ΣΧΟΛΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ



Αποκριάτικες Γκιόστρες και εικαστικές δημιουργίες στην Ζάκυνθο

Δημοσιεύθηκε στις 11/02/2010
Συντάκτης: ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ
Θεματική κατηγορία: Κοινωνία 

Η Αστική μη Κερδοσκοπική Εταιρεία “Giostra di Zante”, η οποία, από το 2005, έχει επαναφέρει το πανάρχαιο έθιμο των ιππικών αναμετρήσεων στο τοπικό μας Καρναβάλι, δίνοντάς του έτσι ένα ξεχωριστό, καθαρά δικό του χρώμα και προτείνοντας λύσεις ποιότητας, εκτός από το καθαυτό δρώμενο, το οποίο με ιδιαίτερη επιτυχία, κάθε περίοδο της Αποκριάς, οργανώνει, προσπαθεί παράλληλα να συνεισφέρει και στην σύγχρονη δημιουργία, είτε αυτή είναι η έρευνα, είτε η λογοτεχνία, είτε η εικαστική έκφραση.

   Στα πλαίσια αυτών της των επιδιώξεων, όπως σίγουρα όλοι γνωρίζετε, κάθε χρόνο κυκλοφορεί ειδικό φυλλάδιο, στις σελίδες του οποίου υπάρχουν τα πορίσματα της αναζήτησης των πιο σημαντικών πνευματικών ανθρώπων του νησιού μας, τα οποία αφορούν την ιστορική εξέλιξη της Γκιόστρας στη Ζάκυνθο, τις ιστορικές συνθήκες που την δημιούργησαν, καθώς και τις κοινωνικές της προεκτάσεις. Η έκδοση αυτή μάλιστα δεν μοιράζεται μόνο στο τοπικό κοινό και τους επισκέπτες του νησιού, αλλά αποστέλλεται και σ’ όλες τις βιβλιοθήκες της χώρας μας, καθώς και στους πνευματικούς της ανθρώπους, αποδεικνύοντας έτσι, πως το πάλαι ποτέ «Φιόρο του Λεβάντε», εκτός από την θλιβερή του επικαιρότητα, έχει και τις καλές στιγμές της συνέχισης της μακραίωνης πνευματικής του παράδοσης και παρακαταθήκης.

   Επίσης η Εταιρεία θεωρεί ιδιαίτερή της επιτυχία, που μερικοί από τους πιο σημαντικούς σύγχρονους ποιητές της Ζακύνθου έχουν εμπνευστεί από τα ιππικά αυτά αγωνίσματα και την όλη τους διάσταση και τα έχουν, ο καθένας με τον τρόπο του, συμπεριλάβει στα δημιουργήματά τους. Από φέτος μάλιστα, αρχίζοντας με ανέκδοτη δουλειά του π. Παναγιώτη Καποδίστρια, θ’ αρχίσει να δημοσιεύει αυτά τα ποιήματα στο φυλλάδιό της, ενώ στην ημερίδα που διοργανώνει στα τέλη της Άνοιξης, σε συνεργασία με το Μουσείο Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων, θα υπάρχει και σχετική ανακοίνωση, που θα γνωρίζει και θα ερευνά το θέμα, από τον φιλόλογο Γιώργο Φιορεντίνο.

   Τέλος, κάθε χρόνο, αναθέτει σ’ έναν από τους ζωγράφους του νησιού μας την κατασκευή της καλλιτεχνικής αφίσας, που, σαν ένας άλλος κήρυκας, αναγγέλλει την εκδήλωση, σ’ έναν από τους αξιόλογους ζωγράφους του νησιού. Με τον τρόπο αυτό γνωρίζουμε το πώς ο κάθε εικαστικός καλλιτέχνης, μέσα από την ξεχωριστή, δική του ματιά, αντιμετωπίζει το θέμα και το πώς το χθες αναγεννάται στο σήμερα, με νέες εκφραστικές φόρμες, καινούργιες τεχνικές και σημερινές αντιλήψεις. Γιατί μια αναβίωση και μόνο δεν αρκεί. Απαιτείται πάντα και η προσαρμογή της στην πραγματικότητα των ημερών μας. Με τον τρόπο αυτό εξασφαλίζεται η συνέχεια και αποδεικνύεται η απαραίτητη επιστροφή στην δική μας, ξεχωριστή ταυτότητα.

   Η φετινή αφίσα είναι έργο του ταλαντούχου και πολλά υποσχόμενου ζωγράφου και αγιογράφου Μπάμπη Πυλαρινού, ο οποίος με την γνωστή σε όλους μας, μετά τις επιτυχημένες και στην Ζάκυνθο εκθέσεις του, τεχνική του, με την οποία προσπαθεί να αξιοποιήσει τις διδαχές της παράδοσης και να τις προσαρμόσει στις σύγχρονες απαιτήσεις, δίνει την δική του εκδοχή για την Γκιόστρα της Ζακύνθου και έχει καταφέρει να της αποδώσει την προσωπική της, ξεχωριστή ταυτότητα.

   Κυριαρχική μορφή στο έργο του, με τα παρήγορα φωτεινά του χρώματα, όπως αρμόζει στην περίπτωση, ο νικητής ιππότης, ο οποίος στην ουσία είναι και ο πρωταγωνιστής της όλης εκδήλωσης. Επάνω στο μεγαλόπρεπο άλογό του, κρατά το ακόντιο με τον κρίκο της νίκης του και το επιδεικνύει πανηγυρικά χαρούμενος στο πλήθος, που τον επευφημεί και τον θαυμάζει. Πισωκάπουλα κάθεται στο άτι του η εκλεκτή της καρδιάς του, για την οποία αγωνίστηκε και για χάρη της προσπάθησε να είναι ο πρώτος. Με τον τρόπο αυτό ο καλλιτέχνης δίνει την όλη διάσταση της ζακυνθινής Γκιόστρας, η οποία δεν ήταν μόνο επίδειξη ικανότητας και ανδρείας, αλλά συγχρόνως αποτελούσε και ένα μέσο ερωτικής έκφρασης και έναν τρόπο ουσιαστικής επαφής και επικοινωνίας των δύο φύλων, σε μια εποχή μάλιστα, που οι τζελουτζίες, που μόνο την ημέρα της Γκιόστρας αφαιριόντουσαν, κρατούσαν ακόμα φυλακισμένες στα σπίτια τους όλες τις γυναίκες και ο εκκλησιασμός τους, ακόμα και στις φαμιλιακές εκκλησίες, γινόταν στο γυναιτίκι. Το άλογο φέρει όλη του την ιπποσκευή – όπως όλοι οι στρατιωτικοί Άγιοι -και είναι ντυμένο με μια κατακόκκινη κουβέρτα, όμοια με την στολή του καβαλάρη του. Η νεανικότητα και των δύο προσώπων που το ιππεύουν δίνει υπόσχεση αναγέννησης και παρέχει ελπίδα σιγουριάς. Γιατί η Γκιόστρα πάνω απ’ όλα είναι επίδειξη εφηβικής ικανότητας και για το λόγο αυτό, πολύ πιθανόν, γιορτάζονταν πάντα την περίοδο του Καρναβαλιού, με την απαρχή της καλοκαιριάς και της Άνοιξης. Γι’ αυτό και τα τόσα ιπποτικά μυθιστορήματα, οι σχετικές κινηματογραφικές ταινίες και η ταύτιση του ιππότη με τον εραστή, ακόμα και στην εκφραστική καθημερινότητα όλων των λαών.

   Το κοινό που παρακολουθεί τα τεκταινόμενα είναι οι καθαρά ζακυνθινοί πολίτες, όπως τους γνωρίσαμε πριν την πρόσφατη αλλοίωσή τους και την ισοπέδωσή τους από τον τουρισμό, την τηλεόραση και την καθημερινή τους επαφή με την απέναντι στεριά, με την οποία επιπόλαια κάποιοι επιδιώκουν, για την επιφανειακή τους ευκολία, να ενωθούμε, σαν Περιφέρεια. Κρατούν κάτι από την επαφή τους με την μακρινή Δύση, διατηρούν συγχρόνως την ανόθευτη και αμιγή ελληνικότητά τους και μπορούν, χωρίς καμιά δυσκολία ν’ αναγνωριστούν και να διατρανώσουν την ταυτότητά τους. Συνυπάρχουν όλες οι κοινωνικές τάξεις της κάποτε «Φλωρεντίας της Ανατολής», οι Μεσαμερίτες και οι Οξωμερίτες, οι Χωραΐτες και οι Χωρικοί, οι λαϊκοί και οι κληρικοί. Χαρακτηριστικές φιγούρες: η γυναίκα με το γαλάζιο κρινολίνο, η γιαγιά με το μαγκούρι της, μια μεσόκοπη με το τσεμπέρι της, τα παιδιά με τις σημαίες τους, υποστηριχτές και οπαδοί του νικητή, οι αντρικές μορφές με τα καπέλα της τάξης τους, ένας στοργικά κοιτάζων την γυναίκα ή καλή του και ο κληρικός, που συμμετέχει στα τεκταινόμενα, όπως πάντα συνέβαινε στην παλιότερη και νεότερη ιστορία του Τζάντε, που ακόμα και ο Δεσπότης πήγαινε στους επίσημους χορούς, τους οποίους διοργάνωναν οι δύο Λέσχες, την περίοδο του Καρναβαλιού και καλλιεργημένοι ρασοφόροι έγραφαν και διοργάνωναν «Ομιλίες».

   Η όλη σκηνή διεξάγεται μπροστά από το νεότερο Μουσείο του νησιού μας. Η επιλογή, βέβαια, δεν είναι καθόλου τυχαία. Και δεν είναι μόνο που εκεί άρχισε δειλά – δειλά, για να εξελιχτεί σε μεγάλο γεγονός, η αναπαράσταση της ζακυνθινής Γκιόστρας, στα πρώτα, μετασεισμικά, βήματά της, το Καρναβάλι του 2005. Η παρουσία του κτιρίου αυτού, στο εικαστικό έργο του Μπάμπη Πυλαρινού, αλλά και στην σημερινή πραγματικότητα, δείχνει την ιερότητα του χώρου, την ανάγκη για την γνώση της ιστορίας, καθώς και το απαραίτητο της συνέχισης, προσαρμοσμένο, βέβαια στο σήμερα και τις απαιτήσεις του. Στο Μουσείο αυτό έχουν διαφυλαχτεί, σαν κόρη οφθαλμού, όλες αυτές οι εικαστικές προσευχές και εκφράσεις, που πριν την ισοπεδωτική καταστροφή του 1953, στόλιζαν τις εκκλησίες του νησιού μας και έκαναν περήφανους τους πιστούς τους. Είναι το αντίβαρο μιας απρόσωπης και δίχως σκοπό  επιτοίχιας ύβρεως και μιας αβασάνιστης και στο πόδι ευκαιριακής πανσπερμίας, που διαμορφώνει άλλες αναζητήσεις και απομακρύνει από την αισθητική καλλιέργεια.

  Πάνω στην ταράτσα του Μουσείου, σαν άλλος «Βιολιστής στην στέγη», για να υπάρχουν καλλιτεχνικές συγγένειες και δεσμοί με την σημερινή δημιουργική έκφραση και τις καλές στιγμές της, ένας σαλπιγκτής συμμετέχει στα επινίκια και διαλαλεί την χαρά της γιορτής, της νίκης και του έρωτα. Διόλου τυχαία είναι στραμμένος προς την Μπόχαλη – το «Προάστιο του Μπόχαλη», είναι η πιο σωστή ονομασία -  όπου διακρίνεται η εκκλησία της κάποτε Κυράς του Κάστρου, της Παναγίας της Χρυσοπηγής, με την θαυμάσια εικόνα και το εαρινά αναστάσιμο, λαοφιλές – και πάλι κάποτε – πανηγύρι της. Κάπου προς τα εκεί, ο αμετανόητος θεατής και ουσιαστικός κοινωνός του έργου, μπορεί να φανταστεί τον γειτονικό Αρίγκο, όπου σ’ αυτόν βρισκόταν το παλιό στάδιο της αρχαιοελληνικής Ζακύνθου και είναι και η απαρχή της τζαντιώτικης Γκιόστρας. Με τον τρόπο αυτό η συνέχεια υπάρχει διακριτικά και η αναβίωση στηρίζεται σε στέρεες βάσεις.

   Δεν είναι τυχαίο, επίσης, που το όλο στήσιμο του έργου του Μπάμπη Πυλαρινού συγγενεύει με  «Ομιλία», ιδίως με την τοποθέτηση των θεατών και που η όλη εικόνα θυμίζει «ξεφάντωσι των φίλων» και κάποιο σχετικό έργο του πολυτάλαντου Κ. Πορφύρη. Είναι το πέρασμα της Γκιόστρας στο λαϊκό θέατρο του νησιού και η σύνοψη των τριών ταξικών σταδίων που ακολούθησε.

   Τέλος το φεγγάρι, που ρομαντικά συνυπάρχει στο δημιούργημα, δείχνει την ευαισθησία των ζακυνθίων, «άνθος παρθένων», όπως τους θέλει ο Ανδρέας Κάλβος και θυμίζει βραδιές αξέχαστες και μοναδικές, με καντάδες και καλλίφωνες προσευχές.

   Το έργο αυτό είναι αναμφίβολα η κατεξοχήν απεικόνιση της ζακυνθινής Γκιόστρας. Την προβάλει, την τονίζει και την διαιωνίζει. Καυχιέται για την ύπαρξή της και την ιστορία της, χωρίς να την μακιγιάρει επίφοβα ή να την εξωραΐζει. Και αυτό αποτελεί κατόρθωμα και επιτυχία του ζωγράφου.

28flemotomos

Η Γκιόστρα της Ζακύνθου ήταν πάντοτε, σύμφωνα με αυτά όπου μας διασώζουν και κληροδοτούν όλοι οι ιστορικοί και ιστοριοδίφες μας, αλλά και οι περισσότεροι ξένοι περιηγητές, οι οποίοι επισκέφτηκαν τον τόπο μας και αποτύπωσαν στο χαρτί τις εντυπώσεις τους, το σημαντικότερο και πιο σπουδαίο γεγονός της χρονιάς. Τόσο στην απαρχή της, στον δίπλα στην κλεισμένη μέσα στο Κάστρο πολιτεία, Αρίγκο, όσο και μετά την κάθοδό της στην νεότερη πόλη του Αιγιαλού, τότε που ξαναζωντάνευε, έστω και με θεατρική μορφή, στην πάντοτε πολύβουη Πλατεία Ρούγα, αλλά και στην εποχή της λαϊκής της εκδοχής, στο φημισμένο πανηγύρι του Αγίου Γεωργίου του Πετρούτσου, σαν μεταφέρθηκε από την «Μέσα Μερία» στην «Όξω», αποτελούσε πάντα το πιο αγαπημένο θέαμα των κατοίκων του Τζάντε και την πιο προσφιλή γιορτή τους. Ακόμα και από τα ορεινά χωριά, διασώζουν οι ειδήμονες, κατέβαιναν οι χωρικοί στη Χώρα, για να δουν την ικανότητα του κάθε έφιππου αγωνιζόμενου, να ποντάρουν σε όποιον πίστευαν και αγαπούσαν και τέλος να χειροκροτήσουν και επευφημήσουν τον νικητή, είτε έκανε το γύρο του θριάμβου με το ασημένιο του σπαθί, είτε, αργότερα, με την φρεσκοζυμωμένη και πανηγυρικά στολισμένη με ζαχαρόκουκα και ζάχαρες κουλούρα.
Η Γκιόστρα, προσαρμοσμένη κάθε φορά σε νέες συνθήκες και νοοτροπίες, ακολουθώντας πάντα πιστά τα ρεύματα και τις αισθητικές των καιρών, από την μακραίωνη εποχή του ξεκινήματός της, φόρεσε κάθε φορά το ένδυμα που της επέβαλαν οι πιστοί της και έφτασε ως και την φοβερή εκείνη χρονιά του σεισμού και της φωτιάς, το σημαδιακό για μας τους ζακυνθινούς 1953 και ενώ όλοι περίμεναν να θαφτεί στα ερείπια και να αφανιστεί από τις φλόγες ή να πέσει θύμα και αυτή της αφόρητης και τότε ανθρώπινης νεοελληνικής αντίληψης, επιβίωσε και επανήλθε και πάλι στη ζωή μας, δίνοντας μια νέα πνοή και πτυχή στο νεότερο Καρναβάλι μας. Είναι που κάθε τι το ατόφιο και το αληθινό, το κάθε αγαπημένο και παραδομένο από την ιστορία, αυτό που αγάπησε ο κόσμος και το στήριξε η φροντίδα και η στοργή των ενοίκων του κάθε τόπου, δεν μπορεί εύκολα να σβήσει, ούτε είναι δυνατόν να ξεχαστεί. Γιατί το γνήσιο επανέρχεται και επανακάμπτει. Επιστρέφει και επιβιώνει. Ό,τι υπάρχει στο αίμα μας και την ψυχή μας, ζει και στην καθημερινότητά μας. Αυτό που δημιουργήθηκε από ανάγκη, δεν μπορεί να αποκηρυχτεί και εκείνο που έχει βιωθεί, πάντοτε επανακάμπτει.
Από το 2005, όπου και πάλι αναβίωσε η Γκιόστρα στους δρόμους και την κεντρική πλατεία της Ζακύνθου, ως σήμερα, που και πάλι βρίσκεται «προ των πυλών», πολλά έχουν γίνει και ακόμα περισσότερα έχουν κερδισθεί. Η τοπική αποκριά πήρε άλλο χρώμα, βασισμένο στην έρευνα και την μελέτη της ντόπιας και όχι μόνο ιστορίας, οι κάτοικοι του νησιού έπαψαν να είναι θεατές και έγιναν μέτοχοι της χαράς και της διασκέδασης, η διαφορετικότητα, που μας τροφοδοτεί με αίμα, γίνεται όλο και πιο πολύ αιτία αναφοράς και ανάγκης και τέλος το νησί του Φώσκολου, του Σολωμού και του Κάλβου ακούγεται για κάτι καλό πέρα από την τσίμα του Πόρτου και όχι για συμφορές κα μόνο.
Κάθε χρόνο, το τελευταίο Σάββατο της Αποκριάς πια, εκεί λίγο μετά το μεσημεριανό φαγητό, τα Τσαρουχαρέικα, οι Αγίοι Σαράντες, η Πλατεία Ρούγα, ο Πλατύφορος και ο Στενόφορος – επιμένω, βλέπετε, στις παλιές, ιστορικές ονομασίες των δρόμων μας – γεμίζουν χρώματα και ήχους, ενώ τα ποδοβολητά των αλόγων επαναφέρουν την παλιά λατρεία του Τροπαιοφόρου Μάρτυρα, τόσο στην μιαν άκρη της πόλης, εκεί που ήταν ο περίφημος και κοσμοσωτήριος Καμαριώτης των Κομούτων, ο φερμένος ευλαβικά από την Μεγαλόνησο, όσο και στην άλλη, όπου ένας φούρνος έχει πια την ευθύνη της θύμησης μιας λατρείας, μιας γιορτής και μιας αναμέτρησης.
Όπως τόσους αιώνες, έτσι και τώρα η Γκιόστρα της Ζακύνθου επιβάλει και επιζητά ευγενή άμιλλα και λεβεντιά, επιδίωξη για πρωτιά και ερωτικά σκιρτήματα. Γιατί ο κόσμος σε τίποτα δεν αλλάζει. Απλά η ιστορία επαναλαμβάνεται παράλληλα και προοδευτικά. Ανακυκλώνεται και προχωρεί. Γράφει και ξεγράφει, με την δίκαιη εξουσία της απόλυτης δημοκρατίας της.
Το άλογο ήταν και είναι πάντα το αγαπημένο ζώο του ανθρώπου. Γι’ αυτό και η υπερβολική αγάπη του κόσμου για την Γκιόστρα. Γι’ αυτό και η επιτυχημένη επαναφορά της. Δεν είναι τυχαίο μάλιστα που οι πιο λαοφιλείς Άγιοι είναι καβαλάρηδες. Ιδίως αυτοί οι δύο που στιγματίζουν τις εποχές. Ο εκ της Συμπρωτεύουσας προερχόμενος, με το καφέ, λόγω εισόδου στον χειμώνα, άλογό του, Μυροβλύτης και ο εαρινός, με το λευκό φαρί του, Τροπαιοφόρος, που μας οδηγεί στην καλοκαιριά και χαίρεται την ανάσταση και την αναγέννηση. Μα και οι δύο Θεόδωροι, ο Τύρων και ο Στρατηλάτης, ο ιουλιάτικος Προκόπιος, ο φθινοπωρινός Ευστάθιος και τόσοι άλλοι εμπόλεμοι και ιππείς, όπως ο Σέργιος και ο Βάκχος, ο Ευστράτιος, ο Φανούριος και ο Μηνάς, το ίδιο αγαπιούνται από τον λαό και εξίσου πλούσια λαογραφία διαθέτουν. Είναι η ίδια ακριβώς αιτία, που οι μεγάλοι ήρωες παριστάνονται έφιπποι στα αγάλματά τους και το πέταλο του αλόγου θεωρείται γούρι για το κάθε σπίτι, που το έχει κρεμασμένο πάνω από την πόρτα του.
Μα δεν είναι αυτό το μόνο θετικό στοιχείο που προέκυψε από την αναβίωση και την επαναφορά της Γκιόστρας. Ενός καλού, πάντοτε, πολλά άλλα καλά έπονται. Η έκδοση του φυλλαδίου, το οποίο κάθε χρόνο, παράλληλα με την εκδήλωση, κυκλοφορεί από την Αστική μη Κερδοσκοπική Εταιρεία “Giostra di Ζante”, η οποία ολοχρονίς ετοιμάζει το δρώμενο, είναι αιτία και αφορμή να ασχοληθούν όλοι οι πνευματικοί άνθρωποι του νησιού μας, που ευτυχώς δεν είναι και λίγοι, με την έρευνα της σχετικής ιστορίας και, ως εκ τούτου, να φωτισθούν όχι μόνο σημαντικές πτυχές της τοπικής μας Γκιόστρας, αλλά και άλλες ιστορικές συνθήκες, στο πλαίσιο των οποίων αυτή εξελίχτηκε και λειτούργησε. Γιατί η στήριξη στην παράδοση απαιτεί υπευθυνότητα και γνώση. Προϋποθέτει μόχθο και επιστημονικότητα. Διαφορετικά είναι μια επιφανειακή ματαιοπονία. Κάτι που από την γέννησή του έχει παραδοθεί στην φθορά και τον θάνατο, την λήθη και την αχρηστία.
Για τον ίδιο λόγο τον επόμενο Απρίλη ετοιμάζεται και ημερίδα, σε συνεργασία με το πάντα δραστήριο Μουσείο Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων, με θέμα της την Γκιόστρα, έτσι ώστε να μην πηγαίνουμε τυφλά και επιπόλαια πίσω στην παράδοση, αλλά δημιουργικά και μελετημένα να οδηγούμεθα μπροστά με την παράδοση. Έτσι η ιστορία μπορεί να κοιτάξει ευθύγραμμα και το χθες να συνεχιστεί στο αύριο με εμάς ασκούριαστο και καλοφτιαγμένο κρίκο στην ατέλειωτη αλυσίδα της.
Μα και άλλο όφελος υπάρχει από την επαναφορά της Γκιόστρας στην καθημερινότητά μας. Ακολουθώντας την πολυεθνικότητα του ζακυνθινού πολιτισμού, την βασισμένη στο μη στεγανό και την απαλλαγμένη από στείρους φανατισμούς, η προσπάθεια, από το ξεκίνημά της κιόλας, βγήκε από τα στενά τοπικά μας όρια και ζήτησε συναλλαγές, ανταλλαγές και φιλία με άλλες χώρες, ιδίως με την γείτονα Ιταλία, με την οποία εμάς κυρίως τους Επτανήσιους, εκτός από τους κοινούς ιππικούς αγώνες, μας συνδέουν πολλά περισσότερα. Σκοπός μάλιστα του Σωματείου είναι η Γκιόστρα να αποτελέσει, εκτός από πανευρωπαϊκό και πανεπτανησιακό χαρακτήρα, δίνοντας αφορμή για συνάντηση όλων των Ιόνιων στον χώρο που αγιάζει ο ανδριάντας του Εθνικού μας Ποιητή.
Να γιατί η Γκιόστρα της Ζακύνθου είναι κάτι που όλοι μας πρέπει να στηρίξουμε και να ενισχύσουμε.
Τα ποδοβολητά των αλόγων των ιππέων της επαναφέρουν τις μνήμες και ξυπνούν τις αναμνήσεις μας. Συγχρόνως κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για μια επερχόμενη, επίφοβη και επιζήμια ισοπέδωση.
Μακάρι η Ζάκυνθος να είναι ο φετινός νικητής.
Ας είναι αυτή που θα κερδίσει όχι το ασημένιο σπαθί, αλλά με το σπαθί της. Όλοι πιστεύουμε πως το αξίζει και το ευχόμαστε.

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ  (Φωτογραφίες: Το έργο του ΜΠΑΜΠΗ ΠΥΛΑΡΙΝΟΥ στο οποίο αναφέρεται το άρθρο και εικόνα από σύγχρονη αναπαράσταση της γκιόστρας)

ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ «ΗΜΕΡΑ ΤΣΗ ΖΑΚΥΘΟΣ»

http://www.imerazante.gr/

Τα σχόλια των αναγνωστών για αυτό το άρθρο

5 σχόλια στο άρθρο “Αποκριάτικες Γκιόστρες και εικαστικές δημιουργίες στην Ζάκυνθο”
  1. Ο/Η Ιόνιος λέει:

    Το καρναβάλι της Βενετίας ξεκίνησε κατά την διάρκεια του 14ου αιώνα.

    Το καρναβάλι διέπονταν από αυστηρούς κανόνες. Δεν επιτρέπετο να φορούν μάσκες γύρω από την πόλη την νύχτα και δεν μπορούσαν να μπουν σε μοναστήρια μεταμφιεσμένοι.
    Στα τέλη του 1700 οι πολίτες είχαν την δυνατότητα να φορούν μάσκες στο σύνολο της αποκριάς.. Η συνήθης φορεσιά ήταν ένας μανδύας, μεγάλη μύτη, λευκή μάσκα. Η παλαιότερη αναφορά στο βενετσιάνικο καρναβάλι μας έρχεται από το μακρινό 1097 τότε που η πόλη ήταν ακόμη αυτοδιοικούμενη επαρχία της βυζαντινής αυτοκρατορίας και ο δόγης έφερε τον τίτλο του πρωτοσπαθάριου.

    Καθώς η Βενετία εξελίσσοταν σε μεγάλη ναυτική δύναμη, το καρναβάλι της γίνονταν πιό κοσμοπολίτικο, με κύρια γνωρίσματα του την κραιπάλη, την επίδειξη πλούτου και την ελευθεριότητα των ηθών. Μουσικοί έπαιζαν και διασκέδαζαν τους πολίτες σε δρόμους και πλατείες. Επίσης οι πολίτες ξόδευαν τα χρήματά τους σε τυχερά παιχνίδια.

    Οι Αυστριακοί καταλαμβάνοντας την πόλη, κατήργησαν το καρναβάλι. Η αναβίωση του καρναβαλιού έγινε την δεκαετία του ’70.
    Κάθε χρόνο τέτοιες μέρες η Βενετία μετατρέπεται σε ένα τεράστιο καπηλειό. Οι Βενετσιάνοι δεν μιμούνται το Βραζιλιάνικο καρναβάλι αλλά προτιμούν να γιορτάσουν τον καρνάβαλο με τον δικό τους τρόπο. Νύχτες γεμάτες ερωτισμό υπό τους ήχους συμφωνικής μουσικής και όπερας. Ούτε άρματα ούτε σάμπα.
    Η πόλη ανοίγει τα παλάτια της και δεξιώνεται τους μασκοφόρους καλεσμένους της. Πλανόδιοι μουσικοί, θεατρίνοι και σαλτιμπάγκοι ενώνονται με τους υπόλοιπους μασκαράδες σχηματίζοντας ένα θίασο ταραχοποιών με την καλή έννοια. Οι περισσότεροι φορούν στολές διαχρονικής απήχησης του βενετσιάνικου καρναβαλιού, αρλεκίνος, κολομπίνα, πιερότος.

  2. Ο/Η Χωραΐτης λέει:

    @@@@@@@@ μα καλά, ο Ιόνιος αντιγράφει το σχόλιό του από αλλού, για να μας πουλήσει εξυπνάδα; Το παραπάνω αντιγράφηκε από εδώ http://rolina.livepage.gr/blog/1960/56376_%CE%9A%CE%B1%CF%81%CE%BD%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CE%BB%CE%B9_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%92%CE%B5%CE%BD%CE%B5%CF%84%CE%AF%CE%B1%CF%82

  3. Ο/Η Ιόνιος λέει:

    @Χωραίτης: Πουλάω ξυπνάδα; Πληροφόρηση μήπως; Ο ανώνυμος δεν γίνεται να ενδιαφέρεται να το παίξει ξύπνιος, σε αντίθεση με τον ημι-ανώνυμο. Πάντως σα λαγωνικό, όχι για λαγό δεν κάνεις, αλλά ούτε για πάπουζα. Το site που υπερασπίζεσαι το πήρε το σχόλιο από εδώ:

    http://www.homefood.gr/travel/home.asp?id=211

    Το παραθέτω, πάλι για χάρη της πληροφόρησης:

    Βενετία, η πόλη με τις μάσκες

    Από τον Γιώργο Ξεπαπαδάκο
    Φωτογραφίες: Μάρω Κουρή

    Η παλαιότερη αναφορά στο βενετσιάνικο καρναβάλι μάς έρχεται από το μακρινό 1097 μ.Χ., τότε που η πόλη ήταν ακόμη αυτοδιοικούμενη επαρχία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και ο δόγης έφερε τον τίτλο του πρωτοσπαθάριου. Το έθιμο έχει να κάνει με τα ισχύοντα σε όλη τη χριστιανοσύνη για την έλευση της Μεγάλης Σαρακοστής, η οποία, όπως συμβαίνει και με το Πάσχα των καθολικών, προηγείται κατά μία εβδομάδα του ορθόδοξου. Καθώς η Βενετία εξελισσόταν σε μεγάλη ναυτική δύναμη, το καρναβάλι της γινόταν πιο κοσμοπολίτικο, με κύρια γνωρίσματά του την κραιπάλη, την επίδειξη πλούτου και την ελευθεριότητα των ηθών.

    Ενδεικτικές της συμπεριφοράς που είχαν οι Βενετοί κάθε φορά που κρυβόντουσαν πίσω από τις διάσημες μάσκες τους είναι κάποιες νομικές κυρώσεις που σώζονται στο αρχείο της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας: κώδικας του 1268 τους απαγόρευε να παίζουν αυγοπόλεμο. Άλλος, του 1339, δεν τους επέτρεπε το σεργιάνι στους δρόμους μετά τα μεσάνυχτα. Ένας τρίτος, του 1458, ήταν ακόμη πιο εύγλωττος. Απαγόρευε την είσοδο ανδρών με θηλυπρεπή αμφίεση στα μοναστήρια, προς αποφυγήν «ποικίλων ατιμώσεων» («multas inhonestas», όπως αναφέρει το κείμενο). Εντύπωση προκαλούν και οι ποινές που επέβαλλαν τα ενετικά δικαστήρια στους συστηματικούς παραβάτες του 12ημέρου. Δύο χρόνια στα κάτεργα – δηλαδή κουπί στις γαλέρες – για τους άνδρες και δημόσια διαπόμπευση μετά μαστιγώσεως για τις γυναίκες. Το 1797, οι Αυστριακοί καταλαμβάνοντας την πόλη κατήργησαν το καρναβάλι, το οποίο ούτως ή άλλως είχε ξεπέσει καθώς οι ένδοξες ημέρες των δόγηδων είχαν παρέλθει.

    Μεταμφιεσμένοι με φόντο το μεγάλο κανάλι, όπου τα βαπορέτα και οι γόνδολες αρμενίζουν μέρα-νύχτα μεταφέροντας τους καρναβαλιστές στα πλωτά αξιοθέατα. Εντυπωσιακή μεταμφίεση έξω από ένα βενετσιάνικο κρασοπουλειό, γνωστά ως Βacari, που είναι ανοιχτά και κατάμεστα από το πρωί.

    Πρώην θαλασσοκράτορες και από το 1861 ιταλοί πολίτες, οι Βενετσιάνοι έτυχε να ζουν σε μια πόλη που δεν σήκωνε περαιτέρω ρυμοτομική επέκταση. Και το υπερπόντιο εμπόριο είχε περάσει πια σε άλλες, πιο ισχυρές, ναυτικές δυνάμεις. Ό,τι είχαν, δηλαδή το περασμένο μεγαλείο, αντί να το διηγούνται και να κλαίνε, άρχισαν να το συντηρούν, να το αναπαλαιώνουν, να το αναδεικνύουν. Αναπόφευκτα στράφηκαν προς τον τουρισμό φτάνοντας στο σημείο να υποδέχονται, βρέξει-χιονίσει, περισσότερο από 20 εκατομμύρια τουρίστες τον χρόνο (σκεφτείτε ότι σε όλη την Ελλάδα έρχονται ετησίως περίπου 18 εκατομμύρια).

    Το πιο ρομαντικό καρναβάλι του κόσμου αποτελεί ιδανικό προορισμό για όλα τα ζευγάρια. Η μοναστική ζωή ήταν, είναι και θα είναι πηγή έμπνευσης των μασκαράδων.

    Η αναβίωση, επομένως, του καρναβαλιού ήταν κάτι αναμενόμενο και συνέβη στα μέσα του ’70. Κάθε χρόνο τέτοιες ημέρες, η πόλη του φτερωτού λέοντος μετατρέπεται σε ένα τεράστιο μνημειακό καπηλειό που προσελκύει πλήθος επισκεπτών υψηλού εισοδήματος. Την ώρα που άλλες πόλεις, συμπεριλαμβανομένης και της Πάτρας, προσπαθούν να μιμηθούν το Ρίο ντε Τζανέιρο, οι Βενετσιάνοι επιμένουν να γιορτάζουν τον Καρνάβαλο με τον δικό τους φινετσάτο τρόπο. Νύχτες γεμάτες ερωτισμό και ημέρες ξέχειλες από παράφορο ενθουσιασμό υπό τους ήχους συμφωνικής μουσικής και όπερας. Ούτε άρματα από πολυουρεθάνη ούτε σάμπα στη διαπασών πλαισιωμένη από το ανάλογο κιτς. Η πόλη ανοίγει τα επιβλητικά παλάτια της και δεξιώνεται τους μασκοφόρους καλεσμένους της, κάτω από σταυροθόλια με βαρύτιμους πολυελαίους και αναγεννησιακές νωπογραφίες. Κατά μήκος του Κανάλ Γκράντε, στο Ριάλτο και απέναντι, στο Λίντο, σαλτιμπάγκοι, πλανόδιοι μουσικοί και θεατρίνοι ενώνονται με τους υπόλοιπους μασκαράδες σχηματίζοντας έναν θίασο καλώς νοούμενων ταραχοποιών.

    Καλλιτέχνες του δρόμου από όλον τον κόσμο βρίσκουν τη «σκηνή» τους στην πλατεία του Αγίου Μάρκου. Σε κάθε γεφύρι, «ντελάληδες» ντυμένοι με τις φορεσιές του Μεσαίωνα διαλαλούν κάποιο κοντσέρτο κλασικής μουσικής.

    Αργά ή γρήγορα, η σύναξη των πανηγυριστών – με γόνδολες, βαπορέτα ή με τα πόδια – συγκεντρώνεται έξω από την εκκλησία του Αγίου Πέτρου στη συνοικία Καστέλο. Από ’κεί ξεκινά η μεγαλόπρεπη πομπή που καταλήγει στη βασιλική του Αγίου Μάρκου. Αρκετοί από τους συμμετέχοντες, αντί της ολόσωμης ενδυμασίας, αρκούνται σε μια λευκή μάσκα συνοδευόμενη από τρίκοχο καπέλο και μαύρο μανδύα ή βέλο – συνδυασμός που ονομάζεται μπαούτα. Οι περισσότεροι όμως φορούν στολές που οι ονομασίες τους – και αυτό είναι ενδεικτικό της διαχρονικής απήχησης του βενετσιάνικου καρναβαλιού – είναι ίδιες με εκείνες που μονοπωλούσαν τις Αποκριές των παιδικών μας χρόνων: αρλεκίνος, κολομπίνα, πιερότος. Όλες αυτές οι περσόνες ήταν βασικοί ρόλοι της κομέντια ντελ άρτε, του λαϊκού θεάτρου που γεννήθηκε τον 16ο αιώνα στις ίδιες γειτονιές. Τα βεστιάρια το γνωρίζουν και κάνουν χρυσές δουλειές. Η ενοικίαση των εν λόγω κοστουμιών ξεκινά από 300 ευρώ, χωρίς τη μάσκα και τα παπούτσια.

    Εικαστικός Καρνάβαλος του Tζόρτζιο ντε Κίρικο.

    Στην περιοχή Τζιουτέκα, σε ένα από τα παλαιότερα καρνάγια για γόνδολες, ο Φράνκο Κρέα εργάζεται πυρετωδώς. Στον ταρσανά του στέκεται μισοτελειωμένο ένα εντεκάμετρο σκαρί από βελανιδιά με πλώρη από φλαμούρι, το οποίο, όντας πιο μαλακό ξύλο, προσφέρεται για σκάλισμα. Μια βόλτα με αυθεντική γόνδολα κοστίζει 90 ευρώ. «Η Βενετία σιγά σιγά βυθίζεται» μας λέει με παράπονο. «Χρόνο με τον χρόνο οι πλημμύρες δυναμώνουν και το έδαφος υποχωρεί ένα με δύο εκατοστά… Άμα δεν έχεις μέλλον», καταλήγει ο έμπειρος ναυπηγός, «το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να πουλάς ακριβά το παρελθόν σου».

  4. Ο/Η Τζίτζιγκας-και-μέρμυγκας λέει:

    Μα όλα τα παραπάνω που μας λέτε είναι παραδοσιακότατα. Μη σκάτε μωρές παιδία. Εμείς εφαωνόμαστε αιώνες τώρα για να έρθουν οι περιβαντολόγοι να μας πούνε πώς και οι δύο τη ζωή μας περνάγαμε φίνα.

    Ας όψετε εκειός ο Έζοπο-ς.

    Ο τζιτζιγκάς όντας σιωπά θαύεται στο μουμέντο,
    Με τα στερνά του τζι τζι τζι είναι ραμουλιμέντο!

  5. Ο/Η Co:Roidi λέει:

    Ma si ma no ma si ma no, la Giudekka e είναι Τζουντέκκα, ποτές Τζιουτέκα. Ευτό ακόμη κι εγώ το νογάω. Πάμε παρακάτου; Τζιόρτζιο? Μα che Giorgio? Γιώργχο τον ελέγαμε, ή Γιώργχη ή Χόρχε ή ΤΖΟΡΤΖΟ Ποτές Τζίόρτζιο. Άντες ma si ma no Tzior-τζο.

    Να έρθετε να σας κάμω σκουόλα degle Vitae Perdutae!

Δημοσιεύστε το σχόλιό σας