«Παραμύθια, Μύθια, Αλήθεια» της ΕΥΔΟΚΙΑΣ ΠΟΙΜΕΝΙΔΟΥ – ΧΑΤΖΗΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

 

Είναι παρήγορο το γεγονός πως μέσα στους αρνητικούς καιρούς της πολύτροπης κρίσης και της αλλοτρίωσης κάθε παλιάς ανθρωπιστικής πίστης και αξίας εξακολουθεί να έχει στην πατρίδα μας ζωντανές ακόμα τις ρίζες της και ν’ ανθίζει πάντα στις καρδιές του λαού μας η αγάπη για τη λαϊκή μας παράδοση. Κι είναι ακόμα πιο σημαντικό ίσως, μέσα στην πλημμύρα των προϊόντων και υποπροϊόντων του σύγχρονου λόγου, το να ξαναβρίσκει τα τελευταία χρόνια στην πατρίδα μας την ακριβή θέση του το λαϊκό παραμύθι. Το αθάνατο κι αγαπημένο παιδί της παράδοσης, που μπορεί να έχασε στην ηλεκτρονική εποχή μας τη ζεστασιά του παλιού τζακιού αλλά και του αφτιασίδωτου λαϊκού λόγου των παλιών παραμυθάδων, δεν έχασε όμως την αποδεδειγμένα διαχρονική ψυχαγωγική και παιδευτική αξία του. Με τον βιότοπό του απλά να μετατοπίζεται τα τελευταία χρόνια από το σπίτι στο σχολείο, όπου το παραμύθι, και στις έντεχνες, έστω, μορφές του, βρήκε στέγη και ζεστή φιλοξενία στο σχολικό χώρο ως ιδιαίτερα πάντα προσφιλές μέσο ψυχαγωγίας για τα παιδιά αλλά και ως μέσον διαθεματικής προσέγγισης γνωστικών αξιών στο Νηπιαγωγείο και στο Δημοτικό Σχολείο, μέσα από το Διαθεματικό Ενιαίο Πλαίσιο Προγραμμάτων Σπουδών αλλά και διάφορων ακόμα Προγραμμάτων Δημιουργικής Απασχόλησης.
Και βέβαια γι’ αυτή την αναζωογόνηση του παραμυθιακού λόγου στον τόπο μας δούλεψαν ως μπροστάρηδες με πίστη και αφοσίωση αρκετοί σημαντικοί πνευματικοί δημιουργοί και κυρίως πανεπιστημιακοί καθηγητές. Οι οποίοι, μέσα από συνέδρια, ημερίδες, διημερίδες, ομιλίες, διαλέξεις, σεμινάρια, φεστιβάλ αλλά και έντυπα πονήματά τους, αναθέρμαναν το παραμυθιακό ενδιαφέρον και ενέπνευσαν ένα πλήθος νέων κυρίως αλλά και ώριμων ανθρώπων –και ιδιαίτερα εκπαιδευτικών της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης– να μπουν μ’ ενθουσιασμό σ’ αυτό το παραδοσιακό αλώνι, είτε ακολουθώντας τα αφηγηματικά χνάρια των παλιών κι αυθεντικών παραμυθάδων είτε καταγράφοντας και διασώζοντας τα παλιά λαϊκά μας παραμύθια, είτε, ακόμη, γράφοντας και οι ίδιοι παραμύθια του νέου συρμού. Έργο πολύτιμο, που, μαζί με τις αντίστοιχες μελέτες γύρω από τον πολύπτυχο ρόλο του λαϊκού μας, κυρίως, παραμυθιού, προβάλλεται «σαν αντίβαρο της τεχνοκρατίας, της παγκοσμιοποίησης και του καταναλωτισμού αλλά και σαν διέξοδος και καταφυγή του σύγχρονου ανθρώπου, που κινδυνεύει από την πνευματική ξηρασία και την ψυχική ανομβρία των νέων καιρών», όπως γράφει και ο εκ των πρωτοπόρων στη χώρα μας ερευνητών και μελετητών στο χώρο του λαϊκού μας παραμυθιού ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας Β. Δ. Αναγνωστόπουλος.

Μέσα στον πλατύ κύκλο των ερευνητών, μελετητών, αφηγητών και συγγραφέων με κοινό αντικείμενο το παραμύθι αλλά και με σημαντικό κυρίως συλλεκτικό έργο, και η πτυχιούχος του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας Νηπιαγωγός Ευδοκία Ποιμενίδου – Χατζηδημητρίου, με καταγωγή από την Ξυλαγανή του νομού Ροδόπης και μόνιμη διαμονή από το 1988 στη Λάρισα.

Με την αγάπη για το παραμύθι κληροδοτημένη από την συνώνυμη γιαγιά της και με τη στόφα της συστηματικής και υπομονητικής ερευνήτριας η Ποιμενίδου δεν αρκέστηκε να καταγράψει όσα παραμύθια θυμήθηκε από τούτη την πρόγονό της αλλά και όσα άκουσε από γνωστούς και φίλους στην αρχή αλλά και όσα πολλά ακόμα αποθησαύρισε, εκμεταλλευόμενη κάθε ευκαιρία, από άγνωστους συνομιλητές της κυρίως στα μικρά ή μεγάλα ταξίδια, στις εκδρομές, στις όποιες συναντήσεις της. Πέρα, όμως, απ’ τα καθαυτό παραμύθια η ίδια έχει καταγράψει και αρκετές μικρές ιστορίες, τις γνωστές και ως «μύθια», αφού με τον καιρό πήραν τη μορφή του μύθου «και δεν μπορεί να πει πλέον κανείς αν είναι μύθια ή αλήθεια», όπως γράφει και η ίδια Και βέβαια, όπως συνήθως συμβαίνει και με τους περισσότερους ίσως λάτρεις των παραμυθιών, στο συνολικό έργο της Ποιμενίδου συγκαταριθμούνται και τα δικά της «υπέροχα», κατά την κ. Ζωή Καλαφάτη, παραμύθια.
Απ’ όλη αυτή την συστηματική, ερευνητική, συλλεκτική και με στοιχεία προσωπικής παρέμβασης και κατάθεσης δουλειά της έχουμε σαν καρπούς τα τρία βιβλία της.

Το πρώτο, με τίτλο «Τα παραμύθια της γιαγιάς Ευδοκίας», εκδόθηκε το 2011 και περιέχει 12 παραμύθια απ’ αυτά που θυμάται από τη γιαγιά της και που, όπως έγραψε ο Βασίλης Αναγνωστόπουλος, «ξεχωρίζουν για την αφηγηματικότητά τους, την πλοκή και τη φαντασία αλλά και κρατούν το άρωμα των παλιών γνήσιων παραμυθιών, που στην εποχή μας, έχουν, σχεδόν εξαφανιστεί». Ακολούθησε το 2013 το δεύτερο βιβλίο της «Ένα μπουκέτο παραμύθια» με δικά της παραμύθια, που δένουν παλιούς μύθους με μηνύματα των νέων καιρών, βιβλίο που βραβεύτηκε στο διαγωνισμό «ΣΙΚΕΛΙΑΝΑ» το 2014. Και το τρίτο και πιο πλούσιο έντυπο πόνημά της είναι αυτό που παρουσιάζουμε με το παρόν σημείωμα: «Παραμύθια, Μύθια, Αλήθεια» (Εκδόσεις ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ, Αθήνα 2016, σ.σ. 267).

Το νέο βιβλίο της εκλεκτής παραμυθογράφου, προλογίζεται με τη γνωστή υπερεπάρκεια και εμβρίθεια στα παραμυθιακά (και όχι μόνο) θέματα του Βασίλη Αναγνωστόπουλου, που έχει παρουσιάσει και το πρώτο της βιβλίο στο περιοδικό «ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ». Το ίδιο χωρίζεται σε τέσσερα μέρη, όπου καταγράφονται: Στο πρώτο 19 παραμύθια της γιαγιάς της συγγραφέως (ανάμεσα στα οποία και τα 12 της πρώτης συλλογής της), όπως τα θυμάται η ίδια. Στο δεύτερο 24 παραμύθια που της αφηγήθηκαν άλλοι παραμυθάδες. Στο τρίτο, που το τιτλοφορεί «Μύθια ή Αλήθεια;», 17 μικρές λαϊκές ιστορίες, αποθησαυρισμένες επίσης από παραμυθάδες που γνώρισε. Και το τέταρτο συντίθεται ουσιαστικά από ένα παραμύθι, χαρακτηριστικό δείγμα της ντοπιολαλιάς της ιδιαίτερης πατρίδας της Ξυλαγανής.
Και στις τέσσερις ενότητες προηγείται μικρό εισαγωγικό σημείωμα σχετικό με το ιστορικό της συγκέντρωσης του αντίστοιχου παραμυθιακού υλικού. Και στο τέλος καταγράφονται τα βιογραφικά όσων παραμυθάδων και λοιπών αφηγητών συνεργάστηκαν με τη συγγραφέα.
Κοινό και κύριο χαρακτηριστικό όλων των παραμυθιών του τελευταίου βιβλίου της Ευδοκίας Ποιμενίδου, όπως και του πρώτου, είναι ένα σημαντικό στοιχείο της προσωπικής αφηγηματικής τεχνικής της, όπως πέρασε και στη γραφή της. Κι αυτό συμβαίνει σε όσα παραμύθια άκουσε από τη γιαγιά της αλλά και τους άλλους παραμυθάδες δανειοδότες της. Στα οποία η ίδια «έκοψε κι έραψε» για να συμπληρώσει κενά της μνήμης των αφηγητών αλλά και στην προσπάθειά της να δώσει στις αναδιηγήσεις της το δικό της αφηγηματικό ύφος και στίγμα. Ένα στίγμα που τις διαφορές του τις είδε, ή μάλλον τις άκουσε και η ίδια, ακούγοντας το ίδιο παραμύθι σε δυο παραλλαγές του από διαφορετικούς παραμυθάδες.
Γράφει η ίδια στην εισαγωγή της για τούτες τις επεμβάσεις και παρεμβάσεις της: «Αναγκαστικά έπρεπε να διαλέξω: Να βάλω τη φαντασία μου να συμπληρώσει τα κενά, ή να τα παρατήσω. Τελικά αποφάσισα να τα γράψω, σκεπτόμενη πως η μοίρα των λαϊκών παραμυθιών είναι να τα λέει ο κάθε παραμυθάς με τον δικό του τρόπο, προσθέτοντας και αφαιρώντας, έτσι ώστε να έχουμε σήμερα παραλλαγές του ίδιου μύθου, ακόμα και στην ίδια περιοχή».
Ας μην νοιώθει, όμως, ενοχές η συγγραφέας. Μαζί της συμφωνεί με τον τρόπο του και ο νομπελίστας μας Σεφέρης όταν γράφει πως «είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας». Το ίδιο άλλωστε δεν συμβαίνει και με τις αναρίθμητες παραλλαγές από τόπο σε τόπο, αλλά και μέσα στον ίδιο ακόμα τόπο, ενός και του ίδιου δημοτικού τραγουδιού;
Και εδώ να προσθέσω κι ένα ακόμα χαρακτηριστικό στοιχείο σε παραμύθια κυρίως της γιαγιάς της. Την πρωτότυπη κατακλείδα της, που ξεφεύγοντας από τη γνωστή «και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα» ή πριν απ’ αυτή, η αφηγήτρια βάζει και το εαυτό μέσα στα στερνά δρώμενα των παραμυθιών, όπως λ. χ. «Ήμουνα κι εγώ εκεί…», ή «Με κάλεσαν και μένα στο γάμο…» κ.λπ. Κάπου – κάπου μάλιστα παρωθεί και τους ακροατές της να συμμετάσχουν στην καταληκτική φάση ενός παραμυθιακού δρώμενου, όπως λ.χ. στο παραμύθι του Περσέα, με τον μαρμαρωμένο δράκο του φινάλε: «Πήγα κι εγώ και τον είδα και ήταν πολύ φοβερός, αλήθεια σας λέω. Κι αν δεν με πιστεύετε να πάτε να δείτε μοναχοί σας». Και σαν κατακλείδα της …κατακλείδας: «Kι’ έπεσε κι ένα ρεβύθι, και τελείωσε το παραμύθι»…

Με την σφραγίδα, λοιπόν, της προσωπικής μαεστρίας της Ποιμενίδου στη χρήση του παραμυθιακού λόγου τόσο τα παραμύθια όσο και οι ιστορίες – μύθια και τούτης της συλλογής της. Μια ιδιαίτερα φροντισμένη δουλειά, με τη βούλα και την αυθεντική αρματωσιά της λαϊκής παραμυθούς, με τη γνώση και τη χρήση όλων των παραδοσιακών αφηγηματικών μυστικών και παραμέτρων, που κρατούν ζωντανό το ενδιαφέρον του ακροατή (ή αναγνώστη στην περίπτωσή μας,) και επιπλέον του χαρίζουν τη χαρά μιας γνήσιας λογοτεχνικής απόλαυσης.

Μ’ αυτή τη γνωστική μανιέρα αλλά και με την λαμπρή επικουρία των αριστοτεχνικών εικόνων της Τέτης Σώλου μας ταξιδεύει η ίδια και μας μπάζει στους φανταστικούς χώρους και κόσμους των καλοδιαλεγμένων παραμυθιακών της αφηγήσεων και μας διασκεδάζει και μας σαγηνεύει αλλά και μας διδάσκει, με τα μηνύματα που μόνο τα λαϊκά παραμύθια μπορούν και οι γνήσιοι παραμυθάδες ξέρουν να εμπνέουν.

ΚΩΣΤΑΣ ΛΙΑΠΗΣ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *