«να το σγουρό περσέμολο»


«…πρώτη αναφορά στον μαϊντανό βρίσκουμε στο έργο Περί ύλης ιατρικής του Διοσκουρίδη, τον πρώτο αιώνα, ο οποίος αναφέρει το πετροσέλινον, το οποίο «φύεται εν Μακεδονία εν αποκρήμνοις τόποις». Ονομάστηκε δηλαδή ο μαϊντανός «σέλινο των βράχων», πράγμα που υποβάλλει την ιδέα ότι ίσως το φυτό έγινε γνωστό στα μέρη μας εκείνη περίπου την εποχή, ενώ το σέλινο ήταν πανταχού παρόν στον ελληνικό χώρο από τα πανάρχαια χρόνια· ακόμα και σε μυκηναϊκές πινακίδες της Γραμμικής Β΄ βρίσκουμε αναφορά σε se-ri-no.

Το πετροσέλινον λοιπόν, ονομασία που διατηρείται και σήμερα, έχει στη συνέχεια πυκνή παρουσία στα ιατρικά και διαιτητικά κείμενα του Γαληνού και των άλλων μεγάλων Ελλήνων γιατρών-συγγραφέων της ρωμαϊκής περιόδου και της ύστερης αρχαιότητας, συχνά ως συστατικό σε αντίδοτα και για τις θεραπευτικές του ιδιότητες (π.χ. διουρητικές). Πέρασε στα λατινικά ως petroselinum και από εκεί σε όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες, αν και πολλές φορές έγινε αγνώριστο: αγγλικά parsley, γαλλικά persil, ιταλικά prezzemolo, γερμανικά petersilie, ισπανικά perejil, ρουμανικά pătrunjel. Πέρασε επίσης στα εβραϊκά, petrosilia, φτάνοντας στα ανατολικά έως τα ινδονησιακά, peterseli, και τα γιαπωνέζικα, paseri.

Από το ιταλικό prezzemolo, με αντιμετάθεση των φθόγγων, η λέξη επιστρέφει αντιδάνειο στα ελληνικά ως περσέμολο ή περσέμουλο κι έτσι έχει εξασφαλίσει μια γωνίτσα στην αθανασία επειδή περιλαμβάνεται σε ένα διάσημο απόσπασμα από το Άξιον Εστί του Ελύτη, μαζί με άλλα σπάνια και ιδιωματικά ονόματα φυτών: «Να το σπαράγγι να ο ριθιός, να το σγουρό περσέμολο, το τζεντζεφύλλι και το πελαργόνι, ο στύφνος και το μάραθο, Οι κρυφές συλλαβές όπου πάσχιζα την ταυτότητά μου ν’ αρθρώσω».

Όμως, όπως είδαμε, το πετροσέλινο ευδοκιμούσε ιδίως στη Μακεδονία, γι’ αυτό και, ήδη από την εποχή του Γαληνού τον 2ο αιώνα βρίσκουμε συχνά αναφορές σε «μακεδονικόν πετροσέλινον» κι έτσι, όπως συχνά γίνεται, το ουσιαστικό εξέπεσε και έμεινε το επίθετο, και έτσι το πετροσέλινο ονομάστηκε μακεδονήσιον (πρώτη μνεία τον 10ο αιώνα) και στη συνέχεια μακεδονήσι· κι αυτή η ονομασία διατηρείται ως και σήμερα. Μάλιστα, κατά την επικρατούσα άποψη, το μακεδονήσι πέρασε στα τουρκικά ως mağdanos και αργότερα maydanoz, που είναι και η σημερινή του ονομασία, και από εκεί επανήλθε στη γλώσσα μας, αντιδάνειο πάλι, ο σημερινός μαϊντανός!

Δυο ακόμα ονόματα είχε ο μαϊντανός στα μεσαιωνικά χρόνια, μυρωδία, επειδή είναι αρωματικό, και κουδούμεντον ή κοδιμέντον (που είναι δάνειο από το λατιν. condimentum, άρτυμα, πράγμα που ίσως δείχνει πως ο μαϊντανός ήταν το κατεξοχήν άρτυμα της βυζαντινής κουζίνας). Από εκείνα τα χρόνια μάς έρχεται και η πρώτη αναφορά του μαϊντανού ως διακοσμητικού στοιχείου· στα πτωχοπροδρομικά ποιήματα, ο ποιητής παρακαλεί τον υψηλά ιστάμενο παραλήπτη να μην απορρίψει τους στίχους του: μηδ’ αποπέμψης μάλλον, ως κοδιμέντα δέξου τους.

konioΤΟ ΔΗΛΗΤΗΡΙΩΔΕΣ ΚΩΝΕΙΟ, ΤΗΣ ΙΔΙΑΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΜΑΙΝΤΑΝΟ

(MATHEWS F. SCHUYLER, «FIELD BOOK OF AMERICAN WILD FLOWERS, G. P. PUTNAM’S SONS, ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ 1902.

Πράγματι, στην εποχή μας μαϊντανός λέγεται κάποιος που εμφανίζεται διαρκώς σε έναν χώρο, που ανακατεύεται σε πολλά χωρίς να έχει αρμοδιότητα, όπως ο μαϊντανός μπαίνει σε όλα τα φαγητά ως απλό άρτυμα ή διακοσμητικό, ενώ θα μπορούσε και να λείπει. Η λέξη χρησιμοποιείται κατά κόρο για τους τακτικούς προσκαλεσμένους τηλεοπτικών εκπομπών (που αποκαλούνται και τηλεμαϊντανοί), αλλά να μη συμπεράνουμε ότι η σημασία αυτή είναι γέννημα της τηλεοπτικής εποχής. Είναι αρκετά παλαιότερη· για παράδειγμα, σε γράμμα ενός δημοτικιστή στον Νουμά το 1918, επικρίνεται το Υπουργείο Παιδείας ότι διόρισε στην επιτροπή κρίσης των σχολικών βιβλίων κάποιον άσχετο καθηγητή που «τον μεταχειρίζονται σαν μαϊντανό σε κάθε τέτοιου είδους σαλάτα», ενώ πάλι ο Νουμάς, σε τεύχος του 1919, έχει το εξής σατιρικό επίγραμμα προς τον Παύλο Νιρβάνα: «Δεν άφησες απάτητο χωράφι κανενός / φοβάμαι πως κατάντησες… ολίγο μαϊντανός», καλοπροαίρετη μπηχτή για την πολυπραγμοσύνη του Νιρβάνα που σε χίλια-δυο έντυπα ανακατευόταν (και που μπορεί να γράφτηκε και από τον ίδιον τον Νιρβάνα, ταχτικόν συνεργάτη του Νουμά!).

Αυτό είναι το χαρακτηριστικό του μαϊντανού: νοστιμίζει και αρωματίζει, αλλά δεν είναι απαραίτητος. Όταν όμως σε μια κατάπικρη, δύσοσμη και ανθυγιεινή σούπα προσθέσουμε μια πρέζα μαϊντανό, δεν αρωματίζεται η σούπα· ο μαϊντανός πικρίζει και δηλητηριάζεται· αυτό τουλάχιστον διδάσκει η λαϊκή σοφία.

ΝΙΚΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΚΟΣ

Ο Νίκος Σαραντάκος είναι συγγραφέας, μεταφραστής και κατοικοεδρεύει στα sarantakos.wordpress.com και www.sarantakos.com

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *