Έρωτα με λένε…

Ούτε από μακριά δεν τον είδα, ούτε από δίπλα μου πέρασε, μα ούτε και από το απέναντι πεζοδρόμιο.

Δεν τον είδα ούτε στη στάση, ούτε μέσα στο λεωφορείο.

Ούτε στο σουπερ μάρκετ που πήγα να πάρω δύο τρία πράγματα, ούτε στα τυριά, ούτε στα φρούτα, ούτε στο ταμείο.

Ούτε στο ανσανσέρ του σπιτιού μου, ούτε στο φαρμακείο που είναι δίπλα στην είσοδο.

Για τον ΒΑΛΕΝΤΙΝΟ λέω που τα τελευταία χρόνια ούτε μια ματιά, ούτε ένα νεύμα δεν μου έχει ρίξει, έστω και από μακριά. Πριν μερικά χρόνια, τη ημέρα της γιορτής του που του έκανα παράπονα μου είπε πως τότε παλιά, στα χρόνια της νεότητάς μου ερχόταν συνέχεια, αλλά εγώ ούτε ένα ευχαριστώ δεν του είχα πει.

Μου θύμισε πως ερχόταν από Σουηδία, Φινλανδία στις παραλίες και στα κλαμπ τα καλοκαίρια στη Ρόδο. Αλλά   και αργότερα στην Αθήνα πάλι ερχόταν.

Τον έλεγαν Ντίνα, Αριάδνη, Βάσω, Σοφία και άλλα πολλά ονόματα που δεν τολμώ να πω. Ερχόταν συχνά, απρόσκλητος και ακάλεστος. Εγώ δεν ήξερα πως ήταν ο Βαλεντίνος Όταν έμενα μόνος ύστερα από κάποια σχέση, τότε ανακάλυπτα πως τόσο καιρό πριν κοιμόμουν με τον Βαλεντίνο. Έσταζε και κανένα δάκρυ, αλλά όχι για πολύ. Μια, δύο μέρες μέχρι να κρυώσει η άλλη πλευρά του κρεβατιού.

Τελευταία τον Βαλεντίνο τον λέγανε Αναστασία τώρα μένει μακριά, μου έχει γυρίσει την πλάτη.

« Όταν ερχόμουν όλο κάτι σου έφταιγε, όλο κάτι άλλο περίμενες», μου είπε ένα βράδυ που έκανα την αυτοκριτική μου.

Το να γνωρίσεις έναν άνθρωπο είναι εύκολο, να τον κρατήσεις όμως είναι επιστήμη, είχε πει παλιά μια διάσημη ερωμένη. Δεν ξέρω του είπα, μπορεί να μην είχα τη δύναμη να κρατήσω την αγάπη. Όταν μεγάλωσα έμαθα πως η αγάπη θέλει προσπάθεια, υπομονή, επιμονή. Καμιά φορά να κάνεις πως δεν ακούς. Να θυμάσαι πως οι πικρές κουβέντες είναι μόνο φωνήεντα και σύμφωνα σε συνδυασμό, που πρέπει να πηγαίνουν ψηλά στον αέρα. Να κρατάς μόνο τις καλές μέρες, τα καλά λόγια. Σαν τη ζωή και η αγάπη. Δεν βαδίζει πάντα σε ίσιο δρόμο το καλοκαίρι. Έχει λάσπες, στροφές, ανηφοριές. Το να φύγεις από την αγάπη στα δύσκολα είναι εύκολο, έρχεται κατηφόρα. Και η κατηφόρα φέρνει μοναξιά, σε πάει στον πάτο. Η μεγάλη αγάπη δεν ξέρουμε ποια είναι. Το μαθαίνουμε προς στο τέλος, στον απολογισμό. Όσοι κάνουμε.

«Σε είχα ιδεί μια φορά στο ταμείο κάποιου Σουπερ μάρκετ, είπα στον Βαλεντίνο εκείνο το βράδυ. Κοίταζα καλά, καλά άλλα εκείνη την ώρα ο έρωτας μετρούσε όβολα. Τι έρωτας ήσουνα;» του είπα. Έρωτας και χρήμα δεν πάει.

« Ήμουνα βιαστικός μου απάντησε. Μόλις είχα φύγει. Είχα πάρει από πίσω μια ξανθιά ζουμερή σαραντάρα ξανθιά όλο νάζι και καμπύλες. Ένας κοντός, άσχημος με γαμψή μύτη και γυρισμένα μπατζάκια, με ένα άκοπο νύχι στο τελευταίο δάχτυλο του δεξιού του χεριού, αλλά με μάτι αετού, έμεινε κόκκαλο όταν την είδε. Kοίταξε ανάμεσα στα πόδια του στο πάτωμα. Δεν ήξερε αν ήταν το αίμα του που είχε αδειάσει από έρωτα η το κρασί από το σπασμένο μπουκάλι που του έφυγε από τα χέρια. Την ακολούθησε. Είχα δουλειά, με αυτούς πήγαινα. Μόνος ήσουνα στο ταμείο. Μόνος σου ερωτεύτηκες. Φταίω εγώ»;

«Είχα έλθει πολλές φορές», μου είπε πάλι . «Ήμουνα κάτω απ τη μύτη του ηλεκτρικού σίδερου   την ώρα που έκανε τσάκιση στο παντελόνι σου. Εκείνο το άσπρο, της στολής σου. Την πρώτη φορά που στο σιδέρωνε εκείνη η μελαχρινή που δεν έλεγε πολλά, πολλά παρά μόνο σε κοίταζε και εσύ νευρίαζες. Ήμουνα ανάμεσα στις βελόνες που κρατούσε εκείνη η μελαχρινή με το κορακίσιο μαλλί την ώρα που σου έπλεκε το κόκκινο πουλόβερ που το έχεις ακόμα. Θυμάσαι; Ήμουνα στο υπόγειο στην Κυψέλη στο σπίτι της Σοφίας που άμα ήθελες να ιδείς ουρανό έπρεπε να βγεις στον ακάλυπτο, να γυρίσεις το κεφάλι προς τα πίσω να κοιτάξεις ψηλά, γιατί τριγύρω είχε μόνο γκρίζα ντουβάρια. Μια λουρίδα ήλιος έμπαινε μόνο στην κρεβατοκάμαρα σας δίπλα στον ακάλυπτο και μόνο τον μήνα Ιούνιο από τις δώδεκα μέχρι τις δωδεκάμισι».  Και συνεχίζει ο Βαλεντίνος. «Ήμουνα στα υπεραστικά λεωφορεία. Τότε που πήγαινες με το ΚΤΕΛ στη Σαλονίκη. Αλλά εκεί με είχαν πιάσει τα διαόλια μου. Ήθελα να σε τυραννήσω και το έκαμα. Σε πήγαινα και σε έφερνα για χρόνια. Βασανιστήκατε και οι δύο σας. Σε καίει ακόμα λίγο όταν το θυμάσαι, το ξέρω. Αλλά έτσι είμαι. Τυραννάω πολλές φορές, μη σου πω τις περισσότερες»

«Θα ξανάρθεις»; Του λέω.

«Δεν ξέρω μου λέει. Πρέπει πρώτα να πάω στα δεκαεξάχρονα, από εκεί αρχίζω. Στη ηλικία σου μπορεί. Για πλάκα ίσως. Δεν έχεις ακούσει τίποτα για γεροντοέρωτες; Γελάει ο κόσμος, γελάω και εγώ. Έρωτα με λένε, ότι γουστάρω κάνω. Έχω γίνει αιτία για πολέμους, έχω κλείσει σπίτια, έχω διώξει ανθρώπους απ τον τόπο τους, έχω παραμερίσει δισταγμούς και φόβους, έχω πατήσει σκανδάλη, έχω στείλει ανθρώπους στο χώμα, σε ψυχιατρεία, έχω βάψει μαύρα ρούχα που τα φορέσανε μανάδες. Οι Θεοί μπορεί να έχουν αλλάξει ονόματα στο διάβα του χρόνου, εγώ όμως υπάρχω πριν τους ανακαλύψουν οι άνθρωποι. Φέρνω τα πάνω κάτω, ανταριάζω, γκρεμίζω, ξαναχτίζω, στέλνω φυλακή, αθωώνω. Είμαι μάγκας, θρασύς, τσαμπουκάς, τζογαδόρος, ανοίγω τα χέρια μου και νοιώθω αετός όταν τα πόδια μου πατάνε σταθερά χωρίς υπερβολές στις νότες του ζεμπέκικου. Πάω στα πανηγύρια, χορεύω και κοιτάω κατ ευθείαν στα μάτια όποια μου κάνει κέφι και ούτε που νε νοιάζει αν είναι παντρεμένη, μάννα, χήρα, γυναίκα προέδρου ή παπαδιά.

Καμιά φορά κολάζω παπάδες. Ακόμα και δεσποτάδες.

Έρωτας είμαι. Ό,τι μου γουστάρει κάνω.-

 

ΧΡΗΣΤΟΣ Ι. ΔΟΥΛΗΣ

[Συγγραφέας γεννημένος στην Κέρκυρα το 1951.  Έχει γράψει το μυθιστόρημα «Με την Αναράιδα», Οδός Πανός, 2015]

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *