Καζαντζάκης, Μουσολίνι και Μπολσεβίκοι

Είναι γνωστό ότι ο Νίκος Καζαντζάκης (1883 – 1957) αγαπούσε το ταξίδι και ήταν πραγματικά πολυταξιδεμένος.

Και μάλιστα σε μια εποχή που τα μεγάλα ταξίδια δεν ήταν απλή υπόθεση και η πρακτική του ταξιδιού δεν άγγιζε τα πλατιά στρώματα. Τότε ταξίδευαν όσοι ήταν ανάγκη να ταξιδέψουν και όσοι είχαν την περιπέτεια στο αίμα τους.
Ο Καζαντζάκης ταξίδεψε γιατί το απαιτούσε η δημοσιογραφική του απασχόληση αλλά και γιατί ήθελε να γνωρίσει τόπους και κόσμους, να πληροφορηθεί, να κατανοήσει και να ερμηνεύσει. Και είναι συγγραφέας που ασχολήθηκε συστηματικά με το είδος της ταξιδιωτικής αφήγησης. Η σειρά των βιβλίων του με τον γενικό τίτλο “Ταξιδεύοντας” αποτελούν έξοχα δείγματα της ταξιδιωτικής λογοτεχνίας, όπου η γνώση της ιστορίας, η παρατήρηση, η αντίληψη των πραγμάτων και η κριτική συνδυάζονται με τρόπο εξαίρετο αποκαλύπτοντας τη διεισδυτικότητα του πνεύματος και το βαθύ συναίσθημα του συγγραφέα, ενώ παράλληλα δημιουργεί μια ασφαλή βάση δεδομένων – για να χρησιμοποιήσω μια σημερινή διατύπωση – χρήσιμη και πρόσφορη για πολλαπλές αναλύσεις.

Το 1909 ο Καζαντζάκης πραγματοποίησε το πρώτο ταξίδι του στην Ιταλία. Επισκέφτηκε τη Φλωρεντία και τη Ρώμη, όπου μάλιστα φοίτησε και στο Πανεπιστήμιο. Το 1924 επιστρέφει στην Ιταλία. Επισκέφτηκε τη Νεάπολη, την Πομπηία, τη Ρώμη και την Ασσίζη. Ήταν τότε σαράντα ενός ετών (γεννήθηκε το 1883). Στην Ασσίζη, όπου φιλοξενήθηκε στο αρχοντικό της κοντέσας Ενρικέττα Pucci, γνώρισε τον σκανδιναυό συγγραφέα Γιοχάννες Joergensen που μελετούσε τον βίο του Αγίου Φραγκίσκου.
Τον επόμενο χρόνο ταξιδεύει στη Μόσχα ως ανταποκριτής της αθηναϊκής εφημερίδας “Ελεύθερος Λόγος”. Στη ρωσική πρωτεύουσα θα μείνει αρκετό διάστημα, απο τις 13 Οκτωβρίου 1925 έως τις 25 Ιανουαρίου 1926. Η παραμονή του εκεί του έδωσε τη δυνατότητα να γνωρίσει απο κοντά τόσο τη χώρα όσο και το νεοπαγές πολιτικό καθεστώς που τον επηρέασε βαθύτατα. Τον Αύγουστο του 1926 επισκέφτηκε την Ισπανία και πήρε συνέντευξη απο τον Primo de Rivera και τον Οκτώβριο του ίδιου έτους ταξίδεψε για τρίτη φορά στην Ιταλία, πηγαίνοντας πρώτα στην Ασσίζη κι έπειτα στη Ρώμη, για να πάρει συνέντευξη απο τον Μουσολίνι.
Τις εντυπώσεις απο τα ταξίδια του δημοσιεύει αρχικά στις εφημερίδες “Ακρόπολη” και “Καθημερινή”.

Το πρώτο αυτοτελές ταξιδιωτικό έργο του Καζαντζάκη δημοσιεύθηκε το 1927 με τον τίτλο Ταξιδεύοντας. Ισπανία, Ιταλία, Αίγυπτος, Σινά και ακολούθησε το 1928 το επόμενο με τον δημοσιογραφικό τίτλο Τι είδα στη Ρουσία. Σκληρός παρατηρητής της πραγματικότητας γίνεται συχνά θιασώτης του κόσμου που περιγράφει χωρίς να απαλύνει καταστάσεις θεωρώντας τη σκοπιμότητα κύριο άξονα της ιστορικής δράσης.

Όταν επισκέπτεται τη φασιστική Ιταλία, ο Καζαντζάκης ελκύεται απο δύο πρόσωπα• το ένα σύγχρονο, σκληρό, ανελέητο, αποφασισμένο ν’ αλλάξει τη μοίρα της χώρας και του κόσμου, το άλλο απόμακρο, βγαλμένο απο την καρδιά της μεσαιωνικής Ούμβριας, ακτινοβόλο, γεμάτο αγάπη για τον άνθρωπο για τη φύση για το σύμπαν, αποφασισμένο να φέρει την ειρήνη στις καρδιές των ανθρώπων. Ο δικτάτορας Μουσολίνι απο τη μια μεριά και ο Φραγκίσκος της Ασσίζης, ο Φτωχούλης του Θεού, απο την άλλη. Είναι η αντινομία που χαρακτηρίζει την ίδια τη σκέψη του Καζαντζάκη. Η δύναμη της βίαιης επιβολής και η δύναμη της ελεύθερης επιλογής. Η αντίστιξη ανάμεσα στην υποταγή στη βούληση του αρχηγού, του Ντούτσε, και την απόρριψη κάθε ανθρώπινης εξουσίας στο όνομα του Θεού και της αγάπης.
Αξίζει να παρακολουθήσουμε τη συνάντηση που είχε ο Καζαντζάκης με τον ιταλό δικτάτορα. Τον συνάντησε στο γραφείο του.
Περίμενα ανυπόμονα στο Παλάτι Κίτζι να δω τον δυνατόν αυτόν άνθρωπο… Δυό νέοι λιγνοί, αψηλοί, με μαύρα πουκάμισα, στάθηκαν στη θύρα ορθοί, αδιάφοροι, άγριοι κι ήσυχοι• κι ένιωσα το σύμβολο που τόσο συχνά έχουν οι θυρεοί: δυό λιοντάρια που στέκονται ορθά και φυλάγουν. Πρόβαλε ένας στυγνός φασίστας και μου έγνεψε• ο Μουσολίνι με περίμενε. Άνοιξε η μεγάλη θύρα σιωπηλά κι έκλεισε. Βρέθηκα σε μια τεράστια αίθουσα• το φως ήταν αμυδρό, στάθηκα. Δεν ήξερα αν βρίσκουνταν κανένας μέσα. … Άξαφνα στο βάθος δεξιά, πίσου απο ένα χαμηλό γραφείο διέκρινα έναν άνθρωπο να ελλοχεύει και να με κοιτάζει… μακρόμεσος και κοντοπόδαρος, κεφάλι υπερτροφικό, με απότομα επίπεδα, όλο πηγούνι και μέτωπο, όλο γωνίες σαν πελεκημένο σε σκληρότατο ξύλο. Μασέλα αρχέγονα μεγάλη, μάτι κρύο κι εξημμένο. Η έκφραση του προσώπου συμμαζεμένη κι εχθρική. Γεννιούνται μέσα σου δυό βεβαιότητες: Ο άνθρωπος αυτός έχει μια πίστη• ο άνθρωπος αυτός δε φοβάται!… Η φωνή του ακούστηκε κουρασμένη, περιφρονητική, ξηρότατη:
– Τι θέτε;
Δεν άκουσα καλά.
– Τι είπατε;
Η φωνή του γίνηκε πιο ανυπόμονη κι εχθρική.
– Τι θέτε;
Μια στιγμή σώπασα φρίσσοντας, Άστραψε μέσα μου η ιδέα να φύγω, χωρίς λέξη. Μα ευτύς γαλήνεψα, ένιωσα πως αυτός ο άνθρωπος είχε το δικαίωμα να φέρνεται έτσι… Αυτός ο άνθρωπος άνοιξε ένα δρόμο, κρατά ένα έθνος στα χέρια του• έχει το δικαίωμα να φέρνεται όπως θέλει. Ήσυχα τότε αποκρίθηκα.
– Θέλω να σας δω• τίποτα άλλο!
Το πρόσωπό του τότε φωτίστηκε. Γαλήνεψαν λίγο, γλύκαναν τα χρακτηριστικά του• είπε με λίγο θερμότερη φωνή:
– Α! Αυτό ναι! Μα όχι ομιλίες, είμαι φοβερά απασχολημένος, δεν έχω μήτε δευτερόλεπτο να χάνω. Γράψετέ μου τι ερώτησες θέτε να κάμετε• αν είναι καλές, θ’ απαντήσω• αν όχι, – όχι. Στη συζήτηση ο Καζαντζάκης ανέφερε στον Μουσολίνι για το ταξίδι του στη Ρωσία.
Μόλις άκουσε τη λέξη Μόσχα ο Μουσολίνι ανατινάχτηκε. Το πρόσωπό του έλαμψε. Ποτέ δεν περίμενα τόση ανυπομονησία και θερμότητα. Άπλωσε το χέρι του σα νά ’θελε να με πιάσει απο τον ώμο, να μη φύγω, κι είπε με άλλο τόνο, καθόλου πια κουρασμένο κι εχθρικό:
-Έρχεστε απο τη Ρουσία;
-Ναι, πήγα κι έμεινα τέσσερις μήνες, να μελετήσω τον Μπολσεβισμό.
-Ε, τότε εγώ είμαι που θα σας πάρω συνέντευξη• εγώ θα σας ρωτάω κι εσείς θ’ απαντάτε… Τι κάνουν αυτοί οι Ρούσοι;
Η φράση αυτή ήταν γιομάτη περιέργεια, θερμότητα, ανησυχία. Σαν άνθρωπος που ρωτάει για το σπίτι του, που έχει μαλώσει μαζί του.
– Εργάζουνται. Υπεράνθρωπη προσπάθεια να δημιουργήσουν ένα κόσμο νέο. Βρήκα εδώ στη Ρώμη, μεγάλες ομοιότητες μεταξύ Μπολσεβισμού και Φασισμού.
Στράφηκε απότομα και με κοίταξε, σα να ’θελε να με τρυπήσει με το σκληρό, παράφορο μάτι του:
-Τι θέλετε να πείτε;
-Τούτο: Βρήκα κι εδώ και στη Μόσχα την ίδια αυστηρή, σκληρή υποιταγή του ατόμου στο σύνολο… Την ίδια πειθαρχία. Το ίδιο μίσος για τις μικρές ελευθερίες και την ίδια προσπάθεια να φτάσουν τη μεγάλη ελευθερία. Βρήκα ακόμα τον ίδιο φλεγόμενο ενθουσιασμό της νεότητας. Μονάχα στη Μόσχα και στη Ρώμη υπάρχουν αληθινοί νέοι… Οι Ρούσοι δε βρήκαν ακόμα μια πίστη βαθύτερη απο τις οικονομικές θεωρίες. Προπαγανδίζουν υπερβολικά το ματεριαλισμό. …
Κατα τον Καζαντζάκη ο Μπολσεβισμός και ο Φασισμός είχαν μεγάλες ομοιότητες. Και οι δύο εχτελούν το ανώτατο χρέος. Κι οι δυο, χωρίς να το θέλουν, χωρίς να το ξέρουν, είναι πιστοί συνεργάτες. Τρεις είναι σήμερα, θαρρώ, οι ανώτατοι τύποι που έχουν το δικαίωμα να πλάσουν, κατ’ εικόνα τους και ομοίωση τους ανθρώπους: ο Λένιν, ο Γκάντι κι ο Μουσολίνι…
(Ν. Καζαντζάκη, Ταξιδεύοντας. Ιταλία – Αίγυπτος – Σινά – Ιερουσαλήμ – Κύπρος – Ο Μοριάς, Β΄έκδοση, Αθήνα 1965, σελ. 22-25).
Παρακάτω σχολιάζει: “Θα πείτε: «Μα εμείς δε θέμε νά ’μαστε μήτε μπολσεβίκοι μήτε φασίστες. Χάθηκε ο ίσιος δρόμος;» Χάθηκε. Στις κρίσιμες ιστορικές εποχές, ο ίσιος δρόμος χάνεται. Ακριβώς γι’ αυτό είναι κρίσιμες” (στο ίδιο, σελ. 28).
Aναρωτιέται “Τι θα συμβεί όταν λείψει ο Μουσολίνι; Να το εναγώνιο ερώτημα που θέτουν με τρόμο εχθροί και φίλοι”. Και προφητεύει: “το χάος που θα επιφέρει ένας μεγάλος κλονισμός του Φασισμού: ο θάνατος του Μουσολίνι, ένας άτυχος πόλεμος, η ματαίωση των παραφουσκωμένων σημερινών ελπίδων” (στο ίδιο, σελ. 29).
Αξίζει να μελετηθούν περισσότερο συστηματικά οι απόψεις του Καζαντζάκη για τον μπολσεβισμό και τον φασισμό.

Το 1951 (χρονιά που πέθανε ο στενός του φίλος ποιητής Άγγελος Σικελιανός) εκδόθηκε σε ελληνική μετάφραση του Νίκου Καζαντάκη το έργο του Johannes Joergensen, Άγιος Φραγκίσκος. Υπενθυμίζω ότι ο Καζαντζάκης είχε γνωρίσει τον συγγραφέα στην Ασσίζη το 1924 και είχε μυηθεί απο εκείνον στον κόσμο του αναρχικού αγίου. Απο τότε η μορφή του Φραγκίσκου μένει ανεξίτηλη στη σκέψη του Καζαντζάκη. Και η μετάφραση του έργου του Joergensen δεν εξαντλεί το ενδιαφέρον του. Στη γαλλική Αντίπολη (Antibes), όπου είχε εγκατασταθεί απο το 1948 ο Καζαντζάκης, άρχισε να συγγράφει ένα δικό του συναξάρι για τον Άγιο Φραγκίσκο. Στο έργο που ολοκληρώθηκε το 1953 δίνει τον χαρακτηριστικό τίτλο Ο Φτωχούλης του Θεού, ένα τίτλο που αναφέρεται στην εκούσια επιλογή της φτώχειας ως αρετής για την προσέγγιση του θείου, ιδέας κοινής τόσο στον χριστιανικό κόσμο όσο και στον ισλαμικό (η λέξη fuqara δηλώνει ακριβώς τον πιστό που έχει επιλέξει τη φτώχεια για να αφοσιωθεί στον Θεό). Ο Καζαντζάκης αφιερώνει το έργο του “στον Άγιο Φραγκίσκο του καιρού μας τον δόκτορα Αλβέρτο Σβάιτσερ”. Θα πρωτοδημοσιευτεί σε συνέχειες στην αθηναϊκή εφημερίδα Ελευθερία το 1954 και θα εκδοθεί σε βιβλίο απο τις εκδόσεις “Δίφρος” το 1954 και σε δεύτερη έκδοση το 1957. Ακολούθησε η έκδοση του 1961 απο τον εκδοτικό οίκο “Φέξη” και η έκδοση της Ελένης Καζαντζάκη το 1964.
Ο Φτωχούλης του Θεού είναι το προτελευταίο έργο του Καζαντζάκη και το τελευταίο που είδε ο ίδιος να δημοσιεύεται. Το τελευταίο του ήταν η Αναφορά στον Γκρέκο, που εκδόθηκε postumum το 1961. Το συναξάρι του Αγίου Φραγκίσκου που συνέγραψε ο Καζαντζάκης είχε μεγάλη διάδοση. Μεταφράστηκε σε 17 γλώσσες και στις περισσότερες εκδόθηκε κατ’ επανάληψη.
Αξίζει να παρατηρηθεί ότι το έργο αυτό που αναφέρεται στον βίο και στην πολιτεία ενός αγίου και ιδρυτή μοναχικού τάγματος της Δυτικής Εκκλησίας είχε μεγάλη απήχηση πρώτα και κύρια στις προτεσταντικές χώρες, στη Σκανδιναβία, στη Γερμανία και στην Ολλανδία και στη συνέχεια σε χώρες με καθολική παράδοση όπως η Γαλλία, η Αργεντινή και η Ισπανία. Ακόμη εντυπωσιακότερο είναι το γεγονός ότι το έργο μεταφράστηκε σε γλώσσες περιφερειακές (φινλανδικά, πολωνικά, περσικά, αγγλικά, πορτογαλικά, τουρκικά, σλοβενικά και σλαβικά των Σκοπίων) προτού μεταφραστεί και εκδοθεί στη γλώσσα του ίδιου του Αγίου Φραγκίσκου, τα ιταλικά. Παρατηρείται δηλαδή μια αργοπορία στην προσέγγιση του συγκεκριμένου έργου του Καζαντζάκη απο τις καθολικές ευρωπαϊκές χώρες και εμφατικά όψιμο και περιορισμένο ενδιαφέρον απο την ιταλική εκδοτική παραγωγή. Πρόκειται για εσκεμμένο παραμερισμό ενός έργου που εκθέτει και ερμηνεύει με ιδιόρρυθμο τρόπο και που ενδεχόμενα συγκρουόταν με την εκδοχή της επίσημης παράδοσης ένα θέμα κατεξοχήν οικείο για την ιταλική θρησκευτικότητα; Βέβαια, και στα άλλα πολυμεταφρασμένα έργα του Καζαντζάκη οι ιταλικές μεταφράσεις ακολουθούν με διαφορά αρκετών χρόνων τις μεταφράσεις σε άλλες γλώσσες. Απο την άλλη μεριά, Ο Φτωχούλης του Θεού ανήκει στην πεντάδα των έργων του Καζαντζάκη που είχαν τη μεγαλύτερη διάδοση και επιτυχία σε παγκόσμια κλίμακα μαζί με τα έργα Ο Χριστός ξανασταυρώνεται, Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, Καπετάν Μιχάλης και Ο τελευταίος πειρασμός.

Ο Καζαντζάκης μολονότι έχει ταξιδέψει πολύ και κατ’ επανάληψη στην Ιταλία την περιγράφει πολύ λίγο σε αντίθεση με την Ισπανία που της αφιέρωσε ολόκληρο βιβλίο. Δείχνει να τον αφήνει αδιάφορο το κλασικό και το αναγεννησιακό παρελθόν της χώρας αυτής και επιλέγει μόνο την ιδιοτυπία της μορφής του Αγίου Φραγκίσκου. Και ο άλλος κρητικός, ο Δομίνικος Θεοτοκόπουλος, πέρασε απο την Ιταλία προτού καταλήξει στην Ισπανία. Κι εκείνος πήρε μαζί του τη μορφή του Αγίου Φραγκίσκου και την ιστόρησε πολλαπλά. Το πάθος που κυρίευε την ψυχή των δύο κρητικών συνομίλησε με την ευαίσθητη κι επαναστατημένη ιδιοσυγκρασία του Φραγκίσκου και ταυτίστηκε με το ισπανικό duende. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι γράφοντας το συναξάρι του Αγίου Φραγκίσκου ο Καζαντζάκης χτύπησε λυτρωτικά την πιο ευαίσθητη χορδή της Ιταλίας. Ανέσυρε απο την καρδιά της και πρόβαλε την ουσία της, την ψυχή της που συνήθως επικαλύπτεται απο πλήθος ψιμίθια. Ο Καζαντζάκης έγραψε μια μυθιστορηματική βιογραφία του Αγίου που έγινε ο προστάτης άγιος της χώρας και στη μορφή εκείνου συνόψισε όλη την Ιταλία. Γι’ αυτόν, και ίσως όχι μόνον γι’ αυτόν, ο Φραγκίσκος είναι η ίδια η ψυχή της Ιταλίας. Και είναι σημαντικό ότι τα τελευταία μεγάλα έργα του ήταν Ο Φτωχούλης του Θεού και η Αναφορά στον Γκρέκο. Δύο έργα βαθιάς πνευματικότητας, αποκαλυπτικά του ακατάπαυτου εσωτερικού του αγώνα για να υπερβεί το χοϊκό στοιχείο.

ΝΙΚΟΣ Γ. ΜΟΣΧΟΝΑΣ -(Φωτογραφία: Ο Μουσολίνι και ο Ιταλός ποιητης Γκαμπριέλλε Ντ’ Ανούντσιο)

3 Σχόλια

  1. Ο/Η ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΩΤΟΥΛΑΣ λέει:

    Το ιταλικό φασιστικό καθεστώς διατηρούσε άριστες σχέσεις με το κομμουνιστικό της ΕΣΣΔ για μακρό χρονικό διάστημα και υπήρξε από τα πρώτα καθεστώτα που αναγνώρισαν την επικράτηση των μπολσεβίκων και συνεργάστηκαν μαζί τους.

  2. Ο/Η thersitis λέει:

    ΤΙ ΛΕΣ ΡΕ ΦΙΛΑΡΑΚΟ;

    ΣΟΒΑΡΑ;

    ΕΧΕΙΣ ΝΑ ΠΑΡΑΘΕΣΕΙΣ ΚΑΠΟΙΑ ΔΙΑΚΡΑΤΙΚΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΠΟΥ ΝΑ ΠΑΡΑΠΕΜΕΠΙ ΣΕ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΚΑΛΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΣΟΒΙΕΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΚΑΙ ΦΑΣΙΣΤΙΚΗ ΙΤΑΛΙΑ.

    ΚΑΛΟ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΛΕΕΙ Ο ΚΑΘΕΝΑΣ ΤΙΣ ΜΑΛΑΚΙΟΥΛΕΣ ΤΟΥ ΑΛΛΑ ΟΧΙ ΚΑΙ ΣΕ ΤΕΤΟΙΟ ΑΙΣΧΡΟ ΕΠΙΠΕΔΟ.

    ΘΕΡΣΙΤΗΣ

    ΓΕΙΑ ΣΑΣ

  3. Ο/Η Nicolaos λέει:

    Η Φασιστική Ιταλία και η Σοβιετική Ένωση σύναψαν επίσημα διπλωματικές σχέσεις, τον Φεβρουάριο του 1924, όταν και υπέγραψαν συνθήκη περί εμπορίου και ναυτιλίας. Είχε προηγηθεί άλλωστε η υπογραφή σχετικού προσυμφώνου τον Δεκέμβριο του 1921, πριν την άνοδο του Μπ. Μουσολίνι στην εξουσία (Οκτώβριος 1922), με το οποίο το Βασίλειο της Ιταλίας de facto αναγνώρισε τη Σοβιετική Ένωση. Αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 1933, η Φασιστική Ιταλία και η Σοβιετική Ένωση, αναθέρμαναν εκ νέου τις διπλωματικές τους σχέσεις και υπέγραψαν συνθήκη φιλίας, μη επίθεσης και ουδετερότητος, η οποία, παρά την προσχώρηση της Ιταλίας στο «Σύμφωνο Αντι-κομιντέρν» τον Νοέμβριο του 1937 και παρά την υποστήριξη της Ιταλίας στους Εθνικιστές κατά τον Ισπανικό Εμφύλιο, παρέμεινε τυπικά σε ισχύ μέχρι και τις 22 Ιουνίου του 1941, όταν η Ιταλία κήρυξε τον πόλεμο στη Σοβ. Ένωση, ως σύμμαχος της Γερμανίας.
    Η Ιταλία και η Σοβιετική Ένωση, κατά τον Μεσοπόλεμο, πέραν από τις όποιες ιδεολογικές αντιπαλότητες, είχαν άριστες εμπορικές και οικονομικές σχέσεις μέχρι και το 1941 και όπως έγραψε και η «Ιzvestia» (15-07-1934), «η Σοβ. Ένωση και η Ιταλία είναι καλοί φίλοι». Μάλιστα, παρά την καταδίκη της ιταλικής εισβολής στην Αιθιοπία το 1935, η Σοβιετική Ένωση, καθ’ όλη τη διάρκεια του ιταλο-αβησσυνιακού πολέμου, εφοδίαζε με άφθονο πετρέλαιο, πρώτες ύλες και πολεμικό υλικό τη φασιστική Ιταλία. Επίσης όταν οι Ναζί τον Ιούλιο του 1934, οργάνωσαν πραξικόπημα στην Αυστρία δολοφονώντας τον Αυστριακό καγκελάριο Ντόλφους, με στόχο την ενσωμάτωση της Αυστρίας στη Γερμανία, ο Μουσολίνι συγκέντρωσε στρατό στα σύνορα με την Αυστρία, απείλησε με πόλεμο τη Ναζιστική Γερμανία, αν αυτή εισέβαλε στην Αυστρία και προσέγγισε τη Σοβιετική Ένωση. Οι δύο χώρες σχημάτισαν ένα κοινό διπλωματικό μέτωπο εναντίον του Χίτλερ στο αυστριακό ζήτημα, υπερασπιζόμενες την ανεξαρτησία της Αυστρίας. Αυτά για την αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *