Μοίρες

  • 9/11/2012
  • ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΠΟΛΙΤΗΣ
  • ΣΑΤΙΡΑ

Τη στιγμή που γεννήθηκα μου δώκανε μια χεροκωλιά. Για να ξυπνήσω, να συνέλθω και να μπω σε ετούτον εδώ τον κόσμο.

Με πλύνανε, με αποθώκανε στο στήθος της μάνας μου. Πέρασε το χέρι της στην πλάτη μου, ακούμπησα το κεφάλι μου στο στήθος της, μύρισα

το δέρμα της, άπλωσα το χέρι μου στο λαιμό της και κοιταχτήκαμε.

Το δωμάτιο γέμισε αγγελάκια με άσπρα φτερά, που κρατούσαν σχοινιά στα χέρια τους και μας έδεναν με κόμπους που δεν λύθηκαν ποτέ στην υπόλοιπη κοινή μας ζωή.

Όταν έλθει η ώρα να λυθεί η μια άκρη και φύγει ο ένας από τη ζωή, οι κόμποι σφίγγουν το λαιμό του άλλου.

Το πρώτο βράδυ με βάλανε στο κρεβάτι της μάνας μου. Τα μεσάνυχτα και ενώ είχε αποκοιμηθεί από την κούραση, ήλθαν πάνω στο κρεβάτι τρεις γυναίκες. Είμαστε οι μοίρες σου, μου είπαν.

Οι μοίρες μας, είναι γυναίκες, διαπίστωσα από την πρώτη νύχτα.

Η πρώτη ήλθε στο κεφάλι μου.

Kοτσονάτη και μεγαλογυναίκα στα χρόνια στο μπόι, στα κιλά.

-Με λένε Ζωή, μου είπε.

Εμένα θα με βλέπεις συνέχεια. Κάθε πρωί που θα ανοίγεις το παράθυρο, θα σου κουνάω το χέρι. Μπροστά σου θα είμαι, με ήλιο με βροχή με κρύο, με ζέστη. Κάθε μέρα, μέχρι την τελευταία.

-Πότε θα είναι η τελευταία μέρα μου; Τη ρώτησα.

-Δεν το λέω ποτέ σε κανέναν, μου απάντησε. Κανείς δεν το ξέρει από πριν. Όλοι το μαθαίνουν τελευταία στιγμή. Μη ρωτάς τέτοια πράγματα, την πρώτη μέρα της ζωής σου. Εδώ ήλθες για να ζήσεις. Όταν έλθει εκείνη η στιγμή, τους παίρνω από το χέρι. Κάποιοι με χαιρετούν, άλλοι μου λένε σε ευχαριστώ Ζωή, και τους πάω σε μιαν άλλη. Ζωή είναι και η άλλη, αλλά είναι άλλη, διαφορετική. Αφού ήλθες εδώ, κοίταξε να ζήσεις, μου ξαναείπε.

Έκανε δυο βήματα πιο κει και ήλθε στο κεφάλι μου η δεύτερη. Εγώ είμαι η Υγεία σου, μου λέει.

Καλοστεκούμενη, ψηλή . Όχι με πανάκριβα και σινιέ ρούχα. Είχε όμως στο ένα της χέρι, αυτό της καρδιάς , κρυμμένο κάτι στην παλάμη της. Αναρωτήθηκα τι είναι. Μετά από χρόνια κατάλαβα. Την είδα στον ύπνο μου, εκεί στα πενήντα, δύο μέρες πριν μπω στο νοσοκομείο. Μόνο που η παλάμη της αυτή τη φορά ήταν ανοιχτή και είχε ένα νυστέρι.

-Καλά θα τα πάμε, μου είπε, μην ανησυχείς. Ήταν το νυστέρι της εγχείρησης που θα έκανα σε δύο μέρες, στην καρδιά.

Ύστερα ήλθε στο κεφάλι μου η Τρίτη. Η Τύχη.

Διαφορετική από τις άλλες. Μεγάλη και αυτή στα χρόνια με μισοχαλασμένη ρόμπα, πολυφορεμένη και με μπαλώματα. Της λείπανε δόντια, είχε και λίγο μουστάκι. Με ξινισμένα μούτρα σαν να μου έκανε χάρη που ήλθε. Όταν τη ρώτησα, ποια είσαι του λόγου σου, μου απάντησε, πως είμαι η τύχη σου.

-Ανάθεμά την τύχη μου, είπα εγώ, έτσι που ήτανε. Αυτή εχολεύτηκε, με κοίταξε καλά, καλά και με μούτζωσε.

-Όρσε μου λέει αγγελοκρουσμένο, που έχεις και γλώσσα.

-Μα να με μουτζώσει η τύχη μου, την πρώτη μέρα της ζωής μου; σκέφτηκα. Τη μούντζωσα και εγώ.

-Στα μούτρα σου, της λέω. Να καταντήσεις κατουρίστρια να δουλεύεις σε καμπινέδες. Όχι εκεί που τραγουδάει η Βίσση, αλλά σε δημόσιους, που είναι μες στη βρώμα και μες στο ξερό σκατό εκεί να είσαι πάντα να μυρίζεις τα αρώματα. Ήμουνα και εγώ από μικρός καλό κατουροκάνατο

-Φταίω εγώ που ήρθα, μου λέει ούτε απ έξω δεν θα περνούσα, αλλά να έχεις χάρη που πρέπει να πάμε σε όλα τα νεογέννητα.

Ήταν η πρώτη φορά που τσακώθηκα με την τύχη μου. Από τότε τη βρίζω συνέχεια, μέχρι τώρα που μεγάλωσα. Όλο, φτου την τύχη μου, μέσα, λέω. Χάθηκε ο κόσμος να μου χάριζε μια μανιβέλα; Μερικοί άνθρωποι είναι τυχεροί σαν να την έχουν στον κώλο τους που παίρνει μπροστά μόνη της και τους οδηγεί όπου θέλει και στα καλά και στα δύσκολα.

Τέλος πάντων ο καθένας με την τύχη του, σκέφτηκα.

Που είναι η άλλη; Ρώτησα. Η Χρήμα δεν ήλθε; Έτσι λέγανε την τελευταία μοίρα.

-Δεν είμαι μαζί μας, μου είπανε. Δεν πάει σε όλα τα μωρά. Πάει όπου της γουστάρει και άμα της θυμηθεί. Περίμενέ τηνε. Μπορεί να έλθει αργότερα, στη ζωή σου, μπορεί και να μην έλθει ποτέ..

Έχουνε περάσει από τότε πενήντα πέντε χρόνια συν πέντε που κρύβω, σύνολο εξήντα που είμαι, ακόμα να ναρθει. Μια μακρινή θεία της, γριά, άσχημη και χωρίς δόντια μια φάουσα, μια διακοναριά έρχεται κάθε 24 του μηνός έξω από την τράπεζα και μου δίνει μια σύνταξη τρεις και εξήντα. Τώρα τελευταία έρχεται ένα μικρό μαύρο, λιανοκάμοτο, λιγδιασμένο, σαν καλικάντζαρος, με μαύρα νύχια. Κάθε φορά που παίρνω λεφτά που είναι όλο και πιο λίγα, νευριάζω, βρίζω. Αυτό βγάζει την ουρά του κάτω από το παλτό που φοράει, την κουνάει πέρα-δώθε από χαρά και με κοιτάει μοχθηρά. Πως σε λένε, το ρωτάω.

Μεσοπρόθεσμο μου απαντάει. Που να σε κόψει ο ανθρακίτης, του λέω αναθεμά τους που σε κουβαλήσανε, χτικιασμένο, να πας στο γέροντο διάολο και στου διόλου τον κώλο.

Μη μου μιλάς εμένα έτσι, μου απαντάει και μου κουνάει το δάχτυλο, εγώ δεν φταίω..

Εμένα και το τονίζει, εμένα μου λέει, με ψηφίσανε σοσιαλιστές.

XΡΙΣΤΟΣ Ι. ΔΟΥΛΗΣ

http://www.onestory.gr/page/2

Ο Χρήστος Δούλης όταν κάτι τον ενοχλήσει, τον ευαισθητοποιήσει τον συγκινήσει, μια λέξη μια κίνηση, κάτι που είδε, που άκουσε το κάνει κείμενο και το δημοσιεύει σε εφημερίδα της Κέρκυρας, όπου είναι ο τόπος του. Στο facebook με το όνομα Xristos Doulis μπορεί κανείς να διαβάσει τις σκέψεις του καθώς και παλιότερα κείμενα του. Στο e-mail despetos@hotmail.com θα χαρεί να απαντήσει.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *