Περί κατασκευής του κρασίου (1846)

«Ούρμα σταφύλια τρύγαε, και τ’ άγουρα αφηνέτα

Και ούλα τα σάπια και ξερά όθ’ εύρης πεταέτα,

Γιατί τα σάπια προξενούν μούχλα και δυσωδίαν

Και τα ξερά καταρροφούν την γλυκεράν ουσίαν.

Πρόσεχε νά ν’ ο τρύγος σου ημέρα που δεν βρέχει,

Ουδέ δροσιά τ’ άμπέλι σου ς’τα φύλλα του  να έχη,

Γιατί και τα σταφύλια σου να πατηθούν βρεμμένα

κάνουν κρασία νερουλά, και αδυνατισμένα.

Αλλά αν έπεσε δροσιά κι’ είναι υγρό το αμπέλι,

Άφες τον Ήλιον να το ιδή, τρύγος δροσιές δεν θέλει.

Την αυτή μέρα που τρυγάς κάνε και τρυγοπάτι.

Και μην τα αφήνης ς’ τον ληνόν να λιώνουν σαν τ’ αλάτι

Γιατί αν λιώνουν στο λινόν εκεί σωρός σταφύλια

Είναι ζημία φανερή, κίνδυνα έχουν χίλια.

Ο ήλιος, ο άνεμος, οι άνθρωποι, τα ζώα,

Και κάθε πράγμα βλάφτει τα, δεν τα αφήνει σώα .

Είν’ τα σταφύλια του ληνού τραπέζι του διαβάτη .

Να τρώει και ν’ αναχωρεί με την κοιλιά γεμάτη.

Πλην το πολύτερον κακόν είναι μη εκεί βράσουν,

Και εκείνη την ουσία τους κακά απ’ τον αέρα χάσουν.

Ευθύς λοιπόν πάτει τα εκεί και εις αγγειά χυνέτα

Το μούστο με τα τσίπουρα και μαστελάριζέ τα

Αυτά τ’ αγγειά όμως εσύ να μη παραγεμίσεις

Αλλ΄ αδειανό το τέταρτο του τόπου τους ν’ αφήσεις

Γιατί οπόταν βράζουνε φουσκώνουν, αναβαίνουν,

Κι ο τόπος τους δεν τα χωρεί, όξω πηδούν κ’ εβγαίνουν.
Αφού τα βάλης εις τ αγγειά σκέπαστα να μη μπάζη

Αέρας μέσα εις αυτά όπου ο μούστος βράζει.

Γιατί αέρας μπαίνοντας κ’ εκβαίνοντας ρουφάει

Ούλο το πνεύμα του κρασιού, βάστα να μη φελάει.

Βάλ’ ένα από τενεκέ δίστομον σουληνάρι

Εις μίαν τρύπα του αγγειού πιτήδεια να το πάρη

Και τ’ άλλο του σουληναριού στόμα σε μια σκουτέλα

Βάλε το μέσα με νερό κοντά εις την μαστέλα.

Τότ’ άφες τα κλεισμένα ‘κει, οκτώ ή δέκα μέραις,

Όπου φυσούν εις το νερό και παίζουν οι αέραις

Κλου κλου θα κάνει το νερό, και ειν’ αυτό σημείο

Ότι είν’ ο μούστος άβραστος ακόμη μεσ’ τ’ αγγείο.

Αλλά οπόταν το νερό κλου κλου πλέον δεν κάνει

Ο μούστος έγινε κρασί, κι αυτό δεν σε λανθάνει.

Σαν θα σου γίνη το κρασί, δια να μη χαλάση

Δυώ τρεις μέραις πάλ’ εκεί ας το να ησυχάση.

Και την τετάρτη μοναχά, ή το πολύ την τρίτη

φέρετο στα βουτζία σου λίγα πολλά το σπίτι.

Και πρώτα τήρα τα  καλά να είναι παστρεμένα,

Και να μην είναι μυρωδιά κακή εισέ κανένα.

Γιατί την παίρνουν παρευθύς τότες και τα κρασία.

Και σου χαλούν, άδικη χαλασία.

Έπειτα μήπως κ’ εις τ’ αγγειά ακόμη μεταβράσουν

Κι απ’ τον βρασμόν όξω χυθούν, και τα βουτζία σπάσουν

Τζι τρούπαις άνοιξε κι εκεί, έτζι να μη σε σφάλη

Κι έχε σκουτέλες με νερά, και σουληνάρια πάλι.

Κι ήσυχα και ανέγκιαχτα κράτει εκεί δύο μήνες

Και αποφεύγεις το κακό χωρίς άλλες δυστίναις.

Ύστερα απ’ ούλα σου τ’ αγγειά τα σουληνάρια πέτα

Και τσι σκουτέλες τσάκιζε και τα νερά χυνέ τα.

Και ελαφρούς ευρές φελλούς και βούλωνε ένα ένα

Μη ξεθυμάνει πουθενά και έχε τα κλεισμένα.

Έτσι φτιασμένο το κρασί άλλο δεν έχει χρεία

Αυξάνει δέκα τα κατό κρατεί πολυκαιρία.

Κι έχεις αληθινό κρασί, ώστε και αναγαλιάζει.

Κι εκειός που το πουλεί ποτέ κι εκειός  που τ’ αγοράζει.

Πίνε λοιπόν τέτοιο κρασί κι’ ακόμη και εις υγεία.

Του γέροντος που σου ‘γραψε αυτήν την ορμηνίαν».

ΛΟΓΙΟΝ ΠΟΙΗΜΑ ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΠΟΥ ΑΠΑΝΤΑΤΟ (ΚΑΙ) ΣΤΗΝ ΖΑΚΥΝΘΟ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *