ΑΝΔΡΕΑ ΛΑΣΚΑΡΑΤΟΥ: ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΕΝΟΣ ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΙΤΑΛΙΚΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ

TRADUZIONE IN GRECO MODERNO DELLA CANZONETTA

1 Αχ, Κυρά μου, πες μου ως πότες
Μια ζωή τόσο παιδεμένη,
Μια ζωή τόσο στερεμένη
Πες μου ως πότες θα βαστάς;

2 Και όσο δα είναι καλοκαίρι
Πάει καλά το σύρε και έλα.
Μα για πες μου δεν είν’ τρέλα
Όντες πιάνουν τα νερά;

3 Τότες που ό Βοριάς φυσάει
Μέρα νύκτα παγωμένος
Σαν Παχύ χοίριο πρησμένος
Καμμιά αυγίτσα θα βρεθώ.

4 Τι δεν είμαι μαθημένος
Οχ το κρύο να τουρτουρίζω,
Σα σκυλί να τρεμουλίζω:»,
Γιατί τ’ αίμα μου είν’ ψιλό.

 

5 Με αστραπόβροντα και χιόνια
Δεν μπορώ μέσα στη στράτα
Να κυλιέμαι σαν τη γάτα
Όλη νύκτα μοναχός.

6 Το ‘χε πει και ο Μακαρούνιας,
΄Αχολη μου περιστέρα
Να φυλάομ’ όχ τον αγέρα
Τσή νυκτός, γιατ’ είν κακός.

7 Γιατί, φως μου, αν αρρωστήσω
Χωρίς άλλο την παθαίνω,
Και στον ‘Αδη κατεβαίνω
Χωρίς να σε ματαδώ.

8 Νάταν κάνε ιδώ τρυγύρου
Καμμιά πέτρα να καθήσω,
Μα που! μήτε ν’ άκουμβήσω
Δα φειδεύομαι πουλιό.

9 Γιατί κάποιοι μεθυστάδες
Στα καντούνια τρυπωμένοι
Με κοιτούνε οι πομπιομένοι
Από κει με το γυαλί.

10 Όπου αλείφουν τα πεζούλια
Μ’ ένα… πώς να σου τ’ ορίσω…
Με νογάς…. για να γιομίσω
Οχ τα νύχια ως την κορφή.

11 Καθώς κιόλα εψές τη νύχτα
Εγιομίσαν τα σκουτιά μου
Σ’ έναν τρόπο, αχ κυρά μου,
Που δεν είχα παστρεμό

12 Ας το πει και ο Πατινίστας
Που ως και εκείνος τα βρακιά του
Αλειφτήκανε ίσια κάτου
Κ’ εβλαστήμουνε μ’ έκειούς.

13 Μα δε φτάνει. Μια εδεπά θε
Κάθε τρεις και λιγουλάκι
Από το παραθυράκι
Μου πετάει μια κανατιά.

14 Και εγώ o μαύρος μαζωμένος
Τα υποφέρνω για σε, φως μου,
Μα και εσύ πρόβαλε δος μου
Αν όχι άλλο, μια ματιά.

15 Όντες είναι για όνομά σου
Δε με γνοιάζει α με γελούνε,
Δε με γνοιάζει α θα με πούνε
Όρνιο, Μπαίγνιο, Μασκαρά.

16 Μα δεν πρέπει να το θέλης
Να με γλέπης πινομή σου
(Αν εγώ ‘μαι ό Βενιαμής σου)
Να υποφέρω έτζη σκληρά.

17 Έλα φως μου να τελειώσει
Μια φορά,  ό,τι και αν εστάθη,
Γλύτρωσέ με από τα πάθη
Και από τσι κακομοιριές.

18 Τώρα π’ έχουμε τσή νιότης
Τον καιρό ας τόνε χαρούμε,
Έλα να στεφανωθούμε,
Σώνει τώρα τσ’ απονιές.

19 Tι αν ο γάμος μας δε γένει,
Αχ με παίρνεις στο λαιμό σου,
Και θα κλάψεις τον πιστό σου.
Όντες δεν έχει γιατρειά.

20 Αχ για σε κυρά μου λιώνω
Που η καρδούλα μου το ξέρει
Σα στη φλόγα ξυγκοκέρι
Σα μαρούλι στη φωτιά.

Μετάφραση: Του ‘Ανδρέα Τυπάλδου Λασκαράτου, Κεφαλληναίου

[Πρωτοδημοσιεύτηκε στο ιταλικό Almanacco per L’ anno 1831 ως ανώνυμο με μόνη υπογραφή τααρχικά «D.Z». Αποτελείται από είκοσι τετράστιχες στροφές και μια εξάστιχη, την οποία ο Λασκαράτος δεν μεταφράζει.
Δημοσιεύτηκε από την Κρίστα Ανεμούδη- Αρζόγλου στο περιοδικό ΕΡΑΝΙΣΤΗΣ. Η ίδια γράφει:
«Μπορούμε, επομένως, να πούμε πώς τό στιχούργημα μεταφράζεται ελεύθερα και πώς το ιταλικό κείμενο χρησιμοποιείται από τό μεταφραστή ως αφετηρία για τή δική του δημιουργική ανάπλαση και τή στιχουργική του άσκηση- τό αποτέλεσμα αυτής της προσπάθειας είναι μια νέα ποιητική δημιουργία, μέ αυτοτελή άξια, στην όποια, όχι μόνο διατηρείται, άλλα και επιτείνεται τό σκωπτικό, χιουμοριστικό πνεύμα του ιταλικού πρωτότυπου. […]Ωστόσο πολλές από αυτές τις συνθέσεις διασώθηκαν άπό φίλους του σέ δύο χειρόγραφα τετράδια τα όποια, κάποια στιγμή, πέρασαν στα χέρια του ‘Αριστοτέλη Βαλαωρίτη. Τό 1863 ό Λασκαράτος ζητά από τό Βαλαωρίτη να του τα επιστρέψει:

«Να μου τές δώσης νάν τές παστρέψω άπό τα έντροπαλά πού εις αυτές ευρίσκονται, καί, σαν τίμιος άνθρωπος, να σου τές επιστρέψω, χωρίς ουδέ καν να βαστάξω άντίγραφον»

, του γράφει στις 21 Φεβρουαρίου 1863.
Λίγο αργότερα, στις 5 ‘Απριλίου του ίδιου χρόνου, σέ ένα άλλο του γράμμα προς τον Βαλαωρίτη, εξομολογείται:

«Οι στίχοι εκείνοι δεν είναι πλέον δικοί μου, […] αφού μια φορά τους έδωσα εννοώντας να δώσω όχι μόνον τό χαρτί καί τό μελάνι, άλλα καί τές ιδέες εκείνες μέ τήν άξίαν τους όλην αντάμα. Ολο εκείνο τό bagaglio τό έδωσα τότες του Πρετεντέρη για να παστρέψω τό σπίτι μου άπο πράμα που δεν επιθυμούσα να έχω, και πού μόνον μου επόνηε να καύσω. Το ξαναλέγω, επιθυμούσα να. διορθωθούνε οί αισχρότητες όπου είναι στους στίχους εκείνους, όχι τάχα για να φανούνε μια μέρα ομορφότεροι, άλλα γιατί φανταζόμενος τήν πιθανήν έμφάνισίν τους μια μέρα εις το κοινόν, έντρέπουμαι άπο τα τώρα — αν όμως δεν θέλης να διορθωθούν σύ πού τώρα είσαι ο ιδιοκτήτης τους, εγώ δεν πιάνω τσί κλάψες».

Τελικά οΒαλαωρίτης του έστειλε τα χειρόγραφα μόλις το 1871»]

ΤΟ ΙΤΑΛΙΚΟ ΠΟΙΗΜΑ:
[D. Ζ.: ALLA SUA BELLA
1 Ahimè, dimmi, fino a quanto
Questa vita, ο mia carina,
Cosi trista ed assassina,
Fino a quanto ha da durar?

2 Queste eterne givarolte,
Questi eterni andirivieni,
Finché i tempi son sereni,
Gioja mia, li potrò far.

3 Ma allorché verrà l’Inverno
Che oramai non è lontano
E a soffiare il Tramontano
Allorché comincerà;

4 Qui dal freddo le pazzette
Stare a battere, e a tremare
Come un can non posso stare,
Né sarebbe carità;

5 Star non posso, anima mia,
Dalla pioggia qui da matto
A bagnarmi come un gatto
A buscar qualche malor.

6 E Messer lo M….ne.
Detto m’ha che mi riguardi,
E che attento ognor mi guardi
Della notte dal rigor.

7 Perocché se all’aria chiappo
Qualche buona infreddatura,
Giù mandarmi in sepoltura
Certamente ella mi può.

8 Manco mal se da sedere
Qui ci fosse un qualche loco ;
Ma né punto qui né poco
Dove assidermi non so.

9 Che ogni notte, con che gusto
Io non so, certi bricconi
Che spiando dai cantoni
Coli’ occhiale ognor mi stan,

10 D’una certa robicoiuola….
Tu m’intendi… imariuoli !
Tutti quanti i muricciuoli
Qua e là sporcando van.

11 L’altra notte si le brache
Io mi sono iusudiciato,
Che appestavo da ogni lato
Lungi un miglio per mia se.

12 Se noi credi, il Patinista
Te il può dir ohe mi sta appresso,
Che sporcatosi ancor esso
E’puzzava come me.

13 Μα νον βαστα! θνα ωιψινα
A catini mi balestra
Acqua giù dalla finestra
Sulle spalle ogni tantin

14 E io bagnato qual pulcino
Me la succio chiotto chiotto,
E ogni pillola m’inghiotto
Per te sola, poverin !

15 Per te sola non ci penso
Se mi mettono in ridicolo
Se mi dicon che un testicolo,
Che un babbeo, che un giucco io son.

16 Ma vedermi si trattato
Che tu soffra non conviene,
S’egli è ver che mi vuoi bone,
E s’io sono il tuo mignon.

17 Cor mio bello, terminiamo
Una volta questa festa,
E mi togli a si molesta
Vita e a pena si crudel.

18 Non bisogna poi si troppo
Aspettar che l’erba cresca,
Or che siamo in età fresca
Vieni e diamoci Panel.

19 Che se presto il pateracchio
Non si fa, sii certa, ahi lasso !
Me n’andrò presto a Patrasso
E ne avrai la colpa tu.

20 Ch’io mi struggo, te lo giuro
Come al fuoco tale e quale
La braciuola di majale,
E, ben mio, non posso più

21 Ed altro volea dir, ma in quell’istante
Si sovvenne che a cena andar dovea;
E fatto uno sgambetto ed un galante
Inchino alla sua bella Dulcinea,
Scappò via come un fulmine di butto,
Per tema di non stare a dente asciutto.]

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΒΙΤΣΟΣ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *