«Παιδιά του πατρός» του Στέφανου Κακαβούλη

H ιστορία είναι η εξής: Ένας πρώην καθολικός ιερέας στην περιοχή της Victoria της Αυστραλίας, που είχε διωχθεί για αποπλάνηση ανηλίκων, ηλικιωμένος πια, στέλνει επιστολές σε όλα τα θύματά του και τους ζητά να τον συναντήσουν σ’ ένα εγκαταλελειμμένο μέρος, με σκοπό να απολογηθεί για ό,τι τους είχε κάνει. Τρία από τα τότε παιδιά ανταποκρίνονται στο κάλεσμα του. Δύο γυναίκες και ένας άντρας. Το έργο είναι το τι διαμείφθηκε σε αυτήν αυτή τη συνάντηση.

Συγγραφέας, αλλά και σκηνοθέτης, είναι ένας πολύπλευρος νέος άνθρωπος, ο Στέφανος Κακαβούλης, ικανός επίσης να γράψει ωραιότατα ποιήματα («αρχής γευόμενης» εκδόσεις Ο’ΝΕLL 2006), να παίξει ως ηθοποιός στο θέατρο και στον κινηματογράφο (σε ταινία μάλιστα μαζί με την Angelina Jolie), αλλά και να γράψει δέκα θεατρικά έργα από τα οποία τα εφτά έχουν ανεβεί ήδη στη σκηνή.

Ο διεθνούς φήμης ηθοποιός Σπύρος Φωκάς για χάρη του έργου και του Στέφανου Κακαβούλη κάνει εδώ μια από τις σπάνιες εμφανίσεις του στο ελληνικό θέατρο, ερμηνεύοντας το ρόλο του ηλικιωμένου ιερέα με σκοτεινό παρελθόν ζητώντας από τα παιδιά που κάποτε βίασε συγχώρεση, ψευδόμενος μάλιστα ακόμα και την ύστατη ώρα πως ό,τι έκανε το έκανε …από αγάπη για αυτά. Αρνούμενος να δεχθεί πως τον παρέσυρε ένα πάθος, εκ φύσεως ίσως, το οποίο όμως ο ίδιος στάθηκε ανίκανος να τιθασεύσει, αφού απλώς προσπαθούσε να το ξορκίσει με προσευχές. Κάποια στιγμή ομολογεί ότι μετά από κάθε βιασμό ζητούσε εξηγήσεις από το Θεό για αυτό που τον άφηνε εκείνος να κάνει. Όμως, όπως λέει, η απάντηση του Θεού ήταν η σιωπή.

Τα γεγονότα τον διαψεύδουν. Η αγάπη την μοναδική φορά κατά την οποία ήλθε αντιμέτωπος μαζί της ήταν εκείνη που τον απέτρεψε να προχωρήσει για άλλη μια φορά στην αποτρόπαιη συνήθειά του.

Η αγάπη, ιδίως η πατρική, προς και από τα παιδιά – έτσι όπως την υποδηλώνει και ο τίτλος του έργου-  καθώς και οι επιμέρους, οι λεπτές αποχρώσεις της, είναι ό,τι απασχολεί τον συγγραφέα στο έργο αυτό. Γιατί με την αγάπη έχει να κάνει και το δράμα των παιδιών που αποπλανήθηκαν, επειδή όταν προσέφυγαν στον ιερωμένο για να πάρουν στοργή και γαλήνη πλανήθηκαν. Και το ότι τους πρόδωσε ήταν εκείνο που δεν του συγχώρεσαν, αλλά και εκείνο που στιγμάτισε την από εκεί και πέρα ζωή τους.

Ο συγγραφέας ακολουθεί τον κανόνα της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας –παρότι δεν την ακολουθεί στην εμμονή της να μην παρουσιάζει έγκλημα επί σκηνής– να υιοθετεί εκείνο του Σωκράτη «ουδείς εκών κακός». Αναγνωρίζει ελαφρυντικά σε όλους ή μάλλον ερμηνεύει τη συμπεριφορά τους, είτε είναι θύτες, είτε είναι θύματα. Μια ανατροπή περί το τέλος του έργου είναι αυτό ακριβώς: ένα από τα θύματα αποδεικνύεται θύτης. Και μάλιστα η πραγμάτωση του ρόλου του ως θύτη αποτελεί και το φινάλε του έργου, αλλά και του δράματος.

Το βιβλίο με το κείμενο του έργου (Εκδόσεις Αρμός 2013) αφιερώνεται από τον συγγραφέα «Στην προσωπική επαφή του καθενός μας με το θείο στοιχείο». Επειδή ασφαλώς, πατρική αγάπη είναι και εκείνη από και προς τον Θεό. Μπορεί να είναι όμως και εκείνη που ο καθένας μας τρέφει από και προς τον εαυτό του, την επιβλητική παρουσία του οποίου με δυσκολία και όχι πάντα μπορεί να ελέγξει.  Με άλλα λόγια ο συγγραφέας θεωρεί ότι την ακούσια αρνητική πλευρά του ο καθένας μπορεί να την διαχειρισθεί με την επαφή του με το θείο. Και στο βαθμό που δεν κάνει κάτι τέτοιο είναι και ένοχος για ό,τι αρνητικό κουβαλάει στη ζωή του, είτε ως βιαστής, είτε ως βιασθείς. Δεν νομίζω πως ο συγγραφέας τοποθετεί το θείο στον ουρανό, ούτε στην εκκλησία. Το ψάχνει μέσα μας. Στο «κατ’ εικόνα και ομοίωσιν» της Θεολογίας. Η διαφορετική προσέγγισή του θείου από τον καθένα μας (με αμφιβολία, τυφλή πίστη ή αίτημα για “τον τύπον των ήλων”) προσδιορίζει και την αυτογνωσία μας ως αναγκαία προϋπόθεση για την εξάλειψη ή τον περιορισμό της αρνητικής πλευράς μας. Εξάλειψη που οφείλουμε να κάνουμε κυρίως  χάριν των άλλων, από αγάπη προς αυτούς, όσο κι αν κατέχουμε αυτήν την αρνητική πλευρά ακουσίως.

Αναρωτιέται κανείς για τον λόγο που ο συγγραφέας επέλεξε αυτήν την εποχή για να γράψει και να ανεβάσει ένα τέτοιο έργο. Με το που θα διαπιστώσει όμως ότι στην ουσία πρόκειται για μια καταγγελία κατάχρησης εξουσίας αντιλαμβάνεται πως η σημερινή εποχή της πρωτοφανούς όσο και καινοφανούς  κατάλυσης μέχρι και των θεμελιωδών διατάξεων του Συντάγματος από τους ανθρώπους που χειρίζονται και κακοδιαχειρίζονται την Εξουσία, η πλημμελής, συχνά και δόλια, μερικές φορές και εγκληματική άσκηση της Εκτελεστικής της Νομοθετικής και της Δικαστικής εξουσίας από τους ίδιους τους θεματοφύλακές της εν ονόματι της Δημοκρατίας (αγάπης προς τον πολίτη και τον άνθρωπο τάχα) είναι φυσικό να προκαλέσει στον ευαίσθητο αποδεδειγμένα, όσο και χαρισματικό, συγγραφέα του έργου την ανάγκη να εκφράσει το πνίξιμο που νοιώθει από το άδικο του βιασμού που του γίνεται –όπως και σε όλους μας- καθημερινά. Συγχρόνως όμως και η αγάπη που αποζητά ο πολίτης από τους βιαστές πολιτικούς του, παρότι έχει υπάρξει μάρτυρας και έχει ακούσει για τις αποπλανήσεις και τους βιασμούς που συστηματικά επιτελούν, τον καθιστούν εξίσου υπεύθυνο με εκείνους για τον τρόπο διαχείρισης των κοινωνικών δεδομένων.

Και αυτό είναι που κάνει το έργο πιο επίκαιρο παρά ποτέ, ικανό να κινητοποιήσει νου και συναισθήματα στους θεατές, όχι τόσο να σκεφτούν για το ζοφερό φαινόμενο της παιδεραστίας, όσο για το άρρωστο κοινωνικό πλαίσιο που το αφήνει ατιμώρητο  όπως και πολλούς άλλους βιασμούς ψυχής τε και σώματος, που βιώνουμε όλοι στη σύγχρονη  κοινωνική πραγματικότητα.

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΒΙΤΣΟΣ

Παίζουν:

Marc:  Γιάννης Τσουρουνάκης

Ellie: Αφροδίτη Γεωργούση

Joy:   Φαίη Δροσιάδου

Στο ρόλο του ιερέα ο Σπύρος Φωκάς

 

Συντελεστές:

Μουσική: Γιάννης Μυγδάνης

Φωτισμοί: Διονύσης Κούτσης

Β. Σκηνοθέτη: Μαρία – Λίλιαν Παναγιωτοπούλου

 

Πληροφορίες:

Κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 20.00

Από Δευτέρα 4 Μαρτίου έως και Τρίτη 30 Απριλίου

Γενική είσοδος: 10 ευρώ

Μειωμένο: 5 ευρώ

Τηλέφωνο επικοινωνίας/κρατήσεων:             210 32 10 179

http://www.youtube.com/watch?v=FbCSNsb9tfo&feature=youtu.be

1 σχόλιο αναγνώστη

  1. Ο/Η Νικηφόρος Μαρτινέγκος λέει:

    Αξιότιμε κε Βίτσο,
    πολυγραφότατε και αξιαγάπητε εκδότα,
    χαίρομαι που πολύ καιρό μετά ξαναβρισκόμαστε μέσα από τις σελίδες αυτού του σπουδαίου πολιτιστικού περιοδικού που ισάξιό του σπάνια συναντά κανείς στην πολιτιστική ιστορία της χώρας αφού είναι αυτή τη στιγμή το μόνο βήμα που προάγει την ηθική, τον πολιτισμό, τον ελληνισμό, την παιδεία. Και θα επιμείνω στην προάσπιση της ηθικής που τόσες φορές εξυμνήθη μέσα από τα άρθρα πολλών σπουδαίων ανθρώπων που ενίοτε ξετυλίγουν τη σκέψη τους συγγράφοντας εδώ.
    Και εξηγούμαι χωρίς βέβαια να θέλω να παρεξηγηθώ: Διαβάζοντας το άρθρο σας για την «θεατρική» αυτή παράσταση κυριολεκτικά εξανέστην. Όχι επειδή δεν θα περίμενα από εσάς μια προοδευτική κριτική που εγώ ανέχομαι και δέχομαι ίσως επειδή γαλουχήθηκα από πιο συντηρητική παιδεία. Άλλωστε ο προοδευτισμός σας αυτός είναι που σας καθιστά πιο συμπαθή. Αλλά όσον αφορά το θέατρο επιτρέψτε μου να έχω μια πιο αντικειμενική άποψη.
    Μεγάλωσα έχοντας θεατρική παιδεία βλέποντας δεκάδες παραστάσεις με την Κοτοπούλη, την Βέμπο, τον Κουν, τον Μινωτή, τον Χορν, την Ντενίση με όλα αυτά τα ιερά τέρατα που τίμησαν το θέατρο και τον ελληνισμό. Με έργα προοδευτικά που μετέδιδαν μηνύματα στην κοινωνία μας που σπαρασόταν από εμφυλίους, από τη χούντα από δεινά. Και ήμουν εγώ ως ανώνυμος πολίτης μαζί με τόσους άλλους που χειροκρότητα τον προοδευτισμό στο θέατρο. Λυπάμαι όμως που τώρα στη δύση της ηλικίας μου βλέπω να γράφονται και να παίζονται θεατρικά έργα που που παραφράζουν τον προοδευτισμό και μεταδίδουν λάθος μηνύματα. Ηθοποιοί εμφανίζονται γυμνοί στη σκηνή, ηθοποιές υποκρίνονται σε ανάρμοστες πράξεις, προσβάλλονται τα ιερά και τα Θεία, μα γιατί; Μα γιατί;
    το εν λόγω έργο δεν το έχω δει. Κρίνω όμως από το θέμα του ότι τείνει σε λάθος πορεία. Τι μηνύματα δηλαδή θέλει να μεταδώσει; Ποιός ο παιδαγωγικός σκοπός του; Ποιά η συμβολή του στην ελληνική παιδεία; Και απαντώ μεγαλωφώνως: ΚΑΜΙΑ!!!
    Δεν θέλω να είμαι εγώ αυτός που θα καταδικάσει το έργο. Άλλωστε δεν μου το επιτρέπει η θεατρική μου παιδεία. θα περίμενα ωστόσο από τον συγγραφέα του έργου στο τέλος της παράστασης να εξηγήσει τον σκοπό του έργου. Αυτό ίσως με κάνει να αναθεωρήσω την άποψή μου αν βέβαια δω ότι έστω κι εμμέσως το έργο αυτό θα βοηθήσει στην ανύψωση της ελληνικής παιδείας και του χριστιανικού ήθους.

    Με τιμή,
    Νικηφόρος Μαρτινέγκος.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *