ΤΟ ΑΓΝΩΣΤΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΤΟΥ 1944

Ήταν η πρώτη επιθετική ενέργεια των βρετανικών δυνάμεων στην Αθήνα. Τη στιγμή εκείνη, αρκετοί εξεπλάγησαν.
Όμως το τηλεγράφημα που είχε σταλεί τα ξημερώματα της ίδιας ημέρας από τον Γουίνστον Τσόρτσιλ προς τον στρατηγό Σκόμπι δεν άφηνε περιθώρια παρερμηνείας. «Είσαι υπεύθυνος για την ουδετεροποίηση ή καταστροφή όλων των δυνάμεων του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ που προσεγγίζουν την πόλη» έγραφε ανάμεσα σε άλλα.

«Μη διστάσεις να ενεργήσεις όπως αν ήσουν σε μια κατακτημένη πόλη όπου μια τοπική εξέγερση βρισκόταν σε εξέλιξη. (…) Πρέπει να κρατήσουμε και να κυριαρχήσουμε στην Αθήνα»…

Το απόγευμα της 5ης Δεκεμβρίου 1944 οι μάχες στο κέντρο της Αθήνας είχαν ανάψει για τα καλά. Είχαν περάσει δύο ημέρες από την αιματοβαμμένη συγκέντρωση του ΕΑΜ στην Πλατεία Συντάγματος. Η χαρά της Απελευθέρωσης έχει σβήσει. Τμήμα του ΕΛΑΣ Σπουδαστών, του μετέπειτα Λόχου «Λόρδος Μπάιρον», με επικεφαλής τον Γρηγόρη Φαράκο, μετά το μεσημέρι καταλαμβάνει το Πολυτεχνείο θέλοντας να επιτεθεί στη Γενική Ασφάλεια που βρισκόταν ακριβώς απέναντι, επί της οδού Πατησίων. Και τότε, άγγλοι αλεξιπτωτιστές περνούν αιφνιδιαστικά το προαύλιο του Πολυτεχνείου ανοίγοντας πυρ. Μπαίνουν στο κτίριο της Πρυτανείας, σκοτώνουν και τραυματίζουν όσους ελασίτες καπνίζουν αμέριμνοι στον διάδρομο. Φοιτητές ξαπλωμένοι ζητούν βοήθεια, ενώ οι Αγγλοι συνεχίζουν να τους «γαζώνουν». Οι φοιτητές προσπαθούν να τους πείσουν ότι δεν πρέπει να αναμειχθούν στη διένεξη που έχουν οι ίδιοι με την κυβέρνησή τους. Τους εξηγούν ότι δεν πολεμούν τους Βρετανούς, αλλά τους ντόπιους φασίστες, τους συνεργάτες των Γερμανών. Μάταια. Ενα από τα βρετανικά τανκς που είχαν περικυκλώσει το κτίριο πέφτει πάνω στη σιδερένια πύλη του Πολυτεχνείου και την γκρεμίζει. Η χούντα θα μιμηθεί τη σκηνή 29 χρόνια αργότερα… Παρά τη σφοδρότητα της επίθεσης και τους νεκρούς που άφησε πίσω της η εισβολή, τα γεγονότα της ημέρας εκείνης μνημονεύονται σπανίως. Είναι το άγνωστο Πολυτεχνείο του ’44.

«Οι τραυματίες έμειναν στο έλεος των Εγγλέζων, πεσμένοι πάνω στο δάπεδο του διαδρόμου, πνιγμένοι στα αίματά μας, να βογκάμε και μερικοί να ξεψυχάνε. Τα πόδια μου και τα δυο τα αισθανόμουνα σαν λιωμένα. (…). Αρχισα να σέρνομαι στον διάδρομο. Σύρθηκα περίπου 30 μέτρα. Βγήκα από την πόρτα στο πλατύσκαλο και γαντζώνοντας τα χέρια μου στα σκαλιά, κατάφερα να κατέβω τη μικρή μαρμάρινη σκάλα που έβγαζε στην αυλή του Πολυτεχνείου. (…) Οπως ήμουνα ξαπλωμένος ανάσκελα και ανίκανος πια να κάνω οτιδήποτε, παρακολούθησα λεπτό με λεπτό τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν μέσα στον χώρο του Πολυτεχνείου»

έγραψε αργότερα ο αγωνιστής Φοίβος Τσέκερης, φοιτητής της Αρχιτεκτονικής και διμοιρίτης του Λόχου «Μπάιρον» που θα έδινε ιστορικές μάχες τις 33 ημέρες των Δεκεμβριανών. Ο Τσέκερης, ο οποίος είχε συλληφθεί, φυλακιστεί και βασανιστεί κατά τη διάρκεια της Κατοχής εξαιτίας της αντιστασιακής του δράσης, θα τραυματιζόταν σοβαρά και στα δυο του πόδια στη μάχη του Πολυτεχνείου, γεγονός που του άφησε για πάντα σοβαρή αναπηρία. «Ενα εγγλέζικο τανκ έπεσε πάνω στη σιδερένια πόρτα της οδού Πατησίων, την άνοιξε διάπλατα και στάθηκε εκεί, με την κάννη του να κοιτάει προς το κτίριο της Αρχιτεκτονικής. Εγγλέζοι στρατιώτες μπαίνανε πάνοπλοι, με προφυλάξεις, και ακροβολίζονταν δεξιά κι αριστερά με πρόθεση να κυκλώσουν το κτίριο» έγραψε.

Ανάμεσα στους μαχητές του Λόχου «Μπάιρον» βρισκόταν ο Κώστας Αξελός αλλά και ο Ιάννης Ξενάκης, μέλος της ΕΠΟΝ, φοιτητής του Πολυτεχνείου και μετέπειτα διάσημος συνθέτης και αρχιτέκτονας.

Μετά την εισβολή του βρετανικού άρματος μάχης και τη ρίψη οβίδων από τους Αγγλους προς τους φοιτητές, ο Ξενάκης τραυματίζεται σοβαρά, με αποτέλεσμα να χάσει το αριστερό του μάτι και να αλλοιωθεί η αριστερή πλευρά του προσώπου του.

Αργότερα θα αναγκαστεί να φύγει από την Ελλάδα για να σωθεί από τις άγριες μετεμφυλιακές διώξεις. Θα καταφύγει στην Ιταλία και στη συνέχεια στο Παρίσι, όπου το ταλέντο του θα αναγνωριστεί καθώς προσλαμβάνεται από τον διάσημο αρχιτέκτονα Λε Κορμπιζιέ.

Τραυματίας θα βγει από τη μάχη του Πολυτεχνείου και ο επονίτης σκηνοθέτης Αλέξης Δαμιανός, ο οποίος στα γεγονότα εκείνα θα συλληφθεί από τους Βρετανούς. Ο Δαμιανός μαζί με τον Νίκο Κούνδουρο είχαν νωρίτερα σταθεί μπροστά στο βρετανικό τανκ, δίνοντας την ευκαιρία σε σπουδαστές του Λόχου «Μπάιρον» να διαφύγουν.

Ο Κούνδουρος ήταν τότε μόλις 17 ετών. Είχε αποφοιτήσει με άριστα από το Πειραματικό Σχολείο του Πανεπιστημίου Αθηνών και είχε οδηγηθεί στον ΕΛΑΣ, παρακινημένος από την ορμή της νιότης και το όνειρο για ελευθερία. Στη μάχη του Πολυτεχνείου πολέμησε έχοντας διαμπερές τραύμα στο αριστερό του χέρι και έφυγε έχοντας τρεις σφαίρες σφηνωμένες στο σώμα του, «υπολείμματα», όπως διηγιόταν ο ίδιος, «από τις 50 σφαίρες πολυβόλου» που είχαν κάνει κόσκινο τον φίλο και συμφοιτητή του Ισίδωρο. Η 5η Δεκεμβρίου 1944 θα γινόταν για εκείνον η αρχή μιας πορείας που θα κατέληγε στη Μακρόνησο.

Τη δική του μαρτυρία κατέγραψε στο βιβλίο «Μέρες και νύχτες του Δεκέμβρη» και ο ελασίτης Σπύρος Τζούβελης: «Λίγο μετά το μεσημέρι, το μεγαλύτερο μέρος του λόχου των σπουδαστών του εφεδρικού ΕΛΑΣ προωθήθηκε από τα Εξάρχεια όπου ήταν η έδρα του και κατέλαβε όλα τα κτίρια του Πολυτεχνείου. Σκοπός ήταν να διαφυλαχθεί το Πολυτεχνείο από τους αντιπάλους και να χτυπηθεί η Ασφάλεια που βρισκόταν απέναντι, στην οδό Πατησίων. (…) Το απόγευμα, απροσδόκητα φάνηκαν εγγλέζικα τανκς, συνοδευόμενα από στρατό. Για πρώτη φορά φάνηκε καθαρά ότι επεμβαίνουν στις συγκρούσεις. Ζώσανε το Πολυτεχνείο και ένα τανκ έπεσε πάνω στην κεντρική σιδερένια πύλη, την έσπρωξε και την έριξε. Ενα τμήμα τους μπήκε στο κτίριο της Γραμματείας και άρχισε να ρίχνει πισώπλατα στους σπουδαστές που πολεμούσαν από τα παράθυρα και σε όσους βρίσκονταν στον διάδρομο».

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΡΟΒΒΑ, «ΤΑ ΝΕΑ», 17 ΝΟΕ, 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *