ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΑ ΝΕΑ ΒΙΒΛΙΑ [ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΣΤΟ ΕΞΩΦΥΛΛΟ ΓΙΑ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ]
ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΑ ΒΙΒΛΙΑ ΝΕΑ [ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΣΤΟ ΕΞΩΦΥΛΛΟ ΓΙΑ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ]
ΜΕ ΕΝΑ ΠΛΟΙΟ ΠΟΥ ΤΟ ΛΕΓΑΝ Λα Λορελάι, Μυθιστόρημα
AΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ: ΜΕ ΕΝΑ ΠΛΟΙΟ ΠΟΥ ΤΟ ΛΕΓΑΝ Λα Λορελάι [Κεφ. 40] της ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ ΤΣΟΛΚΑ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ Διαβάστε περισσότερα για το βιβλίο κλικάροντας εδώ Πηγαίνω στον Πειραιά. Στέλνω από πριν ένα κουτί μεγάλο κόκκινο με άνθη, και μια τούρτα απ’ την Αθήνα. Φτάνω νωρίς το απόγευμα. Κοιτάζω το μεγάλο σπίτι απέξω, και κανονικό μού φαίνεται πια. Κήποι ρημαγμένοι, μάρμαρα ραγισμένα και κιτρινισμένα, τα κεραμίδια κάπου σπασμένα, σαν δόντια που λείπουνε, και στη μέση η σκεπή να κάθεται λίγο προς τα μέσα. Θα πέσει το σπίτι να τις πλακώσει, σκέφτομαι. Σαπίζει… Ένας ψωραλέος σκύλος κάνει να μου γαβγίσει αλλά βαριέται. Δεν έχει ψυχή, έχει κούραση για πολλά πολλά. Προχωρώ προς τις σκάλες που κάποτε μου φαινόντουσαν όπως αυτές του παραδείσου. Εδώ μένανε κάποτε οι αφεντάδες. Τώρα μένουνε γυναίκες χωρίς άντρες. Χωρίς παιδιά. Ερειπωμένες σαν το σπίτι. Βγαίνει η Μαριάνθη στο πλατύσκαλο. Γελάει και ανθίζει γύρω της. Έχει αγάπη στα μάτια της. «Ήρθες, Οδυσσέα μου, και γύρισαν τα παιδικά μας χρόνια» μου λέει. «Το πιο ωραίο καλοκαίρι της ζωής μας». Με πιάνει απ’ τα χέρια. Και τα δυο. Μετά δεν έχει τι να τα κάνει, αλλά και εγώ δεν τα τραβώ. Κάθομαι εκεί με κάτι χέρια άψυχα μέσα στα δικά της. Κοιτάω το πρόσωπό της με τις λεπτές ρυτιδούλες. [...]«Αχ, βρε Μάργκω μου! Με την ψυχή σου λες το καλώς όρισες!» λέω τελικά. «Μάργκω! Πόσα χρόνια έχω να το ακούσω» λέει και γέρνει το κεφάλι της στο πλάι. Πίσω της, στο σκοτάδι του σπιτιού, μια φιγούρα σαν έντομο προσπαθεί να συρθεί. Μια γριά, παχιά, [...] ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ: http://www.politismospolitis.org/archives/14728