Η σιωπή των ταγών
Δημοσιεύθηκε στις 16/03/2010
Συντάκτης: ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ
Θεματική κατηγορία: Πολιτική Πολιτισμού
Η εξεταστική της Βουλής επιτροπή για το Βατοπέδι ανέλαβε να διερευνήσει τις περίεργες οικονομικές συναλλαγές της αγιορείτικης μονής με το ελλαδικό κράτος. Το περίεργο των συναλλαγών έγκειται, κυρίως, σε υπερτιμήσεις της αξίας εδαφικών εκτάσεων ιδιοκτησίας της μονής που ανταλλάχθηκαν με ακίνητα του δημοσίου.
Το θέμα που ειδικότερα ενδιαφέρει την επιτροπή της Βουλής είναι αν, από τους πακτωλούς των χρημάτων, στους οποίους μεταφράστηκαν οι υπερτιμήσεις των βατοπεδινών κτημάτων, επωφελήθηκαν λάθρα κομματικοί μηχανισμοί με τη μεσολάβηση των υπεύθυνων για την ανταλλαγή υπουργών. Είναι γνωστό ότι η εμπορευματοποίηση της πολιτικής (στην Ελλάδα ασύδοτη) απαιτεί ιλιγγιώδη ποσά που μόνο η διαπλοκή των κομμάτων με διεφθαρμένους χρηματοδότες μπορεί να εξασφαλίσει.
Και η μεν εξέλιξη του εξεταστικού έργου που ανέλαβε η επιτροπή της Βουλής, αφήνει μάλλον αδιάφορους εμάς τους πολίτες. Γιατί ξέρουμε ότι οι εξεταστικές επιτροπές δεν εξετάζουν ποτέ το πραγματικό υπό εξέτασιν πρόβλημα, απλώς ψάχνουν αφορμές για να συνεχίζεται ο αλληλοδιασυρμός των «κομμάτων εξουσίας». Ομως, αυτό που μάλλον ενδιαφέρει μια μερίδα της ελληνικής κοινωνίας (στο εσωτερικό και στη διασπορά) είναι ο διεθνής διασυρμός μιας ιστορικής (χιλίων εκατό χρόνων) μονής, αλλά και του αγιορειτικού συνολικά μοναχισμού (με αυθαίρετη γενίκευση των εντυπώσεων), όπως και της παράδοσης, στο σύνολό της, των μεταφυσικών αναζητήσεων και ψηλαφήσεων, μήτρας και άξονα του πολιτισμού των Ελλήνων.
Ο διασυρμός έχει αφορμές άμεσα προκλητικές και σκανδαλώδεις. Πρώτη, η κραυγαλέα ασυνέπεια των θλιβερών αυτών ρασοφόρων, οι δίχως προσχήματα αντιφάσεις τους: Ανθρωποι που εκούσια και αυτοπροαίρετα έκαναν το άλμα να επιλέξουν την ελευθερία της ακτημοσύνης, την ισόβια πτωχεία, να εμφανίζονται ανετότατα προσαρμοσμένοι στους πυρετώδεις ρυθμούς της καθημερινότητας λυκανθρώπων της αγοράς: ατσίδες στα τεχνάσματα της επενδυτικής κερδοσκοπίας, στη φοροδιαφυγή με off shore εταιρείες, μανιακοί στο κυνηγητό του χρήματος, πολυμήχανοι στη διαπλοκή με τον κομματικό υπόκοσμο της πολιτικής.
Δεύτερη χειροπιαστή αφορμή διασυρμού: η επιδεικτική καπηλεία ιερών και οσίων με στόχο και πάλι το χρήμα, την εξουσιαστική ισχύ της εύνοιας των ισχυρών. Της ίδιας μονής θλιβεροί ρασοφόροι να περιφέρουν σε βίλες μεγαλοπλουσίων και αμοραλιστών ηγεμόνων ιερά κειμήλια της αγιορειτικής πολιτείας, να τα εξευτελίζουν σαν να πρόκειται για φετίχ μιας πρωτόγονης μαγικής θρησκευτικότητας, χρυσοπουλημένη τροφή στην απροσχημάτιστα ωμή, ενορμητική (των ενστίκτων) θρησκοληψία. Ολοφάνερα άσχετοι οι ρασοφόροι με το εκκλησιαστικό γεγονός, έμπρακτα αποκομμένοι από το σώμα της Εκκλησίας, τη γλώσσα – έκφραση, το ήθος και τις στοχεύσεις του εκκλησιαστικού αθλήματος, προσπαθούν με το χρήμα τους να εξαγοράσουν την ανοχή ή και την εύνοια Πατριαρχείων, να επιβάλουν τις προτιμήσεις τους σε εκλογές προκαθημένων αυτοκέφαλων Εκκλησιών, να επηρεάσουν τον πολιτικό βίο και τις προεδρικές εκλογές στην Κύπρο, να παρέμβουν στις σχέσεις Κωνσταντινούπολης και Μόσχας και μύρια όσα ανάλογα.
Δύσκολο να αντικειμενοποιήσει κανείς τις δραστικότερες αφορμές διασυρμού του αγιορείτικου μοναχισμού και της ελληνικής εκκλησιαστικής παράδοσης με αφορμή τα σκάνδαλα της μονής Βατοπεδίου. Δύσκολο, γιατί εντοπίζονται αυτές οι αφορμές κυρίως στη φυσιογνωμική σημειολογία που μεταφέρει το τηλεοπτικό θέαμα: Εκφράσεις προσώπων, είδος βλεμμάτων, τύπος χαμόγελου, στάσεις σωμάτων, γλώσσα των χειρονομιών:
Πώς να αποδείξεις την κατάφωρη ψευτιά στα ευσεβίστικα τυποποιημένα χαμόγελα, τη μοχθηρότητα στο σκοτεινό βλέμμα που καμουφλάρεται με ταπεινόσχημη χαμαιθωρία, τη δαιμονική οίηση και τη μανιακή δίψα εξουσιασμού ανθρώπων που ντύνεται την κυρτωμένη κακομοιριά γυναικώδους αιδημοσύνης. Τέτοια στοιχεία τα διαβάζει κανείς στην τηλεοπτική εικόνα, αλλά δεν μπορεί να τα επικαλεστεί σαν αντικειμενικές αφορμές διασυρμού του μοναχισμού και του εκκλησιαστικού γεγονότος. Γιατί δεν είναι κοινό για όλους τους θεατές της εικόνας το κριτήριο – αισθητήριο διάκρισης της υγείας από την αρρώστια, του ασκητικού αθλήματος από τη συμπλεγματική διαστροφή του.
Σίγουρα, δεν είναι πια κοινό ούτε και το κριτήριο διάκρισης της αυθεντικής ομορφιάς από το κιτς του νεοπλουτίστικου εντυπωσιασμού. Ο πολιτισμός μας σήμερα (ο κοινός τρόπος του βίου) μάς έχει εθίσει να κρίνουμε την ομορφιά σαν διακοσμητικό, υποκειμενικά ευφραντικό στοιχείο, όχι ως γλώσσα αποκάλυψης, γλώσσα φανερώσεων αλήθειας. Γι’ αυτό και δεν αντιδρούμε στο ψεύτικο χρυσοκέντημα βιομηχανικά εξομοιωμένων κακόγουστων αμφίων, στη νευρωτική ταυτοχρονία των διακόνων όταν θυμιατίζουν σαν μαριονέτες τον ηγούμενο, δεν μας ενοχλεί ο αυτοκρατορικός μανδύας στους ώμους και το σκήπτρο στο χούφτιασμα άξεστου λαϊκότροπου χρήστη – μια μεγαλοπρέπεια – κονσέρβα που έχει πάψει να παραπέμπει σε οτιδήποτε άλλο πέρα από την επίδειξη.
Kαι η μεν Βουλή των Ελλήνων έφτιαξε (έστω προσχηματικά) μιαν εξεταστική επιτροπή για τις ενδεχόμενες ευθύνες υπουργών στο βατοπεδινό σκάνδαλο. Γιατί άραγε οι επίσκοποι του εκκλησιαστικού σώματος και η «σύναξη» των αγιορειτών ηγουμένων δεν αισθάνθηκαν την παραμικρή ανάγκη να παρέμβουν στον πιο οδυνηρό (πρόξενο αγανάκτησης) σκανδαλισμό από όσους έζησε η ελληνική κοινωνία εδώ και πολλές δεκαετίες; Αν από υπερβολή μακροθυμίας δεν θέλησαν να παραδειγματίσουν τους αυτουργούς του ανυπόφορου σκανδάλου, δεν ενδιαφέρονται τουλάχιστον να φωτίσουν στις συνειδήσεις τη διαφορά της υγείας από την αρρώστια, της γνησιότητας από τη διαστροφή; Μπορεί να μένει αναπάντητη από τους εκφραστές της εκκλησιαστικής εμπειρίας και μαρτυρίας η δαιμονική αναίδεια του ισχυρισμού ότι «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα»: ότι προκειμένου να επισκευάσουν το μοναστήρι τους οι Βατοπεδινοί δικαιολογούνται να μετέρχονται κάθε κόλπο οικονομικής ραδιουργίας, να ανεβοκατεβαίνουν σε χρηματιστήρια, εταιρείες επενδύσεων και υπουργικά γραφεία, ρασοφορεμένες ατσίδες στις μπίζνες;
Με τα κριτήρια της εκκλησιαστικής μαρτυρίας, ακόμα και τα προσχήματα «φιλανθρωπίας» (ιδρύματα και κοινωφελή έργα που φιλοδοξούσε να γεννοβολήσει η ασυμμάζευτη χρηματολαγνεία των Βατοπεδινών) είναι βδέλυγμα, όταν απλώς καμουφλάρουν τη φαρισαϊκή αυτάρκεια και τον ναρκισσισμό. Πόσο βαθύς είναι ο λήθαργος;
ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ (Φωτογραφία: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΑΡΓΑΡΗΣ)
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ


























Ιδού πώς ένας, με γενικά κριτήρια κρινόμενος, άνθρωπος του πνεύματος είναι δυνατόν να εκτεθή, όταν ο φύλακας-τρόμος-κέρβερος της ψυχής του στέκεται πάνω από το πνεύμα του και μπήγη βαθιά τα νύχια του σ’ αυτό. Και τι να περιμένη κανείς από τους μη πεπαιδευμένους νόες, όταν η νόηση του κ. Γιανναρά προβαίνη σε παρόμοιες παραγωγές;
Αφήνω στην άκρη το «καυτό ζήτημα» σε ποιον νόμο της ΗΘΙΚΗΣ βασίστηκε και βασίζεται η εδαφική ιδιοκτησία της μονής (και όποιων άλλων μονών) και πώς αυτή αποκτήθηκε και κατωχυρώθηκε, συνεπώς και την λοβιτούρα των υπερτιμήσεων αλλά και το «περίεργο των συναλλαγών» και πού αυτό έγκειται (1η §). Αγνοώ την πλάγια ερώτηση αν «από τους πακτωλούς των χρημάτων [...] επωφελήθηκαν λάθρα κομματικοί μηχανισμοί» και παρακάμπτω την «διαπλοκή των κομμάτων με διεφθαρμένους χρηματοδότες» (2η §), σημειώνοντας ότι δεν θα υπήρχαν διεφθαρμένοι επιχειρηματίες αν δεν προϋπήρχαν κατ’ ανάγκην διεφθαρμένα κόμματα εξουσίας (αλλά και γενικώς), δηλαδή διεφθαρμένη πολιτική ζωή, συνεπώς διεφθαρμένο κράτος. Αντιπαρέρχομαι το τι εξετάζουν «οι εξεταστικές επιτροπές» αλλά και το άτοπο συμπέρασμα ότι αυτές «ψάχνουν αφορμές για να συνεχίζεται ο αλληλοδιασυρμός των «κομμάτων εξουσίας»» (3η §).
Και υπεισέρχομαι στα κατ’ εμέ κρίσεως σοβαρά:
§ 3. Κατά τον κ. Γιανναρά ο μοναχισμός και η παράδοση των μεταφυσικών αναζητήσεων και ψηλαφήσεων συνιστά την μήτρα και τον άξονα του πολιτισμού των Ελλήνων!!! Εξεπλάγην. Μια τέτοια και τόσο ΓΕΛΟΙΑ και ΑΙΣΧΡΗ άποψη δεν περίμενα να εκφραστή από τον κ. Γιανναρά, παρότι είμαι γνώστης του ιδεαλιστικού εγκλωβισμού του. Μωραίνει ο φόβος του θανάτου τόσο πολύ πια;!
§ 4. Όντας, και λόγω προχωρημένης ηλικίας, τόσο εγκλωβισμένος στον ιδεαλισμό του, κατηγορεί τους μοναχούς διότι προέβησαν σε πρακτικές και ετέλεσαν πράξεις της εντεταλμένης από χιλιάδων ετών καθημερινότητάς τους. Δηλαδή τι άλλο έκαμαν οι μοναχοί και ο χριστιανισμός επί 2.000 χρόνια τώρα ―πέρα από την καταστροφή κάθε μορφής και ίχνους πολιτισμού― από του να συγκεντρώνουν, με ΟΠΟΙΟΝ ΤΡΟΠΟ ΚΑΙ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΩΝΤΑΣ ΟΠΟΙΑ ΜΕΣΑ, οικονομική ισχύ; Απλώς σήμερα έχουν αλλάξει οι συνθήκες, τα μέσα. Ο στόχος παραμένει ίδιος και απαράλλακτος. Όσον αφορά στην μήτρα της διαπλοκής και της διαφθοράς, κ. Γιανναρά, αυτή δεν είναι άλλη από την θρησκεία. Αυτή διεπλάκη με τους πολιτικούς, αυτή τους διέφθειρε.
§ 5. Η έκφραση της παιδικότητας ενός ιδεαλιστή υπερήλικα: Θλιβεροί ρασοφόροι περιφέρουν «ιερά κειμήλια της αγιορειτικής πολιτείας [...] σαν να πρόκειται για φετίχ μιας πρωτόγονης μαγικής θρησκευτικότητας»!!! Ιερό κειμήλιο η… ζώνη της Παναγίας και, φυσικά, όχι φετίχ! Ιερό κειμήλιο μια εικόνα και, φυσικά, όχι φετίχ! Που πιθανόν κλαίει, γελάει, ματώνει, ιδρώνει, περπατάει ή πετάει, επειδή οι θρησκειοπαραγωγοί έχουν φάει λάχανο τον Αϊνστάιν. Άπειρη η βλακεία, σίγουρα, αλλά και ιερή; ΣΙΓΟΥΡΟΤΑΤΑ! Τώρα, κ. Γιανναρά, πόσοι ρασοφόροι είναι άσχετοι «με το εκκλησιαστικό γεγονός» και «έμπρακτα αποκομμένοι από το σώμα της Εκκλησίας, τη γλώσσα–έκφραση, το ήθος και τις στοχεύσεις του εκκλησιαστικού αθλήματος» ας το αφήσουμε. Και να δούμε πόσο εσείς είστε άσχετος προς και αποκομμένος από το επισυμβάν αλλά και επισυμβαίνον.
§ 6. Δύσκολο να αντικειμενοποιήσει κανείς οτιδήποτε, κ. Γιανναρά, όταν δεν είναι σε θέση να ιδή άλλο τίποτε από εκείνο που του δείχνουν ή παιδιόθεν του έχουν επιβάλει να βλέπη.
§ 7. Θα σας υποδείξω έναν απλό, πολύ απλό τρόπο, κ. Γιανναρά: Πετάξτε τις παρωπίδες του τρόμου σχετικά με την ψυχή σας και ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΙΣΤΟΡΙΑ αλλά και παραϊστορία, μυθολογία και μυθοπλασία! Τόσο απλό… και σε μεγάλο βαθμό αντικειμενικό, αν βεβαίως δεν σταθήτε σε «φίλιες μόνον περιγραφές» και διαθέτετε λογική και κρίση. Και για να μην παρασύρεστε σε λεκτικούς ακροβατισμούς, μπορείτε να μας πήτε ποιο «κριτήριο-αισθητήριο» είναι κοινό σε ΟΛΟΥΣ; Και όχι μόνον τηλεθεατές, αλλά και αναγνώστες και ακροατές. Τώρα βεβαίως αν υποστηρίξω πως ο μοναχισμός συνιστά από μόνος του διαστροφή, είμαι σίγουρος ότι δεν θα συμφωνήσετε. Συνεπώς, και όπως βλέπετε, δεν διαθέτουμε ΟΛΟΙ κοινό «κριτήριο-αισθητήριο».
§ 8. Καλά, κ. Γιανναρά, δεν γνωρίζετε πού οφείλεται ο «αυτοκρατορικός μανδύας», το «σκήπτρο», τα αδαμαντοχρυσοποίκιλτα άμφια και όλος ο μεγαλοπρεπισμός των ιερέων; Ποιος και γιατί επέβαλε όλα τούτα; Αλλά πώς να το γνωρίζετε, αφού μας έχουν εθίσει «να κρίνουμε την ομορφιά σαν διακοσμητικό, υποκειμενικά ευφραντικό στοιχείο, όχι ως γλώσσα αποκάλυψης, γλώσσα φανερώσεων αλήθειας»; Ποια ομορφιά εννοείτε, κ. Γιανναρά; Αυτήν του Ενός, του Υπερτάτου Όντος; Και ως «γλώσσα αποκάλυψης» εννοείτε μόνον αυτήν την ομορφιά ή μήπως η βαλίτσα πάη και παραπέρα;
§ 9. Ευτυχώς περιωρίσατε τον σκανδαλισμό σε κάποιες «πολλές δεκαετίες». Διότι αν τον αφήνατε να απλωθή σε κάποιους πολλούς αιώνες ―μέχρι και δύο χιλιετίες―, πιθανόν να μας μπερδεύατε. Και μετά μας πετάτε κι εκείνο το «Αν από υπερβολή μακροθυμίας…», μπας και ως τέτοιους, μακρόθυμους δηλαδή, θεωρήσουμε οι ηλίθιοι αναγνώστες, ακροατές, τηλεθεατές τους ηγήτορες του «εκκλησιαστικού γεγονότος».
§ 10. Η φιλανθρωπία με τα κριτήρια «εκκλησιαστικής μαρτυρίας»!!! Τι άλλο θα μας πήτε, κ. Γιανναρά; Αυτά διδάσκατε στους μαθητές σας; Σωστή η ισουητική ρήσις: «τυφλός δε τυφλόν εάν οδηγή, αμφότεροι εις βόθυνον πεσούνται». Και βεβαίως ναρκισσισμός και φαρισαϊκή αυτάρκεια και χρηματολαγνεία και εξουσιομανία καμουφλάρονται αρκούντως ικανοποιητικώς από την Εκκλησία ― και όχι μόνον από τους Βατοπεδινούς.
Κλείνοντας το περισπούδαστο άρθρο σας υποβάλλετε ένα ερώτημα: «Πόσο βαθύς είναι ο λήθαργος;»
Και ξαφνιάζομαι… Ότι γαρ εν ληθάργω τελών, ερωτάτε τοιούτον ερώτημα.
@k. ndemonicos: Μπάζει από παντού το γραφτό του κ. Γιανναρά. Κι άλλες φορές είχα αναρωτηθεί πόσο ηλικιομένος είναι. Έχω όμως δει φίλους του πατέρα μου, κουμουνιστές και ορκισμένους άθεους, που λίγο πριν δρασκελήσουν εκείνη τη λεπτη χωρισιά ζωή-θάνατος ζήτησαν να μεταλάβουν: «Δια παν ενδεχόμενον!» είχε πει ο κ. Γ.Θ. καθηγητής Πανεπιστημίου -της Φιλοσοφίας κι απολυμένος βέβαια- μετά έκλεισε τα μάτια του και πέρασε… Ποιός ξέρει ΠΟΥ; Μπορεί κι εμείς το ίδιο να κάνουμε, «Δια Παν Ενδεχόμενον»!