Ο Εθνικός Ύμνος και οι νέοι “Φαναριώτες”

Φαίνεται ότι η “Καθημερινή” των Αθηνών, διαχρονικά τείνει να δημιουργήσει μιαν
αντι-σολωμική παράδοση. Αρχικά ο Άγγελος Βλάχος, απευθυνόμενος στον Κωστή
Παλαμά και τον Γεώργιο Δροσίνη, τους λέει: “Θα σας τον κατεβάσω εγώ τον
Σολωμό από εκεί που τον ανεβάσατε”. Σήμερα, η “Καθημερινή” δια του αρθογράφου
της Χρήστου Γιανναρά, ζητά την κατάργηση του Εθνικού μας Ύμνου, του Σολωμού
και του Μάντζαρου, και την αντικατάστασή του από το “Τσάμικο” του Μάνου
Χατζηδάκι (γράφω παρακάτω).
Θυμάμαι, μαθητής ακόμη του Δημοτικού Φιλοθέης, μου είχε κάνει εντύπωση από
τότε, που οι δάσκαλοι μας έλεγαν ότι ο εθνικός μας ποιητής ήταν αλλόγλωσσος. Ότι
έγραφε δηλαδή σ’ αυτή την απλοϊκή διάλεκτο, επειδή είχε ως πρώτη γλώσσα του τα
ιταλικά. Αυτή η άποψη βέβαια θα είχε ξεχαστεί, αν δεν την συναντούσα έκτοτε συχνά
μέχρι και σήμερα, από ανθρώπους που θέλουν να λέγονται «σολωμιστές».
Το μετεπαναστατικό νέο ελληνικό κράτος, μιας και απαρτίστηκε από εδάφη και
πληθυσμούς της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, και από πολιτικούς στην πλειοψηφία
τους Φαναριώτες, είχε την τάση να θεωρεί οτιδήποτε ανατολίτικο –προερχόμενο από
τα βάθη της Ασίας- ως τις «ρίζες μας» και έσπευδε να το υιοθετήσει, είτε αυτό
αφορούσε τη μουσική, την κουζίνα, τον καφέ ή τον καραγκιόζη, και να διεκδικεί
μέχρι και σήμερα ακόμη την «πατρότητά» του. Αντιθέτως, οι επτανησιακές μας ρίζες,
ό,τι δηλαδή έχει προέλευση ή επιρροή δυτική, βενετσιάνικη φράγκικη ή ιταλική,
θεωρείται ως «ξένο» ή ξενόφερτο. Έτσι συνέβη με τη μεγάλη κρητοβενετική σχολή
ζωγραφικής, έτσι αγνοήθηκε ένας Δομίνικος Θεοτοκόπουλος, που χρειάστηκε οι
Ισπανοί να τον βαφτίσουν «ο Έλληνας», Ελ Γκρέκο, για να μας θυμίσουν την
καταγωγή του. Το ίδιο συνέβη με τη μουσική, τα γράμματα, την ποίηση. Με
πρωτομάστορα τον μέτριο Καλομοίρη, οι Επτανήσιοι συνθέτες Νικόλαος
Χαλικιόπουλος Μάντζαρος, ο Σπύρος Σαμάρας, ο Σπύρος Ξύνδας και άλλοι,
σβήστηκαν από το χάρτη της ελληνικής μουσικής (δικαίως ο Μίκης Θεοδωράκης και
ο Μάνος Χατζιδάκις τον θεωρούνε ως τον νεκροθάφτη της νεοελληνικής μουσικής).
Ο συνθέτης του Εθνικού μας Ύμνου καθώς κι ο δημιουργός του Ολυμπιακού Ύμνου,
λίγο πολύ θεωρήθηκαν ως «παραφυάδες» της ιταλικής μουσικής. Θα ενθυμείσθε προ
ετών, κάποιες απόπειρες αποκαθήλωσης των δυτικότροπων εικόνων (κρητοβενετικού
ρυθμού) από τις εκκλησίες της Κέρκυρας. Τις απόπειρες που γίνονται ακόμα
εξοστρακισμού των φιλαρμονικών και των χορωδιών από τους ναούς, ακόμα και από
τις λιτανείες. Ακόμα χειρότερα στα γράμματα, την γλώσσα και την ποίηση. Ο
δάσκαλος που μας «δίδασκε» ότι ο Σολωμός και ο Κάλβος ήταν δυο γραφικοί
αλλόγλωσσοι Επτανήσιοι, δεν ήταν μόνος του. Οι θεωρούμενοι ως «μεγάλοι» ποιητές
εκείνης της εποχής, ο Αλέξανδρος και ο Παναγιώτης Σούτσος, καθώς κι ο Αχιλλέας
Παράσχος και ο Ραγκαβής, είχαν την ίδια άποψη. Εξ ου και το παρακάτω περίφημο
στιχούργημα του Αλέξανδρου Σούτσου:
«Ο Κάλβος και ο Σολωμός ωδοποιοί μεγάλοι
κι οι δύο παρημέλησαν της γλώσσας μας τα κάλλη.
Ιδέαι όμως πλούσιαι φτωχά ενδεδυμέναι
δεν είναι δι’ αιώνιον ζωήν προορισμέναι».
Εδώ είναι σαφέστατη η ειρωνεία, με το ωδοποιοί με ωμέγα πέρα από τις ωδές, να
παραπέμπει στους κατασκευαστές των δρόμων. Δεν είναι καθόλου τυχαίος ο στίχος.
Και εξηγούμαι. Περιγράφοντας ο Νίκος Σβορώνος στην «Επισκόπηση της
νεοελληνικής ιστορίας» την οικονομική ανάπτυξη της αστικής τάξης της Ελλάδας,
την αυγή του περασμένου αιώνα, αναφέρει μεταξύ άλλων: «Το κράτος κάνει
υπολογίσιμες προσπάθειες για τη βελτίωση των συγκοινωνιών. Στο υφιστάμενο οδικό
δίκτυο, που δεν ξεπερνά τα 450 χιλιόμετρα, προστίθενται το 1864, τα 853 χιλιόμετρα
των δρόμων στα νησιά του Ιονίου και κατασκευάζονται μεταξύ 1867 και 1909,
κυρίως χάρη στην πολιτική του Χαρίλαου Τρικούπη, άλλα 2750 χιλιόμετρα περίπου».
Ανάλογα συγκριτικά δεδομένα σε όλους τους τομείς του πολιτισμού, έκαναν
κάποιους επτανήσιους διανοούμενους να ισχυρίζονται δικαίως, ότι δεν ενώθηκαν τα
Επτάνησα με την Ελλάδα, αλλά η Ελλάδα με τα Επτάνησα! Εκεί λοιπόν αναφερόταν
και το «ωδοποιοί» του Αλέξανδρου Σούτσου.
«Θα σας τον κατεβάσω εγώ τον Σολωμό από εκεί που τον ανεβάσατε», λέει ο
Άγγελος Βλάχος απευθυνόμενος στον Κωστή Παλαμά και τον Γεώργιο Δροσίνη. Για
να εισπράξει την απάντηση από τον Δροσίνη: «Για να κατεβάσεις κάτι, πρέπει πρώτα
να μπορέσεις να το φτάσεις!».

Γράφει σχετικά ο Παντελής Βουτουρής: Ο «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» ενοχλεί,
εξακολουθητικά. Και αυτό είναι φυσικό από τη στιγμή που συγκρούεται (όπως όλοι
οι εθνικοί ύμνοι εξάλλου) με κάθε λογής μεταμοντέρνα ιδεολογήματα και
οικουμενικές μεταεθνικές φαντασιώσεις. Σχετικά πρόσφατα (2012) κάποιοι θα
θυμούνται ότι ο Χρήστος Γιανναράς εισηγήθηκε την αντικατάσταση του εθνικού μας
ύμνου με τον μελοποιημένο από τον Μ. Χατζιδάκι «Τσάμικο» του Ν. Γκάτσου. Το
γνωστό ποίημα που μιλάει για τον Διγενή, τον Νικηφόρο, τον γιο της Άννας της
Κομνηνής, τους αντρειωμένους δηλαδή Βυζαντινούς που θα «γλυτώσουν μια φλούδα
γης απ’ το τσακάλι και την αρκούδα». Τα επιχειρήματά του τα οποία παρωδεί σε μια
επιφυλλίδα του στο Βήμα (22.7.2012) ο Νάσος Βαγενάς, συνοψίζονται στα εξής:
Ο σολωμικός «Υμνος στην [εις την] Ελευθερία[ν]» είναι από τα μετριότερα
στιχουργήματα του μεγάλου μας ποιητή, θεματικά περιορισμένος στην
απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό και με λεξιλόγιο κυρίως αφηρημένο,
νοησιαρχικό. Η μελοποίησή του από τον Μάντζαρο υπέταξε το ποίημα στις
σκοπιμότητες εντυπωσιασμού που υπηρετεί η δυτική φανφάρα και ο «Υμνος»
ταυτίστηκε με τον επαρχιώτικο εθνικισμό του μεταπρατικού μας κράτους.
Η πρώτη ωστόσο επίθεση εναντίον του Ύμνου έγινε το 1891 από τον Αλέξανδρο Ρίζο
Ραγκαβή, ο οποίος χρησιμοποίησε τα εξής επιχειρήματα (για να πείσει ότι το ποίημα
του Σολωμού είναι ακατάλληλο:
Α. Το μεγάλο μήκος (80 τετράστιχα),
Β. «Προσβλητικάι τινες στροφαί κατά των ξένων [συμμαχικών] Δυνάμεων,
Γ. Η χρήσις γλώσσης όχι αναλόγου προς τα ύψιστα αισθήματα του έθνους.
Το τελευταίο επιχείρημα αφορούσε βεβαίως τη δημοτική γλώσσα του Σολωμού η
οποία ενοχλούσε τον αρχαϊσμό του Ραγκαβή. Τι κρίμα, γράφει σαρκάζοντας τον
Ραγκαβή, ο Παλαμάς «να μην καταλάβει ο καημένος ο Σολωμός ότι τα ύψιστα
αισθήματα του έθνους θα τα διερμήνευε αν έλεγε, όχι
«Σε γνωρίζω από την κόψη
του σπαθιού την τρομερή»
αλλά:
«Γιγνώσκω σε εκ της κόψεως
του ξίφους της δεινής».

Βέβαια η ιστορία είχε άλλη άποψη για τον Σολωμό και τον Κάλβο, και άλλους είναι
που έκλεισε για πάντα στα χρονοντούλαπά της. Εξ άλλου, στους Φαναριώτες
σοφολογιότατους, απαντάει ο ίδιος ο Διονύσιος Σολωμός: «Μήγαρις έχω άλλο στο
νου μου, πάρεξ ελευθερία και γλώσσα. Εκείνη άρχισε να πατεί τα κεφάλια τα
τούρκικα, τούτη (η γλώσσα) θέλει πατήσει ογλήγορα τα σοφολογιοτατίστικα. Και
έπειτα αγκαλιασμένες και οι δυό εις τον δρόμον της δόξας, χωρίς ποτέ να γυρίσουν
οπίσω αν κανένας σοφολογιότατος κρώζει ή κανένας Τούρκος βαβίζει, διατί διά με
είναι όμοιοι και οι δύο». Και συμπληρώνω: Αν ο Σολωμός κι ο Κάλβος, ως
Επτανήσιοι θεωρούνται αλλόγλωσσοι, οι Φαναριώτες, Σούτσοι, Ραγκαβήδες και
Μαυροκορδάτοι τι είναι; Δεν είχαν ως επίσημη και πρώτη γλώσσα τους τα τούρκικα;
Δεν είχαν μήπως επίσημα αξιώματα ως εκπρόσωποι της Οθωμανικής αυτοκρατορίας;
«Κάθε λαός που αναζητά τον εαυτό του», αναφέρει ο Μίλαν Κούντερα,
«αναρωτιέται πού βρίσκεται το ενδιάμεσο σκαλοπάτι ανάμεσα στο σπίτι του και τον
κόσμο, πού βρίσκεται, ανάμεσα στο εθνικό πλαίσιο και το παγκόσμιο, αυτό που
αποκαλώ εγώ μεσαίο πλαίσιο. Για έναν Χιλιανό, είναι η Λατινική Αμερική. Για έναν
Σουηδό, η Σκανδιναβία. Προφανώς. Αλλά για την Αυστρία; Πού ήταν αυτό το
σκαλοπάτι; Στον γερμανικό κόσμο; Ή στον κόσμο της πολυεθνικής κεντρικής
Ευρώπης; Το ίδιο δίλημμα ισχύει και για την Ελλάδα, που κατοικεί ταυτόχρονα στον
ανατολικοευρωπαϊκό κόσμο (παράδοση του Βυζαντίου, ορθόδοξη εκκλησία,
ρωσόφιλος προσανατολισμός) και τον δυτικοευρωπαϊκό κόσμο (ελληνορωμαϊκή
παράδοση, ισχυροί δεσμοί με την Αναγέννηση, νεωτερικότητα). Οι Αυστριακοί ή οι
Έλληνες μπορεί σε ζωηρές αντιπαραθέσεις να αμφισβητούν έναν προσανατολισμό
προς όφελος του άλλου, αλλά από κάποια απόσταση θα μπορούσε να πει κανείς:
υπάρχουν έθνη που η ταυτότητά τους χαρακτηρίζεται από τον δυϊσμό, από την
πολυπλοκότητα του μεσαίου πλαισίου τους, και εκεί ακριβώς βρίσκεται η
ιδιαιτερότητά τους».
Όταν ξεκίνησε ο ραδιοφωνικός σταθμός της Κέρκυρας (βορειοδυτικής Ελλάδος
λεγόταν τότε), θα θυμούνται κάποιοι ότι η πρώτη εκφωνήτρια εκδιώχτηκε λόγω
…κερκυραϊκής προφοράς! Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και στην άλλη άκρη του
ελληνισμού, στην Κύπρο. Τα παιδάκια, πριν πάνε σχολείο, μέχρι έξη ετών μιλάνε
κυπριακά. Ξαφνικά, στην πρώτη Δημοτικού μαθαίνουν πως ό,τι έμαθαν μέχρι τώρα
ήτανε λάθος, ήταν «διάλεκτος» και αρχίζουν να γράφουν μια διαφορετική γλώσσα. Τι
θεωρείται λοιπόν ως γλώσσα και τι διάλεκτος; Γλώσσα πιστεύω, είναι η διάλεκτος
που διαθέτει στρατό και στόλο. Το ίδιο όμως ισχύει και για την ιστορία του τόπου.
Ελάχιστοι γνωρίζουν την τοπική τους ιστορία –όσο αξιόλογη κι αν είναι- στην
Κέρκυρα ή στην Κύπρο, γιατί κανείς δεν την διδάσκεται. Και ευτυχώς που υπάρχει η
παράδοση του ερασιτέχνη ιστορικού, με την «επτανησιακή σημασία του όρου», όπως
λέει και ο Ζακυνθινός λόγιος Νίκιας Λούντζης!
Ας αποδεχθούμε λοιπόν, ότι η Ελλάδα δεν είναι μόνον Ανατολική, μόνον βυζαντινή
ή οθωμανική. Υπάρχει και η Ελλάδα με άλλες καταβολές, άλλες επιρροές, άλλες
συνήθειες. Δυτικές. Και δεν είναι έγκλημα.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ ΚΛΕΟΠΑΣ
Ο Ευριπίδης Κλεόπας γεννήθηκε το 1953 στην Αθήνα. Κατάγεται από την Αμμόχωστο και ζει στην Κέρκυρα. Σπούδασε Φιλοσοφία και Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Σπουδή Φωτογραφίας στην Κολωνία της Γερμανίας. Κατά τη δεκαετία του ’80 εκδίδει στη Λιέγη το φοιτητικό περιοδικό, Le Petit Crocodile. Το 1974 εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Αιχμάλωτοι». Έχει μεταφράσει Γάλλους ποιητές, Ζακ Πρεβέρ, Υβ Μπονφουά, Λουί Αραγκόν, Πωλ Ελυάρ, Αντρέ Μπρετόν, καθώς και Ιταλούς, Τζουζέππε Ουνγκαρέττι, Τσέζαρε Παβέζε, Πιέρ Πάολο Παζολίνι κ.ά.
Έργα του έχουν μεταφραστεί και δημοσιεύτηκαν στα γαλλικά, Voyage au bout des reves, (μτφ. Annick Schlauder), Editions Marginalles, Brx. 2001, στα γερμανικά, Der Marathonlaufer, (μτφ. Νίκη Eideneier), εκδ. Polyptychon 1995, Abends wenn, εκδ. Ρolyptychon, 1995, Die Alten Hauser, εκδ. Ρolyptychon, 1995, στα τούρκικα, Kuzeyde bir Yerlerde (μτφ. Yusuf Toz), στα ιταλικά, Una Foglia verde oro,( μτφ. Crescenzio Sangiglio), Editrice Argo, 2013, και στα ισπανικά, El Corredor de Maratones, La interminal agonia del tempo (μτφ. Sergio Altuna). Δημοσιεύει και εκδίδει, φωτογραφική δουλειά του. Αρθρογραφεί σε εφημερίδες και λογοτεχνικά περιοδικά. Παραγωγός της εκπομπής σκέψης και λόγου, Τα Tαξίδια που Oνειρεύτηκα, στην ΕΡΑ. Εκδότης του λογοτεχνικού περιοδικού, το Καταφύγιο. Από το 1990, διευθύνει τον εκδοτικό οίκο, ΕΨΙΛΟΝ.
Από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ κυκλοφορεί το βιβλίο του: «Τα ίχνη του χρόνου, διηγήματα και άλλα ατοπήματα».  http://periplous.gr/ekdoseis-periplous/1755

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *