παράλληλα σε δύο CD και ένα DVD, που εμπεριέχονται στο βιβλίο, υπάρχει η ηχητική και η οπτική καταγραφή αυτών των χορών και τραγουδιών. Και πρόκειται για μόνο ένα μέρος από εξακόσια πενήντα (!) δημοτικά τραγούδια με τις παραλλαγές τους, τριάντα σκοπούς και δεκαέξι χορούς που τα τελευταία επτά χρόνια, από το 2011, έχουν καταγράψει δύο νεαροί ζακυνθινοί: Ο Διονύσης Π. Αρκαδιανός (γεν.1985) και ο Μαρίνος Δ. Γιαννούλης (γεν. 1994). Η καταγραφή αυτή είναι αποτέλεσμα κοπιώδους και επίμονης έρευνα στα χωριά της Ζακύνθου, συγκεκριμένα στα χωριά:
Ορεινά: Κερί, Αγαλά, Κοιλιωμένο, Άγιο Λέοντα, Λούχα, Γύρι, Εξωχώρα, Καμπί, Μαριές, Αναφωνήτρια, Ορθωνιές, Άνω και Κάτω Βολίμα.
Της Ρίζας: Λιθακιά, Μουζάκι, Παντοκράτορας, Ρωμήρη, Λαγοπόδο, Μαχαιράδο, Βουγιάτο, Λαγκαδάκια, Φιολίτη, Γαλάρο, ΄Αγιους Πάντες, Αγία Μαρίνα (Φαγιά), Σκουληκάδο, Αγιο Δημήτριο, Καλλιθέα (Κούκεσι), Πηγαδάκι και Καταστάρι.
Του Κάμπου: Γαϊτάνι, Σαρακινάδο, Βανάτο, Άγιο Κήρυκο, Καληπάδο, Άνω και κάτω Γερακαρίο.
Επίσης: Βαρρές, Πλάνο, Ρόιδο, Καλαμάκι, Αργάσι. Αλλά και στη Χώρα.

Οι δύο καταγραφείς δεν είναι επαγγελματίες ερευνητές (φιλόλογοι, λαογράφοι, μουσικολόγοι κλπ.) και καλύτερα που δεν είναι. Είναι απλώς μια νέα σοδειά από εκείνους «τσου μουρλούς» που ο θεός της Ζακύνθου στέλνει σε κάθε γενιά ζακυνθινών για να διασώσουν την φήμη και την υπόληψή της στους αιώνες, ως ευλογημένο τόπο κορυφαίας και πρωτότυπης δημιουργίας και έμπνευσης ικανής να σταθεί, ασφαλώς σε πανελλήνιο, αλλά συχνά και σε παγκόσμιο επίπεδο. Παρά το ότι οι άνθρωποι αυτοί είναι χαρισματικοί, τόσο ώστε να είναι ευτυχείς μόνο και μόνο από τη χαρά της αφιλοκερδούς προσφοράς στην πατρίδα τους και τον Πολιτισμό, είναι καταδικασμένοι να παλέψουν μόνοι τους κόντρα στους συμπατριώτες τους εκείνους, που ως άλλοι Χάσηδες καυχώνται για πολλά, κυρίως για την ζακυνθινή τους, ληξιαρχικώς μόνο, ιδιότητα, αλλά είναι όχι μόνο ανίκανοι να αφήσουν πίσω τους ένα έργο γύρω από την Ζάκυνθο, αλλά και απρόθυμοι να συμπαρασταθούν έστω και στοιχειωδώς στους εργάτες του Πολιτισμού. Το μόνο που κάνουν είναι να κομπάζουν αλαλάζοντας διαμαρτυρόμενοι συνήθως, καταβροχθίζοντας με απόλαυση παράλληλα τις σάρκες του νησιού τους. Κι αυτό δεν ισχύει μόνο στην εποχή μας. Ας θυμηθούμε κάτω από ποιες συνθήκες έζησαν παλαιότεροι ζακυνθινοί στους οποίους χρωστάμε το ίδιο τον ζακυνθινό πολιτισμό, που θα μας ήταν άγνωστος χωρίς το έργο που άφησαν. Όπως ο Παναγιώτης Χιώτης, ο Σπυρίδων Δεβιάζης, ο Ανδρέας Βιαγκίνης, ο Ιωάννης Τσακασιάνος, ο Λεωνίδας Ζώης, ο Ντίνος Κονόμος και λοιποί.

Ο Διονύσης Π. Αρκαδιανός και ο Μαρίνος Δ. Γιαννούλης ευτύχησαν να συναντηθούν με έναν από τους ζακυνθινούς που θέλουν και μπορούν, τον κ. Γιώργο Θεοδόση των Levante Ferries και του 11880, που τους συμπαραστάθηκε ώστε να μπορέσουν να κυκλοφορήσουν ένα μέρος αυτής της καταγραφής τους. Από τον πρόλογό του ο κ. Θεοδόσης δείχνει ότι κι εκείνος δεν περιορίζεται στο να απολαμβάνει τη φύση και τον πολιτισμό της Ζακύνθου, ούτε απλώς να κερδίζει από αυτήν στις επιχειρήσεις του, αλλά κατανοεί την αναγκαιότητα της ενεργούς και ουσιαστικής συμβολής: «Κάθε φορά που χρειάζεται να πάρω μια βαθιά ανάσα, αυτή που θα με κρατήσει όρθιο στη δύσκολη ώρα, στρέφομαι στο παρελθόν της Ζακύνθου –στον τόπο, αλλά και στις γενιές πριν από μένα […] Τα τελευταία χρόνια αυτή η αύρα, που η πνοή της ξεκινά στο μακρινό παρελθόν, κινδύνευσε να ξεθυμάνει. Η αξιακή, ηθική, και πολιτισμική κρίση που πολιορκεί τον κόσμο όλο, δεν θα άφηνε τη Ζάκυνθο απείραχτη. […] έγινε στόχος αυτής της λαίλαπας περισσότερο από άλλους τόπους, καθώς η σπάνια ομορφιά της γοητεύει τόσο ποιητές, ότι κι αυτούς που θέλουν να την λεηλατήσουν. Άγριες εποχές. Οι άγριες εποχές, όμως, γεννούν και δυνατούς κι ασυμβίβαστους ανθρώπους, όπως οι δημιουργοί αυτού του εντυπωσιακού έργου, που κρατάμε στα χέρια μας».

Το βιβλίο καταγράφει χορούς, τραγούδια (στίχους και μουσική με τις πολλαπλές εκδοχές τους), όργανα, τραγουδιστές, τόπους, χρονολογίες, εκτελεστές, έθιμα, σχετικά ιστορικά δεδομένα, λεξιλόγιο της διαλέκτου και της ορολογίας, πάρα πολλές φωτογραφίες, ευρύτατη βιβλιογραφία, αλλά και άλλα. Το θεωρητικό μέρος, προς επίρρωσιν, πλαισιώνεται με το οπτικοακουστικό υλικό, δύο cd και ένα dvd με τους χορούς δηλαδή, σε ειδικές θήκες στο εξώφυλλο. Σημαντικό επίσης είναι πως σε καθένα από τα δημοσιευόμενα τραγούδια παρατίθεται και η παρτιτούρα του. Τις παρτιτούρες κατέγραψε ο Ανδρέας Σταμίρης.

Πρόκειται για ένα βιβλίο βιβλιολογικώς άρτιο και αισθητικώς εντυπωσιακό (με τη συμβολή του σπουδαίου συγγραφέα, αλλά και επιμελητή βιβλίων Σπύρου Καρυδάκη και της έμπειρης περί τα εκδοτικά Ντιάνας Χαικάλη), ιστορικώς θεμελιωμένου (με τη βοήθεια του ιστορικού Δημήτρη Αρβανιτάκη), και με τη μουσική εποπτεία του χαλκέντερου Τιμόθεου Αρβανιτάκη, ένα βιβλίο που πληροί τις προϋποθέσεις του επιστημονικού βιβλίου, χωρίς να παύει να είναι ευχάριστο και χρήσιμο στον μέσο αναγνώστη. Είναι μια θεμελιακή κατάθεση στην Ιστορία της Ζακύνθου, της Ελλάδας, αλλά και του Πολιτισμού γενικότερα.
Εκτός από τους κλασικούς της τοπικής ιστοριογραφίας, με το θέμα έχει ασχοληθεί ο Λουδοβίκος Σαλβατόρ στο περιορισμένου αριθμού αντιτύπων βιβλίο του «Ζante», το 1904, αλλά και νεότεροι όπως ο Σαράντης Αντίοχος και ο Διονύσιος Γ.Κάρδαρης. Ηχητική καταγραφή δημοσιευμένη είχαμε στην δεκαετία του ’60, από μια εμβληματική μορφή του ελληνικού λαϊκού πολιτισμού, του Σίμωνος Καρρά, σε ένα δίσκο με το μουσικό υλικό που ο ίδιος κατέγραψε τότε μαζί με την Μαρία Βούρα και εξέδωσε με την επιχορήγηση του Ιδρύματος Ford. Ο δίσκος συνοδευόταν από ένα ένθετο βιβλιαράκι με τους στίχους των τραγουδιών. Ο Σίμων Καρράς κατέγραψε και δημοσίευσε τα τραγούδια: «Θα αρχίσω πικραμένος», «Λεβαντίνικο συρτό», «Όσο ν’ το μάκρος του γιαλού» και το «Τ’ αλφαβητάρι της αγάπης». Κι όλοι πιστέψαμε πως αυτά μόνο είναι τα τραγούδια που έχουν διασωθεί στα βουνά της Ζακύνθου.

Στη συνέχεια επανεκδόθηκαν διασκευασμένα αρκούντως από το Δημήτρη Λάγιο, χωρίς αναφορά στον αρχικό καταγραφέα τους Σίμωνα Καρρά και παρουσιάστηκαν εξαντλητικά με τη μορφή αυτή σε όλα τα πανηγύρια των επιχορηγήσεων που επακολούθησαν. Και είναι απορίας άξιον: Κανείς από όλους εκείνους της επί χρήμασι λαϊκής παράδοσης και των πολιτιστικών συλλόγων, που μισόν αιώνα τώρα τα περιφέρουν ως τα ιερά και τα άγια της ζακυνθινής φυλής, δεν σκέφτηκε να ψάξει να βρει και κανένα επιπλέον, από εκείνα τα 630 που καταγράφηκαν στη συνέχεια από τους δύο συγγραφείς του βιβλίου και που υπήρχαν παρόντα στα στόματα, στην καθημερινότητα και στις ψυχές όλων εκείνων που συμμετείχαν στις 1.100 συνεντεύξεις που έκαναν οι δύο συγγραφείς μαζεύοντας υλικό για το βιβλίο; Πόσο μάλλον που δεν χρειαζόταν να ψάξουν καν αφού, όπως είναι σαφές στο βιβλίο, τα τραγουδούσαν στα πανηγύρια σε όλα τα χωριά, που αναφέρονται πιο πάνω μέχρι και σήμερα! Σαν να μην έφτανε ότι αντιμετωπίσθηκαν ως copy/paste έτοιμης δουλειάς υπέστησαν ό,τι υφίσταται ο λαϊκός πολιτισμός όταν πέφτει στα χέρια αδαών και μη ευαίσθητων, βγήκαν δηλαδή έξω από τις κοινωνικές και ανθρώπινες συνιστώσες, που τα γέννησαν, και μεταλλάχθηκαν από λαϊκός πολιτισμός σε φολκλόρ. Έπαθαν δηλαδή το ίδιο που παθαίνει η αρκούδα που την παίρνουν από το δάσος, της φορούν κρίκο στη μύτη, της βάζουν κραγιόν στα χείλη και τη βάζουν να «χορέψει» βαρώντας της ένα ντέφι, (εδώ ταμπουρλονιάκαρο και όχι πάντα) ώστε να μπορούν στο τέλος να βγάλουν δίσκο.
Οι συγγραφείς του βιβλίου, παρότι είχαν υπόψιν τους την προγενέστερη του βιβλίου τους βιβλιογραφία δεν στηρίχθηκαν σε αυτήν, αντιθέτως κατέγραψαν δια ζώσης ένα-ένα τα τραγούδια, μια-μια τις πληροφορίες και χαρτογράφησαν σε έκταση, βάθος και σαφήνεια το υλικό αυτό στη μορφή που βρήκαν κατά την περίοδο της καταγραφής του, δηλαδή στην περίοδο 2011-2018. Παραδίδουν ένα μέρος του με το βιβλίο αυτό κι έχουν να παραδώσουν πολύ υλικό ακόμη. Κι από εδώ και πέρα υπάρχει ανάγκη για περαιτέρω αξιοποίησή του, επειδή αποτελεί ζωντανό πεδίο επιστημονικής έρευνας από φιλολόγους, μουσικολόγους, συγκριτικής κλπ. Έρχεται για πρώτη φορά στο φως και ανοίγει νέους δρόμους στη γνώση.

Δεν ξέρω αν άλλη φορά έχουν αποκληθεί, επίσημα τουλάχιστον, αυτά τα βουνήσια τραγούδια ως «Δημοτικά». Τα λέγαμε «τραγούδια από τα χωριά» ή «τραγούδια από τα βουνά». Όμως οι διαφορές τους από ό,τι ξέρουμε μέχρι τώρα ως Δημοτικά Τραγούδια είναι πολλές. Οι συγγραφείς, λόγω της ενασχόλησής τους με τους παραδοσιακούς χορούς της πατρίδας μας, έχουν εποπτεία της δημοτικής μουσικής και των παραδοσιακών χορών σε όλη την Ελλάδα, που τους επιτρέπει να παραθέτουν δίπλα σε κάθε ζακυνθινό τραγούδι που δημοσιεύουν τις συγγένειές του με τραγούδια άλλων περιοχών της χώρας. Η θεματολογία μπορεί να είναι ανάλογη, ο καλαματιανός χορός αυτούσιος, όμως η μουσική και κυρίως η αισθητική των ζακυνθινών τραγουδιών διαφορετική, πιο …επτανησιακή, πιο χαρούμενη, ακόμη και στα τραγούδια που αναφέρονται σε θάνατο, ακόμα και αυτούσια τα μοιρολόγια. Οι ίδιοι λένε πως τα περισσότερα από αυτά τα τραγούδια υπάρχουν αποκλειστικά και μόνο στην Ζάκυνθο. Διαφορετικά είναι στην Ζάκυνθο και τα μουσικά όργανα —για τα οποία υπάρχει στο βιβλίο εκτεταμένη συγκροτημένη αναφορά—, αφού στην Ζάκυνθο έχουμε στα «δημοτικά της» τραγούδια διαδεδομένη τη χρήση του «ταμπουρλονιάκαρου», αλλά και του βιολιού, του μαντολίνου και της κιθάρας. Πάνω από όλα όμως διαφέρουν οι δαιμονικές λαϊκές ζακυνθινές φωνές, που δεν τραγουδούν, αλλά ερμηνεύουν, πάντα με τον δικό τους, πολλές φορές ανορθόδοξο μα τόσο θελκτικό τρόπο, φωνές που σε όλους τους αιώνες βγαίνουν στο νησί.

Το ίδιο συμβαίνει με τη θεματολογία του στίχου, που σε πολλά σημεία μοιάζει με άλλων περιοχών της Ελλάδα, μα που συγχρόνως είναι τόσο διαφορετική (πχ. Ένα φονικό τιμής στην Πάτρα, που μοιάζει με σύγχρονο ρεπορτάζ). Η ηθική που βγαίνει μέσα από αυτά τα ζακυνθινά τραγούδια είναι πιο ανοικτόμυαλη από τα ανάλογα της υπόλοιπης Ελλάδας («Εγώ χωράφι σου ’δωσα να σπείρεις, να θερίσεις/ Μ’ αν είν’ τα βόιδα σου αχαμνά κι η ζεύλα λυγισμένη/ κι ο ζευγολάτης άχρηστος,/ τι φταίω εγώ η καημένη;») Όπως επίσης πιο τολμηρή είναι και την φρασεολογία του στιχοπλασίας: «Ήτανε ο νιός που μ’ είχε αγαπήσει, […]/ Το σταυρό πετώ, τα ράσα μου ξεσκίζω και τα σγουρά μου τα μαλλιά τα λούζω, τα χτενίζω/ Έχε γεια, σταυρέ και ’σύ άγιο θυμιατήρι/ και δε με ξαναβλέπετε άλλο σε μοναστήρι»).
Όλα αυτά, καθώς και πληροφορίες για τον τρόπο με τον οποίον συμμετέχουν οι γυναίκες στους χορούς και στα τραγούδια αναδεικνύει μια κατά πολύ πιο χειραφετημένη γυναίκα στην ορεινή Ζάκυνθο από ό,τι στην Πελοπόννησο ή στην Ήπειρο. Μια γυναίκα που φτάνει βγαίνει να διαλαλήσει ότι «πουλάει» τον άντρα της, επειδή δεν της παίρνει φουστάνια και βελέσια και ό,τι άλλο θέλει. Προφανώς όσο κι αν τα ορεινά χωριά, όπου φαίνεται να έχουν δημιουργηθεί αυτά τα τραγούδια, ήταν σχεδόν απρόσιτα πριν από τον 20ο αιώνα, ο απόηχος του ευρωπαϊκού πολιτισμού με τους τρόπους που η ιστορική συγκυρία επιτάσσει είχε εγκατασταθεί κι εκεί.

Χορός, τραγούδι και μουσική είναι συνυφασμένα, αλλά δεν είναι και απαραίτητο να γίνονται όλα αυτά μαζί. Οι ζακυνθινοί της υπαίθρου τραγουδάνε και χορεύουν στα πανηγύρια τους ή στους γάμους τους, τραγουδάνε όμως και στο θέρο και στον τρύγο και τα πρωινά που πηγαίνουν για τα χωράφια ή το βράδυ που γυρίζουν σπίτι. Τις πιο πολλές φορές χωρίς τη συνοδεία οργάνων. Το συνηθέστερο είναι να τραγουδάει ένας και να επαναλαμβάνουν όλοι οι υπόλοιποι μαζί.

Κάθε μουσικός σκοπός δεν αντιστοιχεί σε ένα τραγούδι. Διαφορετικοί στίχοι τραγουδιούνται και χορεύονται πάνω στην ίδια μουσική. Όπως και πολλοί στίχοι χορεύονται στους ήχους των καλαματιανών, απλού και διπλού. Έντονος είναι ο επηρεασμός από τα αστική ιταλίζουσα μουσική τση Χώρας, συχνά μάλιστα ο επηρεασμός είναι και στο στίχο πχ. Ένας στίχος μιλά για τζελουτζία.
΄Η, μήπως, το «ιταλίζον» στοιχείο δεν προέρχεται από τη Χώρα, αλλά από την Κάτω Ιταλία και τη Σικελία, αφού πολύ συχνά σκοποί από την ταραντέλα είναι στα τραγούδια αυτά τόσο έντονα παρόντες που δεν μπορείς να τους αγνοήσεις; Επικαλούμαι ένα παράδειγμα με στοιχεία της ιστορικής πραγματικότητας για να υποστηρίξω την ανάγκη της έρευνας και προς την Μεγάλη Ελλάδα και αντιγράφω από το βιβλίο του Χρήστου Λιβέρη «Τα τοπωνύμια της Ζακύνθου», Ερμής 2002:
«Άγιος Λέων ή Αη-Ληός: Οι απελεύθεροι από Κατάνης (Liberi da Catania), όταν αποβιβάστηκαν στη Ζάκυνθο πήραν εντολή από τους βενετούς να κατευθυνθούν στο μεγάλο βουνό (το Βραχίωνα). Ανέβηκαν μόνοι τους εκεί (χωρίς συνοδεία) και εγκαταστάθηκαν στο μέσο της οροσειράς, όπου έκτισαν τα σπίτια τους και εκκλησία αφιερωμένη στον Άγιο Λέοντα, τον επίσκοπο και μετέπειτα προστάτη άγιο της Κατάνης. Το χωριό δεν πήρε εξ αρχής «επίσημη» ονομασία, αφού εστήθηκε χωρίς την παρουσία βενετού και τη σύνταξη κτηματολογίου (όπως φαίνεται και από τα γεγονότα που επακολούθησαν). Οι βενετοί εσημείωναν αρχικά ότι στην περιοχή έστειλαν τους Liberi da Catania, προσδιορίζοντας και το χώρο και, όταν αργότερα επενέβησαν για να τακτοποιήσουν τα πράγματα, εδέχθηκαν την ονομασία Άγιος Λέων, κατ’ επίκληση το εποίκων. Είναι επίσης ενδεικτικό ότι οι έποικοι αυτοί πήραν και εδιατήρησαν το διπλό επώνυμο Λιβέρης-Κατσάνιας, από τη νέα νομική κατάσταση του απελεύθερου και τον τόπο καταγωγής τους, αφού πριν σαν δουλοπάροικοι δεν είχαν επώνυμα.

Θα χρειαστεί, για να διευκρινίσουμε τα πράγματα, να ανατρέξουμε στην ιστορία του χωριού. Όπως προειπώθηκε, οι βενετοί έστειλαν πρώην δουλοπάροικους από Κατάνης, στα βουνά και δεν τους εμέτρησαν (από την αρχή) την έκταση δικαιοδοσίας τους. Στο επόμενο διάστημα εσυνέχισαν να πέμπουν εποίκους στην περιοχή. Και η σημαντικότερη αποστολή φαίνεται να ήταν η πολυπληθής ομάδα από το χωριό Μπάστα, μετά την πτώση του κάστρου της Κορώνης το 1534. Η εγκατάσταση των Μπάστα είχε βέβαια σαν συνέπεια τη σμίκρυνση του κλήρου των πρώτων εποίκων. Γεγονός που προκάλεσε αντιδικίες μεταξύ παλαιών και νέων οικιστών και τη δημιουργία δύο στρατοπέδων, των Λιβέρη και Μπάστα. […]
Όταν οι έριδες μεταξύ των δύο ομάδων πήραν οξύτατη μορφή (πολεμική), οι βενετοί επενέβησαν για την αραίωση του πληθυσμού και έστειλαν από τους Λιβέρη προς τη νοτιοδυτική πλευρά του νησιού (Αγαλά και Κερί) και από τους Μπάστα προς την αντίθετη κατεύθυνση, τη βοριοανατολική (Πλάνο, Τσιλιβί). Οι Μπάστα μετακινούνται προοδευτικά σε Μπόχαλη-Ακρωτήρι και φτάνουν μέχρι το Κρυονέρι (στις παρυφές της πόλης), όπου χτίζουν και την εκκλησία του Αγίου Πέτρου, προστάτη αγίου της οικογένειας. Οι Μπάστα του Αη-Ληού, αφού δεν μπορούσαν να χρησιμοποιούν την εκκλησία του Αγίου Λέοντος (ιδιοκτησία των Λιβέρη), αναγκάστηκαν να κτίσουν άλλη, τον «Άγιο Πέτρο εις το χόρτον», οπότε και πήραν το παρεπώνυμο «αγιοπετρίτες.
Μετά τη βενετική επέμβαση-διευθέτηση, εδημιουργήθηκαν στο χωριό δύο γειτονιές, τα Λιβερέικα και Μπαστέικα, διαρκώς αλληλοϋποβλεπόμενες δε. Και η αγάρα (έχθρα) εσυνεχίστηκε, μέχρι την τελευταία δεκαετία του εικοστού αιώνα, οπότε έκλεισε και τυπικά με τη συγχώνευση των δύο δημοτικών σχολείων.»
Ανάλογες μεταναστεύσεις φυγάδων στην Ζάκυνθο υπήρξαν πολλές, ήδη από το 1500, και από την Πελοπόννησο (Κορώνη, Μεθώνη, Μονεμβασία, Πάτρα, Ναύπλιο), από την Κρήτη, από το Σούλι κλπ., αλλά και από την Νότια Ιταλία και τη Σικελία, για αρκετές δεν έχουμε καν στοιχεία. Για όσες όμως έχουμε ξέρουμε ότι αριθμούσαν μερικές χιλιάδες ψυχές κάθε φορά. Και όλους οι βενετσιάνοι τους έστελναν στα βουνά της Ζακύνθου για να τα καλλιεργήσουν και να ζήσουν. Το μαρτυρούν και τα επώνυμα: Καλαμβρέζος, Μοθωναίος, Γάσπαρος, Βαρβαρίγος, Κάλβος κ.λ.π.
Όταν λοιπόν οι κάτοικοι της Κατάνιας έρχονται και φέρνουν μαζί τους και εγκαθιστούν στα ζακυνθινά βουνά τον προστάτη άγιο της πόλης τους, τον Άγιο Λέοντα, παρότι δεν αποτελεί άγιο του εορτολογίου των Ορθοδόξων, πόσο μάλλον φυσικό και αναπόφευκτο ήταν να φέρουν τη μουσική, τους χορούς και τα τραγούδια τους. Φυσικό ήταν και οι Μπασταίοι από την Κορώνη της Μεσσηνίας να φέρουν τον Καλαματιανό. Έτσι λοιπόν στην ορεινή Ζάκυνθο, την απομονωμένη ηθελημένα από τη Χώρα, χωρίς δρόμους προσέγγισης (οι δρόμοι φτιάχτηκαν γύρω το 1925) διαμορφώθηκε ένα κλειστό περιβάλλον ανταλλαγής πολιτισμών. Κι όταν οι βενετσιάνοι επέτρεψαν ή προκάλεσαν την εξάπλωση αυτών των μεταναστών και στα χωριά του κάμπου (ποτέ όμως στη Χώρα) μετέφεραν εκεί τα τραγούδια και τους χορούς τους. Εκτός όμως από αυτά, οι μαρτυρίες του βιβλίου λένε πως στα πανηγύρια των χωριών του Κάμπου έρχονταν να παίξουν οργανοπαίχτες από τα βουνά. Οπότε επιστρέφοντας στο χωριό τους άφηναν πίσω τους σκοπούς, χορούς και τραγούδια που το πρόθυμο ζακυνθινό αυτί αιχμαλώτιζε, με την ίδια διαδικασία που ένας χωραΐτης άκουγε μια φορά από έναν ιταλικό θίασο μιαν άρια όπερας στο θέατρο και την επόμενη στιγμή την τραγουδούσε στο δρόμο ή στην ταβέρνα.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι το είδος αυτής της διασταύρωσης (Ζακυνθινά βουνά με ενδεχομένως αρχαιοελληνικά απομεινάρια, Πελοποννήσου, Ηπείρου, Κρήτης, Κάτω Ιταλίας, Σικελίας και Βενετίας) είναι γεγονός μοναδικό στον κόσμο, όσον αφορά τη σύσταση του πολιτιστικού κράματος που προέκυψε. Κι αυτός είναι ο λόγος που η καταγραφή των Διονύση Π. Αρκαδιανού και ο Μαρίνου Δ. Γιαννούλη, αυτού του αυθεντικού καθρέφτη της διασταύρωσης και αυτου κράματος, ξεπερνά σε σημασία τα σύνορα, όχι μόνο της Ζακύνθου, αλλά και της Ελλάδας.

Με το βιβλίο και τις ηχογραφήσεις μένουμε κατάπληκτοι για το πώς τόσα χρόνια αγνοούσαμε όλα όσα παραδίδει και για άλλη μια φορά αποδεικνύεται ότι δεν αρκεί η προηγμένη τεχνολογία και η εύκολη επικοινωνία της εποχής. Χωρίς την ανθρώπινη πρωτοβουλία παραμένουν ανενεργές και αναξιοποίητες. Πιο πολύ όμως το βιβλίο ανοίγει νέους κόσμους και παρουσιάζει την εικόνα της Ζακύνθου σημαντικά διαφοροποιημένη. Είναι προφανές ότι με την καταγραφή και δημοσίευση αυτού του υλικού, αλλά και όσου θα επακολουθήσει δεν τελειώνουμε, αντιθέτως αρχίζουμε. Οι στίχοι, η μουσικοί, οι χοροί του βιβλίου δίνουν ως …παράπλευρη προσφορά σωρεία πολιτισμικών πληροφοριών, εν πολλοίς αγνώστων, για ιστορικά γεγονότα, καθημερινή ζωή, δοξασίες και νοοτροπίες, κοινωνικές αξίες και ηθική, τη θέση της γυναίκας και του άνδρα. Επιπλέον δε, αποτελούν έναν πακτωλό γλωσσικών πληροφοριών.
Οι δύο συγγραφείς του βιβλίου είναι πολύ υψηλού επιπέδου διανοούμενοι. Όλα δείχνουν πως θα υπάρξουν κι άλλοι νέοι μελετητές που θα συνεχίσουν την αξιοποίηση του υλικού που οι Διονύσης Π. Αρκαδιανός και Μαρίνος Δ. Γιαννούλης με τόση γνώση και ενδελέχεια συνέλεξαν .
Η εμφάνισή τους αποτελεί ένδειξη ότι θα βγει αληθινός ο Διονύσης Ρώμας, που μέσα από τα ερείπια των σεισμών του 1953 έγραφε ότι θα έλθει εποχή που η Ζάκυνθος θα ξαναγεννήσει νέους Σολωμούς, Κάλβους, Ξενόπουλους, Κουτούζηδες και Καρρέρηδες!
ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΒΙΤΣΟΣ ( Από το: https://www.imerazante.gr/2019/01/17/189030 )

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *