Το Τραταμέντο του Οκτώβρη

Κάνει γιάτσο απόψε. Έβαλε βοριά. Τέτοιο καιρό, επεριμέναμε πως και πως σαν παιδιά. Δε νογάς για ποίο πράμα σου μιλώ…
Που να καταλάβετε εσείς οι νέοι! Μετά τσι σεισμούς του ’53, τότε που μέναμε τσι παράγκες τση Παναγούλας, ήτανε δύσκολα τα χρόνια. Πιότερο δύσκολα για τσι γονέους μας, που είχανε οχτώ στόματα να θρέψουνε, ξέχωρα τα δικά τους.
Εμείς ως χωραΐτες, δεν είχαμε να σε χαρώ ούτε ένα λιόφυτο δικό μας. Πως νομίζεις πως εκονομάγαμε το λάδι μας; Θα σου πω να το μάθεις. Επηγαίναμε στα λιοστάσια εκεί κοντά στον Άγιο Λύπιο, στον Καλλιτέρο και μαζώναμε από χάμου τσι ελιές, μία – μία.
Τσι πιο πολλές φορές, επηγαίναμε στο λιοστάσι του Γιωργέλου. Εφτός δεν τσι φύλαγε και πολύ τσι ελιές του κι έτσι καταφέρναμε να μαζώξουμε αρκετές. Μας είχε η μάνα μας φτιασμένα τενεκεδάκια, από γάλα εβαπορέ. Εφτά γιομίζαμε και τα αδειάζαμε σ’ ένα σακί που είχαμε. Να δεις παιχνίδια και χαρές! Εσβινταριζόμασταν, ποίο παιδί θα μαζέψει τα περισσότερο μπουρούκια ελιές, από χάμου. Βέβαια, μες στη βιασύνη μας, εμαζώναμε και λάσπες και φύλλα αλλά δεν μας επείραζε. Με ησυχία στο σπίτι, τα ξεδιαλέγαμε.
Μία φορά το λοιπό, απογιοματάκι με τέτοιο καιρό, βοριά του κερατά, μας έστειλε η μάνα μας στου Γιωργέλου να μαζώξουμε ελούλες. Νοέμβρης ήτανε κι έκανε ένα κρύο! Μα τι να σου ειπώ; Και το λιοστάσι μέσα λάσπη ένα γόνα, είχε βρέξει τσι προηγούμενες μέρες. Πάμε το λοιπό ούλα μαζί τα παιδία, με τα μπουρουκάκια μας και με το σακί μας. Εκειός όμως ο αναθεματισμένος ο Γιωργέλος, ήτανε απάνου σ’ ένα ύψωμα κρυμμένος κι έκανε την “ανάγκη” του. Επήγε ψηλά για να επιτηρεί και το λιοστάσι, ήξερε πως ήτουνα μέρα «πονηρή»!
Εκεί, να σε χαρώ, που είχαμε μαζώξει μισό σακί ελιές και εγελάγαμε κι επαίζαμε βλέπουμε τον Γιωργέλο να κατεβαίνει τσι όχτους με τα παντελόνια μισοκατεβασμένα, τα βάσταγε με το ένα χέρι μην του πέσουνε και στο άλλο εκράταγε μία κατσουρίδα. Μας εφώναζε από μακρία: «να πάρει ο διάοτσος τσι πατεράδες σας, δεν θα σας τσακώσω, θα δείτε παλιοπράματα!». Μία πεταξία εμείς τα μπουρούκια και βάνουμε τη πιλάλα. Ο αδερφός μου ο Γιάννης, ως μεγαλύτερος, εσκέφτηκε και πήρε το σακί με τσι ελιές και για να μην το κουβαλούμε που έπρεπε να τρέξουμε μην μας πιάσει ο φουρκισμένος, το ‘κρυψε μέσα σε μία ριζολιά.
Που να μας τσακώσει ο Γιωργέλος με τα σώβρακα κατεβασμένα; Εσκόνταψε και γκρεμοτσακίστηκε – ο έρμος- κι εμείς είχαμε φτάσει στη Χώρα, που λέει ο λόγος. Έλα όμως που εμένανε εχώθηκε το παπούτσι μου στη λάσπη και παραλίγο να με τσακώσει;
Με ένα παπούτσι έφυγα από τον Άι Λύπιο! Ε, μα το σταυρό που σου κάνω! Και κλάμα ούλο το δρόμο που έχασα το παπουτσάκι μου. Σάμπως είχα κι άλλο ζευγάρι από δαύτο;
Και σαν πονηράδια που ήμαστε, δεν επήγαμε αμέσως στο σπίτι, μην έρθει και μας έβρει εκεί. Ήξερε ότι ήμαστε παιδιά τση Μπάμπαινας, μην πα’ και λες…Μετά από ώρα επήγαμε σπίτι μας, στη παράγκα δηλαδή εκεί, στη Παναγούλα. Κι ήρθε εφτός ο Γιωργέλος κι έκαμε τα παράπονα στη μάνα μας! Εφτούνη όμως βάσταγε από το Γερακαρίο, δεν είχε και πολλούς Αγίους, που λέμε. Τον έκαμε τρία λεφτά, πως τση κατηγόριε τα παιδιά τσης άδικα, αφού από το σπίτι δεν είχανε ξεμυτίσει παρά εμελετάγανε τα μαθήματά τους.
Τι να κάμει κι ο Γιωργέλος; Επήγε καλιά του, σπίτι του.
Το κοντόβραδο, ο αδερφός μας ο Γιάννης επήγε ξανά οπίσω στο λιοστάσι κι έφερε το σακί με τσι ελιές που το είχε τρουπωμένο μέσα στη ριζολιά, κρυμμένο καλά κι έβρηκε και το παπουτσάκι μου και μου το έφερε! Ω χαρές που του ‘καμα! Μόνο τα πόδια που δεν του φίλησα από τη χαρά μου!
Κι η μάνα μας, χαρούμενη κι εφτούνη η καψερή, ξεκλείδωσε το ντουλάπι όπου εφύλαγε βάζα με γλυκό του κουταλιού και μας εκέρασε κυδώνι, που το ‘χε φτιάξει τον Οκτώβρη. Ακόμα θυμάμαι τη γλύκα του στο στόμα μου! Το πιο ωραίο τραταμέντο τση ζωής μου ούλης!

Κι η συνταγή, για γλυκό του κουταλιού κυδώνι από την κυρά Μπάμπαινα:

Υλικά
Μία οκά κυδώνια
Μία οκά κι εκατό δράμια ζάχαρη
Δύο φλυτζάνες του τσαγιού νερό
Δύο – τρία φύλλα αρμπαρόριζα
Δύο κουταλιές της σούπας, χυμό λεμονιού

Εκτέλεση
Καθαρίζουμε τα κυδώνια και τα τρίβουμε στον χοντρό τρίφτη του τυριού.
Τα βάζουμε στην παδέλα με το νερό και τα αφήνουμε να βράσουνε σκεπασμένα, μέχρι να μαλακώσουν.
Κατόπιν, ρίχνουμε τη ζάχαρη και τα βράζουμε σε δυνατή φωτιά μέχρι να δέσει καλά το σιρόπι του γλυκού μας.
Στο τέλος, λίγο πριν το σβήσουμε, προσθέτουμε την αρμπαρόριζα για το άρωμα και το λεμόνι.

DANA SEMITECOLO από το blog: http://katrougiali.blogspot.com

-(Φωτογραφία: Της Συντάκτριας)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *