ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΛΗ-ΚΟΛΥΒΑ (1895-1965)

«Δεν είναι πολιτισμένος ο λαός που συντρίβει τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του δικού του πολιτισμού, μα ο λαός που αναπτύσσει το δικό του πολιτισμόν.
Στον κόσμο δεν μπορεί ν’ αναπτυχθεί τίποτε όταν δεν έχει χωμένες τις ρίζες του στο παρελθόν.»

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΛΗ*

Ιδιαίτερα σημαντική λαογράφος, αλλά και συγγραφέας και ζωγράφος. Έμεινε γνωστή κυρίως για τις μελέτες της πάνω στην ελληνική λαϊκή τέχνη και παράδοση και για τις προσπάθειες της να διατηρηθεί η ελληνική πολιτιστική κληρονομιά, την οποία ζωντάνεψε. Ο πατέρας της, ο ζακύνθιος Αλέξιος Κολυβάς (1848-1915), ήταν φιλόλογος, λόγιος,  ιδιοκτήτης και διευθυντής της «Νέας Εδημερίδας», καθηγητής, αλλά και  κάτοχος ανώτατων διοικητικών κρατικών θέσεων.

«Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Πλάκα, τότε που τα σπίτια είχαν πλακόστρωτες αυλές, κληματαργιές, πεζούλια και γλάστρες με
ευωδερούς ανθούς. Το σπίτι του πατέρα μου, του Καθηγητή Αλέξιου Κολυβά από τη Ζάκυνθο, γεμάτο βιβλία, χειρόγραφα, κεντήματα, βυζαντινές εικόνες κρεμασμένες ώς το ταβάνι του σπιτιού μας. Στον παρακάτω δρόμο, στην οδό Ανδριανού, σ’ ένα παλιό Αθηναϊκό σπίτι, κοντά στου Ράδου και του Μαμούρη, στου Ζυμβρακάκη, έμενε ο παπούς μου, ο Χιώτης Συμβολαιογράφος Γρηγόριος Μπουρνιάς. Σωροί κι εδώ από πασίλογα και διαλεκτά έργα τέχνης, αρχαιοελληνικά, βυζαντινά, ανατολικά, και ταχτικοί επισκέπτες ο Ζώτος Μολοττός, ο Αποστολάκης, ο Σβορώνος, ο Λάμπρου, ο Καμπούλογλου.
Μανιακοί λάτρεις της τέχνης οι δύο σεβαστοί μου πρόγονοι, γνωστοί για την πολύτιμη συμβολή τους στα γράμματα και στην τέχνη, εύκολα κι αβίαστα κύλησαν μέσα στο αίμα και στην ψυχή μου το δικό τους αίμα.Και αν τα χρόνια φύγανε και μεγάλωσα, και σήμερα ακόμη δεν είμαι εγώ παρά εκείνοι που μιλούν στην ψυχή μου, που την οδηγούν στην παλιά εκείνη Ελλάδα που κλείνει μέσα της όλες τις Ελλάδες. Έτσι ξεκίνησα και προχώρησα χωρίς ειδική κατάρτιση αλλά με πάθος για την τέχνη, με πίστη ακατάλυτη στην πιο κοντινή μας Ελλάδα, τη μεταβυζαντινή, που εύκολα κι αβίαστα αγάπησα χωρίς να το καταλάβω από μικρή – μικρή παιδούλα.»*
ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΛΗ

.

[ Ιδρύει το Λύκειο Ελληνίδων Σμύρνης. Οι ενότητες που θα ασχοληθεί, θα είναι τρείς: «Οι Σαρακατσάνοι» , «Η Σκυριανή Τέχνη» -τόπος καταγωγής της μητέρας της ήταν η Σκύρος- και «Το Ελληνικό Σπίτι», ίδρυμα και σχολείο λαικών τεχνητριών. Βοήθησε επί 40 χρόνια στην αποκατάσταση (επαγγελματική-κοινωνική) εκατοντάδων γυναικών μέσα από την εκμάθηση όλων των λαϊκών τεχνών.
Διεξάγει έρευνες στα Δωδεκάνησα και στη συνέχεια επισκέπτεται σε τακτά χρονικά διαστήματα τη Mακεδονία και την Ήπειρο, με σκοπό τη συλλογή λαογραφικού υλικού.
Μοιράζεται το όραμα της πνευματικής και πολιτιστικής αναγέννησης του τόπου με τον Νίκο Καζαντζάκη, τον Άγγελο Σικελιανό και τον Κωστή Παλαμά.
Συνεργάζεται στενά με τον Άγγελο και την Εύα Σικελιανού για την αναβίωση των Δελφικών Γιορτών. Αρχίζει να οργανώνει εκθέσεις με σκοπό τη διάδοση και τη διάσωση της Ελληνικής λαϊκής τέχνης. Το 1937 ιδρύει το Σύνδεσμο Ελληνικής Χειροτεχνίας, ο οποίος το 1957 μεταβάλλεται σε Κρατικό Οργανισμό Χειροτεχνίας. Στην καρδιά της Πλάκας, στο σπίτι όπου έζησε και θεμελίωσε τη σπουδή της λαϊκής τέχνης, λειτουργεί από το 1980 το Κέντρο Λαϊκής Τέχνης και Παράδοσης του Δήμου Αθηναίων.
.
«Η δράση της Χατζημιχάλη υπήρξε εντονώτατη…Το σπάσιμο του Μετώπου τη βρήκε στην Ήπειρο, απ’ όπου είδε κι έπαθε να γυρίσει στην Αθήνα. Υπήρξε συνεργάτης της Καραγιάννη βοηθώντας συνεργάτες της Καραγιάννη που κινδύνευαν και κρύβοντάς τους μαζί μ’ άλλους σαμποτέρ ή αντάρτες στα επί της οδού Όθωνος 4 ή 6 γραφεία μιας χριστιανικής οργάνωσεως που η Χατζημιχάλη ήταν επικεφαλής. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής μεταβάλει το σπίτι της σε οπλαποθήκη όπου καθαρίζονταν και συσκευάζονταν όπλα προοριζόμενα για τα βουνά και, τέλος, κατά μαρτυρία του αρχιμανδρίτη Ιερώνυμου Κοτσώνη, τουλάχιστον 15.000 Έλληνες στρατιώτες οφείλουν στη Χατζημιχάλη το ότι γλύτωσαν την αιχμαλωσία που τους επιφύλασαν οι Γερμανοί, οι οποίοι είχαν βγάλει διαταγή πως θα εθεωρούντο αιχμάλωτοι πολέμου εκείνοι που θα συνελλαμβάνοντο να φορούν την ελληνική στολή. Και σ’ αυτές τις 15.000 δεν συμπεριλαμβάνονται φυσικά εκείνοι τους οποίους έσωσε μετά από το κρύο, ντύνοντάς τους. Κι αυτούς τους άθλους τους πέτυχε με τη βοήθεια μιας μεγάλης μερίδας γυναικών αποφασισμένων, οι οποίες κάτω από την αρχηγία της έπαιρναν -μάζευαν καλύτερα- από παντού ό,τι ρούχο και ύφασμα έβρησκαν και κόβοντας, ράβοντας, μπαλώνοντας και τσοντάροντας, έντυσαν τους στρατιώτες μας στην αρχή και τους γυμνούς πολίτες αργότερα».
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΑΖΟΓΙΩΡΓΟΣ-ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ (1940-2005), ΛΟΓΟΤΕΧΝΗΣ *

Ιδιαίτερη ήταν η προσπάθειά της να ερευνήσει επιτόπου και να αποδείξει την αρχαία προέλευση των Σαρακατσάνων.
Την ημέρα που πέθανε η Αγγελική Χατζημιχάλη οι τσελιγγάδες έβγαλαν τα κυπροκούδουνα από τα γιδοπρόβατα, κατά την πανάρχαια συνήθεια όταν πεθαίνει πρωτοτσέλιγγας, και ξαρμάτωσαν τα γκεσέμια τους, οι λαϊκοί βιοτέχνες σταμάτησαν τα τσιακ-τσιακ στα εργαστήριά τους και οι Σαρακατσάνες εσφράγισαν τα αργαλειά τους στη μνήμη της.

«Οι Σαρακατσάνοι» απλοί και πρωτόγονοι, σπαρμένοι σ’ όλο τον κορμό της Ελληνικής χερσονήσου, αμόλυντοι από αλλόφυλες επιμιξίες, με οδηγό τους το ένστιχτο της αυτοσυντήρησης, διαγράφουν χιλιάδες τώρα χρόνια στον ίδιο χώρο την ιδιότυπη και ανεξάρτητη σταδιοδρομία τους».
ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΛΗ (1895 – 1965)

.
«Για το έργο της η Αγγελική Χατζημιχάλη τιμήθηκε με βραβεία, παράσημα και μετάλλια, μεταξύ των οποίων το Γαλλικό βραβειο Τεοντόρ Ραϊνάκ, το 1958, το Χρυσούν Μετάλλιο της Ακαδημίας Αθηνών, το 1959, το παράσημο του Λεοπόλδου Β΄του Βελγίου, το 1936 για τη συμβολή της στη Διεθνή Έκθεση των Βρυξελλών, το βραβείο Πουρφίνα, το 1959 για το βιβλίο της «Σαρακατσάνοι», κ.α.»*
.
«Ποτέ δεν έπαψε να διατηρεί στο αρχοντικό της τα έθιμα τα ζακυνθινά, όπως λ.χ. τη χριστουγεννιάτικη κουλούρα. Ποτέ δεν έπαψε να ενδιαφέρεται και να φροντίζει για την ανάπτυξη και την προκοπή της Ζακύνθου.
Σε όλες τις εκθέσεις που διοργάνωσε ή έλαβε μέρος στη διοργάνωσή τους, η Ζάκυνθος είχε θέση ξεχωριστή. Στην Αθήνα, στη Βαλκανική Έκθεση, στις εκθέσεις των Δελφών, στις Διεθνείς της Θεσσαλονίκης και των Παρισίων, χάρη στη Χατζημιχάλη η ζακυνθινή λαϊκή τέχνη προβάλεται πλατειά και θαυμάζεται απ’ όλους. Στην Έκθεση των Παρισίων του 1937 τα ζακυνθινά υφαντά, που οφείλονταν στη γνωστή σε όλους μας για την προσφορά της στη χειροτεχνία μας κυρία Μαρία Κολυβά, προκαλούν εντύπωση και σχολιάζονται ευμενέσταστα από τους ειδικούς και τον Τύπο.»*
ΣΑΡΑΝΤΗΣ ΑΝΤΙΟΧΟΣ, (Ζάκυνθος 1938-  ) ΛΑΟΓΡΑΦΟΣ-ΛΟΓΟΤΕΧΝΗΣ
.

«Στο ερώτημά σας το «τί πρέπει να γίνει στη Ζάκυνθο για να ξαναγεννηθεί» μου γράφετε και το γνωστό ορθότατο ότι η Ζάκυνθος υπήρξε ο πιο πολιτισμένο μέρος της Ελλάδος.Ο πολιτισμός όμως αυτός μαράθηκε, όπως λέτε, και όπως είναι πια αξακριβωμένο. Δεν είναι όμως δυνατόν, και αν ακόμη παραδεκτούμε πως χάθηκαν εντελώς, να μην έχει αφήσει ίχνη της διαβάσεώς του.
Και είναι αναμφισβήτητο ότι άφησε στις ψυχές όλων των κατοίκων της Ζακύνθου, όπως θα είναι αναμφισβήτο ότι υπάρχει ζωντανώτερος στις εκδηλώσεις της ζωής των χωρικών της. Αναζητήσατε ποτέ αυτά τα ίχνη; Ζητήσατε να τα αναζωογονήσετε, να τα συστηματοποιήσετε και να τα συγχρονίσετε στις σημερινές τοπικές ανάγκες; Εξετάσατε ποτέ τις κλίσεις και τις διαθέσεις του ζακυνθινού ανάλογα προς τις κλιματολογικές του συνθήκες, τους όρους ζωής και την πραγματική του φύση; Η ζωή γυρεύει εξακολουθητική ανανέωση. Αν τίποτε απ’ αυτά δεν έγινε, δίκαια μαράθηκε ο ιδιαίτερος πολιτισμός σας. Ίσως μαράθηκε ακόμη γιατί έλειψε η αυτοπεποίθηση στις δικές σας δυνάμεις και η εθνική περηφάνεια. Η ύπαρξη των φημισμένων χρυσικών σας, των σπουδαιοτάτων βιοτεχνικών εργαστηρίων σας, ήσαν εκδηλώσεις βγαλμένες από ανθρώπους που είχαν άμεση επαφή μ’ αυτήν, που στηρίζονταν σταθερά στα δικά της θεμέλια και που παίρνοντας τα στοιχεία που τους έφερναν οι ξένοι πολιτισμοί είχαν τη δύναμη άλλα ν’ απορίψουν και άλλα να συγκρατήσουν και να αφομοιώσουν ανάλογα προς τις φυσικοπνευματικές τους ανάγκες…Και αφήσατε να φυτοζωούν και σιγά-σιγά να χαθούν όλοι οι τόσο αξιόλογοι βιοτέχνες σας και τις τέχνες τους, όπως και την ψυχική μόρφωση και παρηγοριά που αντλούσαν απ’ αυτές τόσες υπάρξεις, με τί τ’ αντικαταστήσατε;
Έπαθε δηλαδή και η Ζάκυνθος, όπως ολόκληρη η Ελλάδα μια γενική μεταβολή του πνεύματος με την τάση να περιφρονούμε κάθε ντόπιο, δικό μας. Γιατί δεν είχατε καταλάβει πως εύκολα μπορεί κανένας να χάσει τον πολιτισμό του, που διαμορφώθηκε και διατηρήθηκε στον τόπο του αιώνες, αλλά δεν μπορεί να μεταφυτέψει, χωρίς να έχει προετοιμάσει το έδαφος, ξένο πολιτισμό πολύ ανώτερον από τις ψυχοπνευματικές δυνάμεις του Έθνους. Δεν καταλάβαμε τέλος, πως δεν είναι πολιτισμένος ο λαός που συντρίβει τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του δικού του πολιτισμού, μα ο λαός που αναπτύσσει το δικό του πολιτισμόν.
Στον κόσμο δεν μπορεί ν’ αναπτυχθεί τίποτε όταν δεν έχει χωμένες τις ρίζες του στο παρελθόν. Είναι αυτό αλήθεια που την επιβεβαίωσαν τα παραδείγματα όλων των ξένων λαών, στους οποίους όχι μόνο η καλλιτεχνική τους βιοτεχνία, αλλά και η τέχνη των μεγάλων δημιουργών βλάστησε από τη λαϊκή ψυχή που έχει τις ρίζες της στο χώμα του τόπου της.
[…]
.
Θα μου επιτρέψετε -καταλήγει- να μην επεκταθώ περισσότερο. Πιστεύω βαθειά στην αναγέννησή της, αλλά πιστεύω επίσης πως χρειάζεται γι αυτό η συνολική προσπάθεια, η πραγματική αγάπη στον τόπο, η βαθειά επίγνωση για την αξία των δημιουργημάτων του -έστω κι αν δεν είναι πάντοτε εξαιρετικά- και η περηφάνεια γι αυτά που θα είναι δικά του και όχι ξένα, όπως επίσης και οι ορισμένες και απαραίτητες θυσίες που χρειάζονται σε κάθε ανάλογη δημιουργία και αναδημιουργία. Όχι λόγια, έργα, έργα και εφαρμογή. Είναι ευκολώτατη, φτάνει, επαναλαμβάνω, το σύνολο να νοιώσει πόσο είναι αναγκαία η συμβολή του στη δημιουργία της εσωτερικής ενότητας. Γιατί μονάχα απάνου σ’ αυτήν μπορούν να στηριχθούν γερά θεμέλια για την ανάπτυξη και καλλιτέρευση τόσο την πνευματική, όσο και την εθνική, καλλιτεχνική, κοινωνική και οικονομική, του τόπου.
Εύχομαι συντομώτατα ν’ ανατείλει αυτή η μέρα.
Με εξαιρετική εκτίμηση
Αγγελική (Κολυβά) Χατζημιχάλη»
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΕΠΤΑΝΗΣΟΣ (1931), απάντηση στο ερώτημα έρευνας «Τί πρέπει να γίνει για να ξαναγεννηθεί η Ζάκυνθος», με πρωτοβουλία του Κ. ΠΟΡΦΥΡΗ*
.

«Αθόρυβα κι ασύγκριτα, η εκλετή συμπολίτις κα. Αγγελική Χατζημιχάλη, το γένος Κολυβά, έφερε εις αίσιον πέρας την ιερή προσπάθειά της να βοηθήσει τη σαραβαλιασμένη μας πατρίδα. Μετά από κόπους και προσπάθειες ολόκληρων μηνών κατόρθωσε να συγκεντρώσει τα απαιτούμενα χρήματα για την ίδρυση του πολύτιμου κτιρίου της τοπικής Βιβλιοθήκης και ήδη ζητεί να της γνωρίσουν εάν είναι διαθέσιμο οικόπεδο για ν’ αρχίσει η ανοικοδόμηση.
Ελπίζοντες ότι οι αρμόδιοι θα σπεύσουν να της αναγγείλουν τηλεγραφικώς την παραχώρησιν του οικοπέδου εκφράζομεν -ζητώντας της χίλιες φορές συγγνώμην γιατί ενοχλούμε τη μετριφροσύνη της- προς τη Μεγάλη Ελληνίδα το πιο θερμό ευχαριστώ του Ζακυνθινού λαού και της ευχόμαστε να εγκαινιάσει μόνη της, όσο γίνεται πιο σύντομα, το δημιούργημά της».
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΑΛΗΘΕΙΑ (1955)*

.
* Τα παραθέματα με αστερίσκο (*) προέρχονται από διάλεξη που έγινε από τον Λαογράφο, ποιητή και εκδότη κ. ΣΑΡΑΝΤΗ ΑΝΤΙΟΧΟ στη Δημόσια Βιβλιοθήκη Ζακύνθου και επαναλήφθηκε στη Στέγη Γραμμάτων στην Αθήνα τον Μάρτιο του 1966, υπό την αιγίδα του Δήμου Ζακυνθίων και της Ζακυνθινής Εστίας, αντίστοιχα.

[Φωτογραφίες:
-Η ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΛΗ σε προχωρημένη ηλικία.
-Πίνακας της ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΛΗ
– Η μελέτη της ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΛΗ για τους ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΟΥΣ
– Η ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΧΑΤΣΗΜΙΧΑΛΗ σε νεαρή ηλικία.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *