Ιστορίες κρίσεως 2: Μια λιακάδα που εκείνοι δεν νιώθουν πια…

Στη μνήμη του Σ.Δ.

Η Κατερίνα είδε τον Αλέξη στο πάρκο. Η ώρα έντεκα το πρωί. Τον είδε μέσα από το τζάμι του λεωφορείου, καθώς ο οδηγός έκοβε ταχύτητα για την στάση στον Ευαγγελισμό.

Ήταν εκείνος, ήταν σίγουρη. Καλό παιδί και καλός μαθητής. Συμμαθητής στο γυμνάσιο, στην παρέα, το αγόρι της Έλλης…

Ο Αλέξης καθόταν στο παγκάκι, ξυρισμένος, κοντοκουρεμένος, περιποιημένος, όπως τον ήξερε τα τελευταία χρόνια, φορούσε τα ρούχα της δουλειάς, σκούρο γκρι παντελόνι και σακάκι, πουκάμισο με λεπτό μπλε καρό, θαλασσί γραβάτα.

Εκεί, στο ίδιο σημείο, τον είχε συναντήσει πάλι πριν δυο χρόνια. Στο ίδιο παγκάκι χαλάρωνε τότε ο άνθρωπος, με το ένα πόδι πάνω στ’ άλλο, το σακάκι ξεκούμπωτο κι ένα σάντουιτς στο χέρι. Εκείνη πεζή. Κάνω ένα βιαστικό break, της είχε πει, μόλις τελείωσα κάτι καλό.

Η Κατερίνα δεν θυμόταν άλλα λόγια μόνο εκείνο το κλείσιμο του ματιού με νόημα σε ένα φωτεινό πρόσωπο, που λες και ρουφούσε τότε μέσα του όλη την λιακάδα που το περιέβαλε, του ανήκε η λιακάδα, την είχε κατακτήσει με τη δουλειά του στην εταιρεία και είχε δικαίωμα πάνω της. Κάτι τον ευλογούσε από εκεί ψηλά, ναι, όλα του πήγαιναν καλά, η τύχη του, η ανοιξιάτικη ζέστη που την συνόδευε ή και τα δυο, η Κατερίνα δεν ήταν σίγουρη.

Σκέφτηκε τότε ότι ο Αλέξης, παρόλη την τυποποίηση του, την συμβατική μετεξέλιξη του φανατικού ροκά των δεκαέξι, κάτι διατηρούσε από τον εφηβικό του ρομαντισμό, κάτι τον έκανε ν’ αναζητά ακόμη στις λιακάδες τον εαυτό του και να κλέβει χρόνο από το χρόνο της εταιρείας.Ευλογία θεού η ηλιόλουστη άνοιξη πάντα, τότε και τώρα.

Το ηλιόφως ίδιο, η Κατερίνα κι ο Αλέξης όμως αλλαγμένοι μέσα τους. Σήμερα, δύο χρόνια μετά, η Κατερίνα βλέπει τον Αλέξη καθισμένο στο παγκάκι, το πρόσωπο προφίλ, το βλέμμα καρφί μπροστά, το κορμί ακίνητο και στητό με τα πόδια ενωμένα και τα χέρια τεντωμένα πάνω τους.

Στέκεται σαν έτοιμος να δώσει συνέντευξη για δουλειά, σαν μια εικόνα που πάγωσε στο χρόνο. Η Κατερίνα συλλαμβάνει στιγμιαία την παραδοξότητα της εικόνας του κι νιώθει βαθιά μέσα της ένα σφίξιμο: εκείνος δεν νοιαζόταν πια για τον ήλιο, δεν τον αντιλαμβανόταν καθόλου τον ήλιο! Σκέφτηκε να κατέβει από το λεωφορείο, να του μιλήσει.

Ήξερε ότι τον είχαν απολύσει. Όλους τους έδιωξαν και η γνωστή ιστορία: η εταιρεία πτώχευσε, κάποιοι την έκαναν με τα χρήματα σε off sore στο εξωτερικό, όλοι «οι συνεργάτες» απολύθηκαν. Αυτά πριν ενάμισι χρόνο. Αυτά για τον Αλέξη, τον συμμαθητή με στόχευση, που ήταν ο πρώτος που την είχε κάνει από την παρέα για να μπει στην παραγωγή, που προσεταιρίστηκε από τότε την εταιρεία, ο Αλέξης ο συνεργάτης, το στέλεχος.

Αυτά για τον Αλέξη που είκοσι χρόνια τώρα φοράει τη δουλειά του κουστούμι ζωής κι έχει πλάσει το είναι του γύρω της. Σαν το φάντασμα κυκλοφορεί τώρα η σκέψη του Αλέξη στο σκοτεινό κτήριο, στα άδεια γραφεία, τους λευκούς τοίχους, στα νεκρά τηλέφωνα, στο νεανικό όνειρο, στην νεανική φιλοδοξία, στην πτώχευση της εφηβικής φαντασίωσης για τη ζωή. Σ’ αυτό καρφώνει το βλέμμα του, σ’ αυτό στήνει το κορμί του, κυκλωμένος από μια λιακάδα που δεν νιώθει πια. Σ’ αυτό ανήκει: στο νεκρό κτήριο. Είναι σαράντα πέντε και κολλημένος. Και το σακ βουαγιάζ δίπλα του, στο παγκάκι. Η Κατερίνα δεν κατέβηκε από το λεωφορείο. Στην πρωτεύουσα τουλάχιστον ο Αλέξης καταφεύγει στο πάρκο. Ανώνυμος μεταξύ ανωνύμων. Στην επαρχία δεν υπάρχουν καταφύγια. Ο επώνυμος μικροεπιχειρηματίας Αλέξης του Ηρακλείου φοράει ένα μεταλλικό χαμόγελο και χαιρετά τους γνωστούς στο δρόμο. Τους φίλους, τους παλιούς συμμαθητές. Ατσαλάκωτος. Κρατεί την ατσαλάκωτη βιτρίνα του για όσο αντέχει.

Κι όταν ο ήλιος γίνει χάρτινος και η λιακάδα μέταλλο, όταν πια η λιακάδα δεν τον αγγίζει, μπαίνει στ’ αμάξι. Μόνος. Εδώ δεν υπάρχει παγκάκι και δίπλα του δεν έχει το σακ βουαγιάζ. Μόνο τ’ όπλο…

[Τελειώνοντας αυτό το μικρό αφήγημα,  αποφάσισα να κάνω μια μίνι έρευνα ώστε να δω αν η αίσθηση που έχω ότι η μικρή μας πόλη είναι πολύ σκληρή για τους κατοίκους της αντικατοπτρίζεται σε πραγματικά νούμερα. Και ιδού: Συμφώνα με τα επίσημα στοιχεία του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη κατά την περίοδο 1/1/2009 έως 28/8/2012 οι τελεσθείσες αυτοκτονίες και οι απόπειρες ανήλθαν σε 3.124 πανελλαδικά. Με βάση τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ από την απογραφή του 2011 οι κάτοικοι της Αθήνας ανέρχονται σε 2.624.650 ενώ του Ηρακλείου σε 304.270 (ΠΙΝΑΚΑΣ 1). Αυτό σημαίνει ότι στην Αθήνα, την τριετία 2009- 2011, ο αριθμός αυτοκτονιών ήταν 10,85 ανά 100.000 κατοίκους ενώ στο Ηράκλειο ο αντίστοιχος αριθμός είναι 25,6, δηλαδή υπερδιπλάσιος! Η αύξηση αυτή παρατηρείται και σε άλλες επαρχιακές πόλεις της Ελλάδος παρόμοιου μεγέθους με το Ηράκλειο, όπως Πάτρα, Λάρισα και Ιωάννινα αλλά όχι στο βαθμό της δικής μας πόλεως!]

(Εν Αθήναις τη 11/4/2013)

ΒΑΝΑ ΛΥΔΑΚΗ

58Η ΒΑΝΑ ΛΥΔΑΚΗ γεννήθηκε στην Αθήνα το 1963. Αποφοίτησε από την Ιατρική σχολή Αθηνών το 1987, ειδικεύτηκε στην Παιδιατρική Αιματολογία Ογκολογία και είναι Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Κρήτης.

Ζει στο Ηράκλειο και εργάζεται στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο.

Είναι παντρεμένη και έχει τρία παιδιά.

Από το 2000 ανέπτυξε συγγραφική δραστηριότητα στην πεζογραφία.

Πρόσφατα από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ εκδόθηκε το βιβλίο ΔΥΤΙΚΟΤΕΡΑ ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ http://booksandthecity.gr/frontend/biblionet_book.php?bookid=180140

Έως σήμερα έχουν εκδοθεί και τα εξής:

  • Ο χορός των απαλών ανθρώπων, Μεταίχμιο 2001, μυθιστόρημα
  • Το Πορτραίτο της Άλλης, Μεταίχμιο 2004, μυθιστόρημα
  • Η συνεργάτης του ανέμου, Περιοδικό Αρμονία, 2004 (μετά από πρόσκληση της κας Γκίκα), διήγημα
  • Γαύδος: σημείο καμπής, Περιοδικό Δίαυλος, 2006 (μετά από πρόσκληση του κου Δεληγιάννη), διήγημα
  • Το τέλος των ημερών, Αρμός 2009, μυθιστόρημα
  • Μεταμορφώσεις, Περιοδικό Δέκατα 2009, διήγημα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *