Επιτέλους φτωχοί!

Να ξαναγίνουμε φτωχοί. Όπως ήμασταν πάντα. Όπως οι ήρωες των παλιών αναγνωστικών που οι γιαγιάδες έμοιαζαν με γιαγιάδες κι όχι με συνταξιούχες πόρνες. Όπου οι μπαμπάδες επέστρεφαν το μεσημέρι για να καθίσει ΟΛΗ η ελληνική οικογένεια στο τραπέζι και να φάει το σεμνό φαγητό -όσπρια πεντανόστιμα και ζαρζαβατικά με μαύρο ψωμί μοσχοβολιστό- ενώ η γάτα και ο σκύλος περίμεναν στωικά να ‘ρθει η σειρά τους … Να ξαναγίνουμε φτωχοί όπως ήμασταν πριν σαράντα και πενήντα χρόνια. Τότε που ονειρευόμασταν εν μέσω γκρι, μπλε και μπεζ χρωμάτων, τότε που καμιά Ελληνίδα δεν φιλοδοξούσε να γίνει ψευδοξανθιά, τότε που η λάσπη κολλούσε συμπαθητικά στα παπούτσια μας και οι αυθεντικοί ζήτουλες βρίσκονταν έξω απ’ τις εκκλησιές περιμένοντας το τέλος της λειτουργίας και του μνημόσυνου.

Να ξαναγίνουμε φτωχοί πλην τίμιοι, χωρίς κινδύνους να ξεστρατίσουν οι αρχιμανδρίτες προς την ψηφιακή παιδοφιλία. Να βρούμε ξανά τις σωστές μας κλίμακες χωρίς αγωνία παρκαρίσματος και παχυσαρκίας. Να ξαναβρούμε τη γεύση του «μπατιρόσπορου», των ελαχιστοποιημένων αναγκών, να ανακαλύψουμε εκ νέου τον ποδαρόδρομο και το συγκινητικό μοντέλο της «γυναίκας της Πίνδου». Μόνο με τέτοιες ηρωικές διαδρομές ενδεχομένως να ακυρώσουμε το κόμπλεξ μας έναντι του Μπραντ Πιτ και της Ναόμι Κάμπελ.

Να ξαναβρούμε -γιατί όχι- και τους παλιούς καλούς εχθρούς (κυρίως από τα βόρεια) που σήμερα τους έχουμε σκλάβους στα παβιγιόν μας. Να ξετρελαθούμε από την επικοινωνιακή μας υστερία με τα σιχαμένα κινητά τηλέφωνα που κατάργησαν κάθε έννοια ιδιωτικής ζωής. Να σκάψουμε στις αυλές -όσοι έχουν αυλές- και να κάνουμε παραδοσιακούς ασβεστόλακκους για να ασπρίζουμε τα δέντρα έτσι για καλαισθησία και υγεία. Να βρούμε πάλι τη σημασία του χώματος καταργώντας το καυσαέριο του επάρατου τρέχοντος πολιτισμού. Να εφεύρουμε τις παλιές νοσοκόμες που σέρνονταν από σπίτι σε σπίτι ρίχνοντας ενέσεις πενικιλίνης στα οπίσθια ολόκληρου του Έθνους.

Να προσδιορίσουμε ξανά την ντροπή και τον «σεβασμό» προσέχοντας το βλακώδες λεξιλόγιο των τέκνων μας. Επιτέλους, όποιο τέρας βρίζει ή χρησιμοποιεί την πάνδημη και πολυμορφική λέξη «ΜΑΛΑΚΑΣ» πάνω από εκατό φορές την ημέρα να το μπουκώνουμε με «κόκκινο πιπέρι εξόχως καυτερό», όπως τον καιρό της εξαίρετης φτώχειας μας .

Να μάθουμε να χρησιμοποιούμε τα κουλά μας χέρια σε δουλειές που σήμερα δίνουμε του κόσμου τα λεφτά, όπως μεταποίηση ρούχων, αλλαγές γιακάδων στα πουκάμισα, καρικώματα στις κάλτσες, υδραυλικές και σχετικές εργασίες. Να απαγορευτεί διά ροπάλου το γκαζόν που για μας τους πρώην φτωχούς δεν σημαίνει απολύτως τίποτα. Στη θέση του να φυτευτούν λαχανικά ή και οπωροφόρα για να μην καλοσυνηθίζουμε την κάστα των μανάβηδων. Κάποτε ο μαϊντανός, τα κρεμμύδια και τα σκόρδα ήταν τα βασικά καλλωπιστικά των κήπων μας .

Να επανακτήσουμε το κύρος μας, χρησιμοποιώντας βέργες κι ό,τι τέλος πάντων απαιτούσε ο βασικός σωφρονιστικός κώδικας τα χρόνια της περήφανης ανέχειας … Σταματήστε τις ψυχολογίες και τις παραφιλολογίες για τα «τραύματα» των παιδιών. Μόνο λύσεις γήινες και πρακτικές -χωρίς ενστάσεις από τον Ρομπέν της ευαισθησίας, τον ΣΥΡΙΖΑ- θα αποκαταστήσουν την τρέλα και το χάος που υπαινίσσονται οι στατιστικές.

Να θυμηθούν οι Νεοέλληνες πως προέρχονται απ’ τον Μεγαλέξανδρο, από τον Μιλτιάδη, τον Αριστείδη και προφανώς απ’ τον… Αλκιβιάδη, πράγμα που σημαίνει ότι μπορούν να βάλουν σε ενέργεια τον «δίκαιο θυμό» αν συμπέσουν με ληστές τραπεζών, περιπτέρων, σούπερ μάρκετ και κοσμηματοπωλείων. Κανένας δισταγμός. Τα παλιά χρόνια για ψύλλου πήδημα σε μπαγλάρωναν. Θυμήσου και κόψ’ τους τα χέρια ή και τα αχαμνά. Επιτέλους ας σταματήσουμε την ευρωπαϊκή μας ψυχοπάθεια …

ΠΟΤΕ κανένας Έλληνας δεν έγινε σωστός Ευρωπαίος. Ούτε καν ο Αβραμόπουλος ούτε καν ο Σημίτης και άλλοι τέτοιοι που μου διαφεύγουν. Απ’ τον καιρό που σταματήσαμε να θυμώνουμε σωστά, την πατήσαμε. Σταματήστε το «ντόπινγκ» με το τσουλαριό των λαϊκών ασματομουλάρων. ΠΟΣΟΥΣ ΠΙΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΕΣ ΧΩΡΑ Η ΕΛΛΑΣ, κύριοι καναλάρχες της πλάκας; Δεν είναι καιρός να ξεβρωμίσει ο τόπος απ’ τους εκφραστές του τραγουδιστικού Κάμα Σούτρα; ΠΟΙΟΣ θα μαζέψει τις ελιές στα περιβόλια όταν ο κάθε πικραμένος ονειρεύεται να γίνει αφίσα στη Συγγρού; Ποιος θα καθαρίσει τη Συγγρού απ’ το αίσχος της καψουρικής ταπετσαρίας, κύριοι δήμαρχοι; Οι τραβεστί; Οι καημένες οι τραβεστί έχουν άλλες υποχρεώσεις …

Μη φοβάστε τη φτώχεια. Η πατρίδα μας είναι ευλογημένη έστω κι αν δεν παράγει λαμαρίνες αυτοκινήτων ή καλής ποιότητας νάρκες και όπλα για τριτοκοσμικούς. Θυμηθείτε την ευλογία του ελαιόλαδου, της κορινθιακής σταφίδας, του χαλβά Φαρσάλων, των εσπεριδοειδών, της σαρδέλας και των λατρεμένων ραδικιών. Λάδι, χόρτα, ελίτσες, λίγο τυρί και ψωμί ζεστό, να φρεσκάρουμε στο μνημονικό μας το παλιό αναγνωστικό του Δημοτικού. Το ξέρω πως είναι ζόρι να κόψουμε το σούσι απότομα, όμως ήρθε ο καιρός να αναβιώσουμε την όπερα της πεντάρας, της δεκάρας και των άλλων χρηστικών μας αξεσουάρ. Μια δοκιμή νομίζω πως θα μας πείσει …

ΖΗΤΩ Η ΕΛΛΑΣ και ο θεός των μικρών πραγμάτων μαζί μας.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΞΑΝΘΟΥΛΗΣ
http://taxalia.blogspot.com/

17 Σχόλια

  1. Ο/Η Σταύρος Βασδέκης λέει:

    Ας του πει, αν το μπορεί κανείς, αυτουνού του Ξανθούλη, ότι υπάρχει και το κατά πολύ καλύτερο, μια που πήρε το μονοπάτι κατά πίσω: καλέ υπάρχουν και τα σπήλαια. Μάλιστα είναι όλα άδεια. Και μια που το πρότεινε πρώτος, να του δώσουμε ένα από τα πιο εξαιρετικά. Αλήθεια, μια χαρά θα ζούμε εκεί μέσα. Ούτε ΟΤΕ, ούτε ΔΕΗ, ούτε λογαριασμοί νερού, κινητού, ούτε τραβεστί, ούτε…

  2. Ο/Η Άρης λέει:

    Το «η φτωχή και τιμία Ελλάς» , ξέρετε , δεν είναι πανάκεια … δεν υπάρχει λόγος να πηγαίνουμε από την μία άκρη στην άλλη … υπάρχει πάντα και η μεγαλύτερη συνεισφορά του Ελληνισμού στην πανανθρώπινη σκέψη : το μέτρο … ούτε φτωχοί χρειάζεται να είμαστε για να είμαστε τίμιοι , ούτε κλέφτες και άτιμοι για να μπορούμε να ζούμε με δυο ανέσεις στην ζωή μας …

    Πάντα θεωρούσα αυτόν τον τρόπο σκέψης (όχι αυτόν που μας παρουσιάζεις νεοανακαλυφθέντα φίλε Γιάννη τον μανιχαϊκό δυισμό που αναδύεται) προτεσταντικό και ξένο από την δική μας ελληνική παράδοση … Το μέτρον , το συναμφότερον , αυτά θα σώσουν την Ελλάδα , όχι οι εισαγόμενες ξένες συνταγές …

  3. Ο/Η Άρης λέει:

    Διόρθωση :
    φίλε Γιάννη αλλά τον μανιχαϊκό δυισμό

  4. Ο/Η ΝΙΚ. ΤΡΙΦΥΛΛΗΣ λέει:

    Αγαπητοί μου φοβάμαι πως λάθος καταλάβατε το νόημα του Ξανθούλη…Η επιστροφή προς τα πίσω στη φτωχειά Ελλάδα δεν παραπέμπει σε…σπήλαια αλλά στην ηθική που διέτρεχε τότε την αντίληψη όλης της ελληνικής κοινωνίας

  5. Ο/Η fanis panagiotopoulos λέει:

    Συμφωνώ με την προσέγγιση του ΝΙΚ. ΤΡΙΦΥΛΛΗ… και επαυξάνω!

  6. Ο/Η Νίκος Χαραλάμπους λέει:

    Κάθε φορά που διαβάζω αυτού του είδους τις νοσταλγίες, μου δημιουργείται η εντύπωση ότι γράφονται από ανθρώπους που ήταν οι ευνοημένοι της τότε κατάστασης.
    Δεν μπορώ να ξεχάσω εύκολα ότι πριν από 40 ή 50 χρόνια μεγάλα τμήματα της Ελληνικής κοινωνίας υπέφεραν από ανέχεια, πείνα, αρρώστεια. Η γυναίκες ήταν πολίτες Β’ κατηγορίας, είχαμε αποκλεισμό και κυνήγι των αριστερών, υπήρχε θρησκοληψία, πρόληψεις, στρατοκρατία. Δεν μπορώ να βρώ εύκολα περιόδους που αν εξαιρέσουμε την τρέχουσα χρονιά και την οικονομική κρίση, περισσότερος κόσμος περνούσε καλύτερα από αυτή την δεκαετία.

  7. Ο/Η Βαγγέλης λέει:

    Οι τοκογλύφοι της εξουσίας

    Να ευχαριστήσω τον κ. Ξανθούλη γιατί υπάρχει η ανάγκη μνήμης και εκπαίδευσης στους νέους μας.

    Ο υπέρμετρος καταναλωτισμός, η διαφθορά, η φοροδιαφυγή και η αναρχία έφεραν το αναπόφευκτο αποτέλεσμα.
    Το μηδέν.
    Ξεκινάμε από τις σημερινές μηδενικές αξίες της βάσης της Ελληνικής κοινωνίας και με 300 δις ευρώ μείον.
    «Δεν έχω ‘μία’ δεν φοβάμαι τίποτα».

    Ο Θεμιστοκλής κάτι περισσότερο από τους νεομοντέρνους «προοδευτικούς ηγέτες» μας ήξερε για την Ελληνική ψυχή.
    Γιγαντώνεται όταν η ολέθρια καταστροφή είναι βέβαια.
    Καλό βόλι στους γενναίους που αγωνίζονται για την νίκη και ένα καλύτερο μέλλον για την πατρίδα μας.
    Οι άλλοι που από τον φόβο τα έχουν βρέξει πάνω τους είναι μάλλον λόγω έλλειψης εκπαίδευσης στην … φτώχεια.

    Η Ελλάδα πριν από 40-50 χρόνια είναι αλήθεια δεν ήταν ουτοπία.
    Μόλις είχε περάσει 4 χρόνια Κατοχή και άλλα 5 χρόνια Εμφύλιο αλλά οι Έλληνες μπόρεσαν και έκαναν το οικονομικό θαύμα. Η Ελλάδα της αρχής της δεκαετίας του 60 είχε ρυθμούς ανάπτυξης όσο λίγες Ευρωπαικές χώρες.
    Οι Έλληνες είχαν αντοχή και δύναμη να δημιουργήσουν, άλλοι στην Ελλάδα άλλοι σαν μετανάστες στο εξωτερικό.
    Μπορούσαν να ξεπεράσουν την ανέχεια με την εργατικότητα τους.

    Δεν μπορεί να γίνει αυτό σε μια διεφθαρμένη κοινωνία με αδιάφορους ή επικίνδυνους «εκπαίδευτικούς» που ξέρουν να παράγουν καφενόβιους νέους και ανεκτικούς μέχρι αηδίας γονείς… να Θυμούνται με «αγαλλίαση» τα χαμένα νιάτα τους.

    Σε μια Ελλάδα που οι γυναίκες και οι μητέρες είναι πολίτες τρίτης κατηγορίας (μετά τους άνδρες μετανάστες).
    Τα διαζύγια πέφτουν βροχή, η βία πάνω στην γυναίκα από τον άνδρα ή φίλο της έχει πάρει νέες διαστάσεις, σε ευνοούμενες και μή.
    Η Τζούλια Α. είναι το μοντέλο γυναίκας για τις νέες αλλά και για τις όχι τόσο νέες, αυτή είναι η χυδαία μόδα.
    Απαιτεί την γυναίκα οικιακή αλλά και σουξέ πόρνη.

    Η χαλδίκευση της Ιστορίας, το κυνήγι της Ορθοδοξίας από τους ψευτοκουλτουριάρηδες στα ΜΜΕ έχει γίνει πιο αποτελεσματικό όσο σε καμμιά άλλη χώρα της ΕΕ.
    Ο πατριώτης κατηγορείται είτε σαν φασίστας είτε σαν σταλινικός.

    Δεν έχουμε προλήψεις αλλά αντιχριστιανικό δογματισμό φανατικό μέχρι το σημείο βλακείας.
    Έχουμε ξεχαρβαλώσει τον στρατό και την αστυνομία μετά από 30 χρόνια μια που τόσο οι εξωτερικοί εχθροί όσο και οι εγκληματίες, κουκουλοφόρι ή όχι, είναι σε όλα δικαιολογημένοι, λόγω της μαζοχιστικής ανάγκης που έχουν μερικοί να εθελοτυφλούν ή να πάνε κόντρα στο κατεστημένο του … ’50.

    Ο κόσμος νόμιζε ότι περνούσε καλά τα μετατσοβολικά χρόνια μια και του τα έδωναν όλα, οι τοκογλύφοι της εξουσίας.
    Τελείωσε το φυσικό ελαιόλαδο για να μας φωτίζει το λυχνάρι, τώρα καίγεται το ξύγκι του δανεικού «νεοπλουτισμού».
    Ελπίζουμε σε δημιουργικές νοοτροπίες της κοινωνίας μας βασισμένες στις παλιές ηθικές, φιλότιμο και δικαιοσύνη.

  8. Ο/Η Σταύρος Βασδέκης λέει:

    Προς Νίκο Χαραλάμπους , γι’ αυτό που λες «Κάθε φορά που διαβάζω αυτού του είδους τις νοσταλγίες, μου δημιουργείται η εντύπωση ότι γράφονται από ανθρώπους που ήταν οι ευνοημένοι της τότε κατάστασης», ας μην σου δημιουργείται η εντύπωση αλλά μάλλον η βεβαιότητα. Διότι αυτά, με τα οποία περιέγραψες την τότε κατάσταση, είναι μέρος μόνο των δεινών που μάστιζαν την εποχή εκείνη.
    Κι το λέω αυτό διότι το πετσί μου βρωμάει ακόμα από τις δυσωδίες εκείνης της εποχής, μέσα στην οποία γεννήθηκα και μεγάλωσα.

  9. Ο/Η Βαγγέλης λέει:

    Οι ευνοούμενοι της σημερινής άθλιας κατάστασης στην Ελλάδα είναι βέβαιο ότι δεν θέλουν να αλλάξει τίποτα.
    Δεν μυρίζουν την βρώμα της σημερινής κοινωνίας γιατί αυτοί την παράγουν. όχι μόνο δεν θέλουν να ξαναγυρίσουν σε παλιότερες εποχές αλλά ούτε και να προσαρμόσουν ότι καλύτερο υπήρχε εκείνες τις εποχές στην σημερινή πραγματικότητα.

    Τα θέλουν όλα δικά τους.
    Συνεχίζουν την ιστορική διχόνοια και αλληλοφαγωμάρα με το μοντέρνο στοιχείο της μεταμόρφωσης της Ελληνικής νεολαίας σε πιόνι των πολιτικών τους πεποιθήσεων και σε πρωταθλητές οκνηρίας, δανεισμού και υπερκατανάλωσης.

    Συνεχίζουν την ζητιανιά του μέσου για μια θέση στο δημόσια αλλά την ίδια στιγμή προωθούν και υποστηρίζουν την παράνομη μετανάστευση και την εξαθλίωση του εργάτη, Έλληνα και ξένου.

    Τι να περιμένουμε από τέτοιες «προοδευτικές» εξουσίες;
    Την πτώχευση της χώρας, την ανεργία, την υποδούλωση των εθνικών συμφερόντων στα σίγουρα.

    Έζησα με την προπαγάνδα «των αριστερών και προοδευτικών» αντιστασιακών δυνάμεων (πρώην βασιλο-χουντικοί).
    Την ξέπλυνα από το πετσί μου χωρίς να χρησιμοποιήσω κανένα εισαγόμενο διαφημιστικό προϊόν, μόνο βασικές ανθρώπινες αξίες.
    Το ξέπλυμα μόλις τώρα άρχισε και θα είναι μακροχρόνιο γιατί η βρώμα της διαφθοράς υπήρχε για αρκετά χρόνια.

    Η φούσκα του Χρηματιστηρίου.
    «Επενδύετε σε μια νέα Ελλάδα», προτροπές από Σημίτη και Παπαντωνίου.
    Δις οικονομίες μιας ζωής εξαφανίσθηκαν σε λίγους μήνες.
    Τα ασφαλιστικά ταμεία άδειασαν.
    Ποιος ξεχνάει την δυσωδία της εποχής εκείνης;

  10. Ο/Η Σίσσυ λέει:

    Αυτό που μου άρεσε στο κείμενο του κύριου Ξανθούλη , είναι η αισιοδοξία από την οποία βλέπει τα πράγματα. Συμφωνώ οτι η δύσκολη κατάσταση στην οποία μας «βάζουνε» θα μας βοηθ΄γσει να ξαναθυμηθούμε παλιές ξεχασμένες αξίες και ίσως να αναθεωρήσουμε το νόημα της ζωής.

  11. Ο/Η Αμαρυλλίς λέει:

    Αν νομίζετε ότι τρώγοντας ψωμί και ελιά θα σώσουμε την Ελλάδα είσαστε βαθιά νυχτωμένοι. Και νηστικοί τελείως να μείνουμε, θα συνεχίσουμε να είμαστε ζητιάνοι και στο έλεος της οδεύουσας παγκοσμιοποίσης. Και όσοι δεν έχουμε αυλές για να σκάψουμε και να φυτέψουμε ζαρζαβατικά, να σκάψουμε να ρίξουμε χώμα στο 2Χ2 μπαλκόνι μας της πολυκατοικίας μας και να το μετατρέψουμε σε κήπο. Οσο για την επαναφορά του σωφρονιστικού κώδικου που προτείνετε, την εποχή της βίτσας, ενίσταμαι κάθετα. Ημουν μαθήτρια του παλιού αναγνωστικού «λα λα η Λόλα» και είχα την τύχη να μη μου τσακίσουν τα δάχτυλα οι δάσκαλοι, καθώς διάβαζα πάντα το μάθημά μου. Αλλοίμονο στα κόμπλεξ του καθενός, δάσκαλου ή γονιού που σπάει το παιδί του στο ξύλο για να το συμμορφώσει.

    Μεγάλωσα μόνη μου ένα παιδί με χίλιους αγώνες και θυσίες και δυστυχώς δεν είχα τη πολυτέλεια να κάθομαι μαζί του το μεσημέρι στο τραπέζι, γιατί έκανα δύο δουλειές και εκείνο την ίδια στιγμή έπρεπε να πάει στα μαθήματα ξένων γλωσσών. Βλέπετε είναι απαραίτητο να γεμίζουμε το βιογραφικό μας με πλείστα όσα προσόντα, γλώσσες, πανεπιστήμια και μεταπτυχιακά. Και όμως τα κατάφερα να βγάλω ένα σωστό άνθρωπο στη κοινωνία, διδάσκοντας τον να τηρεί τους νόμους, την ηθική και τις αξίες, χωρίς να χρησιμοποιήσω κανενός είδους βούρδουλα.
    Ούτε χαβιάρι τρώω, ούτε πολυτελές αυτοκίνητο έχω και κάθε μέρα στριμώχνομαι στα απελπιστικά μέσα συγκοινωνίας με τον συνεχή κίνδυνο κλοπής των προσωπικών μου αντικειμένων.
    Δεν είμαι από χωριό αλλά από αυτή τη μεγάλη πόλη και λυπάμαι πράγματι έτσι όπως έχει καταντήσει και αναγκάζομαι να κλειδαμπαρώνομαι από νωρίς και να φοβάμαι να κυκλοφορήσω μόνη τη νύχτα. Πάντως αν και έχω πτυχίο Πανεπιστημίου και ίδρωσα για να το αποκτήσω και αν δεν βρω δουλειά, δεν θα διστάσω να μαζέψω ελιές ή να κάνω οτιδήποτε άλλο. Και κάλτσες ξέρω να μαντάρω και να κάνω στριφώματα.
    Λυπάμαι γιατί στο κείμενο στο οποίο έχω απαντήσει δεν έχετε καταλάβει ότι το να ξαναγυρίσουμε στη «λίθινη» εποχή δεν θα μας συνετίσει. Δεν θα σβήσει την ρεμούλα και την ασυδωσία. Ποιος θα τιμωρηθεί όταν εγώ η συνεπής φορολογούμενη πολίτης συνεχώς και αδιαλλείπτως όλα τα χρόνια πληρώνω τους φόρους και τα ένσημα μου και θα φτάσω στα γεράματα μου να μην έχω χρήματα ούτε για κλωστή να μαντάρω τις κάλτσες μου;
    Το κόκκινο πιπέρι και τη βίτσα που προτείνετε σαν μέσα καταστολής ή όποια άλλα μεσαιωνικά βασανιστήρια μπορεί να επικαλεστείτε, ας τα εφαρμόσετε στους όποιους ενόχους διασπάθισαν το δημόσιο χρήμα και κατασπατάλησαν τα όνειρα του απλού Ελληνα.
    Εγώ θα συνεχίσω να κάνω και δυο και τρεις δουλειες για να τα βγάλω πέρα και θα δώσω τα πάντα για αυτά τα ιερά χώματα και τους ήρωες που μου διασφάλισαν αυτό το κομμάτι ουρανό που από κάτω του βρίσκομαι και χαίρομαι να υψώνω τη σημαία μου στο μπαλκόνι μου όλο το χρόνο και να μη ξεχνάω ποτέ ότι είμαι Ελληνίδα.

  12. Ο/Η perldion λέει:

    @Όλους: Παραξενεύομαι! ΠΩΣ ΟΛΟΙ αυτοί οι ΈΝΤΙΜΟΙ ΠΤΩΧΟΥΛΗΔΕΣ κάτοικοι της χώρας-Ελλας των δεκαετιών του ’50 του ’60 του ’70 μεταμορφώθηκαν: Σε αχρείους κλέφτες του δημοσίου χρήματος -πωλητικούς ή σκέτους πολίτες-, φοροφυγάδες, ανήθικους στρεψοδίκες δικηγόρους, εγκληματίες γιατρούς, εφοριακούς που τσεπώνουν και δεν αποδίδουν τους φόρους στο κράτος, μηχανικούς που λαδώνονται για να αδειοδοτούν αυθαίρετα… -βαρέθηκα να γράφω κατάλογο γιατί αυτός περιλαμβάνει ΟΛΟΥΣ ΜΑΣ! Λέτε ξαφνικά (εκεί γύρω στις18-10-’81) κάποιος ν’ άδειασε την-Ελλάς από ΤΟΥΣ παλιούς έντιμους πολίτες της και κουβάλησε και την γέμισε με ΤΟΣΑ λαμόγια;; Πωλητικούς και πολίτες;;

  13. Ο/Η Ακης Ψηλός λέει:

    Οι άνδρες έχουν την δικαιολογία ότι έκλεψαν για να κερδίσουν την αγαπημένη τους, με μυθικούς γάμους στο Παρίσι και διαμονή στο πιο ακριβό ξενοδοχείο.
    Γιατί δεν της έφτανε της κυρίας να μεγαλώσει οικογένεια αλλά ήθελε να την μεγαλώσει φάτσα στην Ακρόπολη σε διαμερισματάκι του 1,1 εκατ. ευρώ.

    Οι γυναίκες τι δικαιολογία έχουν για την μεγάλη Αλλαγή προς το χειρότερο;
    Το ότι τους κολάκεψε ο Ανδρέας και όλες ήθελαν να γίνουν Δήμητρες ή ότι είδαν την Μαντόνα να τραγουδά το «Ματίριαλ Γκέρλ»;

  14. Ο/Η αταχτούλης λέει:

    ΟΙ γυναίκες Άκη είπαν να ακολουθήσουν την αισθητική σου μάλλον και για αυτό αυτή η αλλαγή προς το χειρότερο. Τώρα για κάτι προσκυνημένους διανοούμενους σαν τον ξανθούλη τι να πω ή βλάκας είναι ή εκτελεί τις εντολές των αφεντικών του, αυτών που του δίναν βραβειά των καλούσαν σε δεξιώσεις, διαλέξεις και θεάματα, να φανταστώ οτι τα λεφτά του ο κύριος ξανθούλης τα έχει στείλει στην κύπρο την ώρα που λέει αυτά περί φτωχής πλήν τίμιας ελλάδας. Ή θα τα μοιράσει για να μη χαλάσει ο χαρακτήρας του και θα φυτέψει στο μπαλκόνι του ρετιρέ του φακές; ΑΡΛΟΥΜΠΕΣ. οι έλληνες την πατήσαμε γιατι χωρίς να ξέρουμε την ιστορία μας πιστέψαμε στους μύθους μας. Και ένα τέτοιο μύθο λέει και ΄απίθανος αυτός κύριος. Ο κόσμος έξω από εδω τρέχει με χιλια μπορεί με λάθη με αδικίες με προβλήματα αλλά πάει μπροστά!!! τώρά αν ο ξανθούλης θέλει να γυρίσει στην εποχή της αυλής και της οικογένειας γυρω από το τραπέζι (χριστέ μου) ας το κάνει εμένα μου αρέσει ο κόσμος όπως είναι, σκλήρός, μαγικός, συχγρονός. Ε

  15. Ο/Η Ακης Ψηλός λέει:

    Αταχτούλη ονειρεύεσαι με ξένο κεφάλαιο.
    Ονειρεύεσαι δανεικά και επικίνδυνα.

    Αυτός ο κόσμος που σ’αρέσει. Ο μαγικός που λες, είναι του Χόλλυγουντ.
    Ο σκληρός είναι αυτός της πραγματικότητας της πτώχευσης.
    Ο «σύγχρονος» είναι ο κόσμος των διαζυγίων και των ναρκωτικών.

    Καλύτερα δεν είναι να είμαστε αυταρκείς και μη εξαρτημένοι από ψευδαισθήσεις; Γιατί να συμπεριφερόμαστε σαν νεόπλουτα ανήψια με μπάρμπα απ’ την Ευρώπη;

  16. Ο/Η Nicole λέει:

    Μια ενδιαφέρουσα απάντηση που δημοσιεύτηκε στον Δρόμο της Αριστεράς:

    Ο Γιάννης Ξανθούλης στον παράδεισο

    Μια απάντηση στο προ διετίας, και όλο και πιο δραματικά επίκαιρο, «Επιτέλους… φτωχοί!». Του Μάκη Μαλαφέκα.

    Με ένα μεταποιημένο σακάκι στον αριστερό του ώμο, ο Γιάννης Ξανθούλης επιστρέφει μετά από χρόνια και καιρούς στα μικρά κι ανήλιαγα στενά της Φτωχογειτονιάς, όπου φυσικά ρίχνει ψιλή και πλαγιαστή βροχή, καθώς και στην καρδιά του. Καρδιά στην οποία κυλάει γνήσιο αίμα ελληνικό (χωρίς την ανάγκη νεόπλουτων μπαϊπάς και άλλων ξενόφερτων αιμοστατικών φαρμάκων), απ’ ευθείας προγονικό τού Αλκιβιάδη και του Μεγαλέξανδρου. Αίμα πορφυρό, κατακόκκινο, ίδιο ντομάτα του σεμνού και τίμιου κήπου, και πιπέρι εξόχως καυτερό τού παραδοσιακού σωφρονισμού.
    Κι όπως ο Γιάννος μπαίνει μες τις πρώτες ασβεστωμένες αυλές των χαμηλών σπιτιών (σπιτικών), αμέσως με εξαίσια ξεφωνητά τρέχει να τον υποδεχτεί της γειτονιάς το παιδομάνι, με μικρά αγοράκια κυρίως (τα κοριτσάκια είναι μέσα και βοηθούν τις μανάδες και τις θειες τους να ζυμώσουν το μαύρο μοσχοβολιστό ψωμί), που άλλα μοιάζουν με τον Σπίθα, άλλα με τον Τρελαντώνη, κι άλλα με τον Μπιρικόγκο. Κανένα τους δεν φοράει παπούτσια, μα το χαμόγελό τους είναι λαμπερό σαν τον ήλιο. Κανένα τους δεν ξέρει πολλά γράμματα, μα ξέρουνε τραγούδια της φτωχιάς αυλής κι ιστορίες από το κατηχητικό. Κανένα τους δεν έχει ψείρες, καθότι κανένα τους δεν έχει και μαλλιά πάνω από έναν πόντο.
    Ο λογοτέχνης τούς μοιράζει σαρδέλες και χαλβά Φαρσάλων που βγάζει απ’ τις τζέπες του. Λόγω που οι τζέπες ήτανε κάπως τρύπιες – από αυθεντικότητα και τιμιότητα τρύπιες – λίγος χαλβάς έχει κυλίσει μέσα στα μπατζάκια κι έχει φτάσει ως τις κάλτσες, των οποίων τα ευλογημένα καρικώματα εμποδίζουν τα τρίμματα να πέσουνε στο δρόμο (στη στράτα) και να σπαταληθούν. Θα τα φάμε το Σαββάτο.
    Όπως ανοίγουν τις φούχτες τους οι μπόμπιρες φανερώνουν ανοιχτές πληγές από χτυπήματα βίτσας. Το ξύδι απ’ τις σαρδέλες του κ. Ξανθούλη τα τσούζει. «Μέχρι να παντρευτείς θα γιάνει», λέει με ένα ζεστό και καθησυχαστικό χαμόγελο ο συγγραφέας, κι απομακρύνεται αφήνοντάς τα να παίξουνε κορόιδο και μακριά γαϊδούρα. Στο βάθος, η εκκλησιά. Απ’ τη μια μεριά του λασπωμένου δρόμου ένας καφενές με γέροντες, κομπολόγια, τσιμπούκια και τραγιάσκες. Ένας τους φοράει ρεπούμπλικα και μοιάζει έντονα με τον κύριο Βασιλικό. Συνθηματικός χαιρετισμός και νεύμα εκτίμησης. Ο γέροντας ανταποδίδει προς στιγμήν, μα σύντομα επιστρέφει στα σοφά μουρμουρητά του («εχμ, ναι, μμμ, μμ, βεβαίως, ασφαλώς, ναι, μμ, μμμ»). Κι ο Γιάννης συνεχίζει την πορεία του μασουλώντας λίγη κορινθιακή σταφίδα. Στο απέναντι πεζοδρόμιο περιπολούν τρεις άνδρες της χωροφυλακής, ενώ δίπλα στέκονται κάποιοι καλοί βοηθοί τους με πολιτικά. Δεν έχουν κινητά τηλέφωνα. Τέτοια σιχαμένα πράγματα δεν υπάρχουν στη Φτωχογειτονιά. Μόνο μπλοκάκια και ταπεινά μολύβια ακονισμένα με κοπίδι, να σημειώνουν τι συμβαίνει στην πλατεία, την κίνηση που υπάρχει, να δουν αν οι μπαμπάδες όντως επιστρέφουν το μεσημέρι σπίτι να φάνε με όλη την ελληνική οικογένεια, ή μήπως πάνε κάπου αλλού, παρέα με άλλους μπαμπάδες, να κουβεντιάσουν πολιτικά.
    Τέλος, κατά τ’ απόγιομα, που ’χει πια ανοίξει ο ουρανός και τ’ αηδόνι κελαηδά ξανά τους εύθυμους σκοπούς του, η στράτα βγάζει τον κ. Ξανθούλη μπρος στο προαύλιο της εκκλησίας. Είναι το τέλος του Εσπερινού. Πλήθος αληθινών γιαγιάδων ξεπροβάλλουν απ’ τη λιτή πέτρινη καμάρα της εισόδου κι αρχίζουν να κατεβαίνουν προσεκτικά τα σκαλιά. Γιαγιάδες που μοιάζουν όντως με γιαγιάδες, δηλαδή με προγιαγιάδες. Όχι ξετσίπωτες ψευτοξανθιές και συνταξιούχες πόρνες. Από μακριά, ο αξεστράτιστος αρχιμανδρίτης της Φτωχογειτονιάς τις ευλογεί για μια στερνή φορά με τη γνωστή ευλαβική χειρονομία.
    Σύντομα όμως οι γιαγιάδες έρχονται αντιμέτωπες με ένα άλλο πλήθος. Εκατοντάδες ζήτουλες, όχι τοξικομανείς και τέτοια, ζήτουλες αυθεντικοί σαν τα παλιά καλά θεατρικά, με μεγάλα μπεζ μπαλώματα και αστεία καπέλα, πλησιάζουν τις γριούλες ζητώντας τίποτα ψιλά. Δραχμούλες και δεκάρες τρύπιες απ’ τις παλιές, με τα αμπελόφυλλα και το στέμμα, να αγοράσουν κι αυτοί οι φουκαράδες λίγο απ’ το μαύρο μοσχοβολιστό ψωμί. Μόνο που είναι πάρα πολλοί οι άτιμοι. Κι όλο βγαίνουν κι άλλοι, κι άλλοι… Οι γιαγιάδες δίνουν ό,τι έχουν απ’ το περίσσευμά τους. Κάποιες τους προσφέρουν κι απ’ το λιγοστό τυρί που ’χαν φυλάξει για τα εγγόνια τους. Ο λογοτέχνης πλησιάζει κι αυτός να δώσει τις τελευταίες του σταφίδες στους παλιούς αυθεντικούς ζήτουλες. Μια γιαγιά που μοιάζει εκπληκτικά με γιαγιά τον πλησιάζει.
    – Σε αναγνώρισα γιόκα μου. Εσύ δεν είσαι που ξέρεις τα γράμματα, και γράφεις και βιβλία; Ήξερα πως δίνεις τη χαρά της γνώσης, μα πως μοιράζεσαι και τη σταφίδα… Ευλογημένος να ’σαι παλικάρι μου.
    Να ’σαι καλά κύριε Ξανθούλη.
    Να πας στην ευχή της Παναγίας.
    Και ο θεός των μικρών συγγραφέων μαζί σου.

  17. Ο/Η ΣΛ λέει:

    Είχα το ατυχές «προνόμιο» να ζήσω επί σειρά ετών αυτή τη φτώχεια που έρχεται, μια και το επάγγελμα των γονιών μου ήταν το πρώτο που είδε το άλλο πρόσωπο της ευρωπαικής ένωσης και το πρώτο που δέχτηκε ισχυρότατο πλήγμα με το άνοιγμα των οικονομικών συνόρων το 1992. Γι’ αυτό δεν ξέρω αν καταλαβαίνει κανείς από όσους θεωρούν ως κάθαρση τη φτώχεια τι σημαίνει πραγματικά αυτή η νέου τύπου φτώχεια που τώρα εξαπλώνεται αδιακρίτως σε όλους τους υπόλοιπους επαγγελματικούς κλάδους. Δεν ξέρω αν καταλαβαίνουν πολλοί τι είναι να μην ξέρεις τι θα συμβεί την άλλη μέρα, πότε θα τελειώσει αυτό ή την απόγνωση του να μην μπορείς να ανοίξεις τα φτερά σου γιατί απλά «δεν έχεις» για κάτι τέτοιο. Το «φτωχός, πλην τίμιος» δεν είναι πανάκεια. Η εξαθλίωση δεν έρχεται μόνη της, το πιο πιθανό είναι να πηγαίνει χέρι-χέρι με την ηθική κατάπτωση και τα οικογενειακά προβλήματα. Όσο και να προσπαθείς να κρατήσεις αξιοπρέπεια, η ανέχεια θα σε μετατρέψει σε κάτι που δεν είσαι ή θα σε βάλει να κάνεις σκέψεις που δεν θα έκανες σε διαφορετικές συνθήκες. Προσωπικά, προτιμώ να βλέπω γιαγιάδες που μοιάζουν συνταξιούχες πόρνες, όσο και αν τις αποστρέφομαι προσωπικά, παρά να ζήσει έστω και ένας κάτι τέτοιο.
    Και έπειτα, όσο και να φαίνεται ρομαντική αυτή η ρετρό επιστροφή, ποτέ μα ποτέ δεν γυρίζεις πραγματικά πίσω στα ίδια. Τότε, το 1950-60 ο κόσμος ζούσε με το όραμα ότι αν προσπαθούσε σκληρά, κάποτε θα έβρισκε ευημερία, αν όχι αυτός, τουλάχιστον τα παιδιά του ή τα εγγόνια του. Τώρα, μετά από τόσους αγώνες, δάκρυα ή ακόμα και αίμα, καλούμαστε να γυρίσουμε σε συνθήκες του 1950, έχοντας δει αυτό το όραμα να τσακίζεται. Δεν έχουμε δηλαδή κάτι να ελπίζουμε και αυτό είναι το χειρότερο, γιατί γυρνάς στην φτώχεια χωρίς ένα όνειρο για εφόδιο. Και μας λένε ότι κατά μία έννοια πρέπει να είμαστε χαρούμενοι γι’ αυτό. Θέλω να πιστεύω ότι ο κύριος Ξανθούλης απλώς παρασύρθηκε από αυτό τον ιδιαίτερο ρομαντισμό του και ότι δεν είναι από εκείνους τους ψευτοκουλτουριάρηδες που προωθούν την εξαθλίωση όπως η αλεπού την κομμένη ουρά της. Είναι πραγματικά κρίμα ένας άνθρωπος τόσο ταλαντούχος να υποστηρίζει τόσο αφελείς υπεραπλουστεύσεις.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *