Ad memoriam Cometis Francesci Mercati Gentiluomini

Κάποιοι από εμάς είχαμε την τύχη, λέει, να αναστηθούμε σε μια περίοδο που τα είχαμε όλα, λέει. Είχαμε πολίτευμα μη καταπιεστικό, είχαμε δωρεάν παιδεία, είχαμε παροχές κρατικές. Δεν επεινάγαμε, όπως η γενιά της Κατοχής, δεν μιλούσαμε στα κρυφά, όπως η γενιά της 7ετίας, δεν χρειαζόμασταν σεξουαλική απελευθέρωση, όπως τα παιδιά των λουλουδιών.
Επίσης, είχαμε και άμεση επαφή με τα λεγόμενα πολυμέσα.

Έτσι θυμάμαι την Ε.Β. με το αξέχαστο σιβυλλικό της ύφος να δηλώνει κάπου (στον Φρέντυ Γ. μήπως;) πως δεν χρειάστηκε καν την πρόσκληση για τους βασιλικούς γάμους, γιατί είχε λέει από τις πρώτες έγχρωμες τηλεοράσεις και τους παρακολούθησε καρέ-καρέ από το σαλόνι της. Αυτό κάπου στα 70ς.

Σε μια παρένθεση ιστορική, θυμίζω για όσους το ξέχασαν, ότι με τον γάμο του κατόπιν Κωνσταντίνου Β’ (ΙΓ’) των Ελλήνων [άλλως Κοκού, άλλως Κότσου βασιλιά — συνοδεύεται με ψωμί κι ελιά, επίσης Βασίλως – συνοδεύεται με χορούς παραδοσιακούς κι από εγκαρτερούντες συνταγματάρχες, έτερον ‘μούλικου’ — συνοδεύεται είτε από νεαρούς γόνους Αναυρήτων είτε από αδαείς χωρικούς θερέτρων — όπως ο Κάλαμος Αττικής με το ψαροχώρι των Αγ. Αποστόλων] και της πεντάμορφης ξαδέρφης του Άννας – Μαρίας, ο Δανικός σταυρός του Daneborg (από τον οποίον φαίνεται να προέκυψαν όλοι οι μετά Κανούτο υπόλοιποι ευρωπαϊκοί σταυροί, βασιλικοί και μη) ήρθε με ‘χρηστές ελπίδες’ να παντρευτεί τον Ελληνικό της crux greca (από τον οποίο επίσης ανίσως και να προέκυψαν όλοι οι ρέστοι ευρωπαϊκοί και πάει λέγοντας).

Ως γνωστόν, τέτοια ένωση στην πόλη του Περικλέους δεν επολυφτούρησε. Κι εμετακόμισε να ζήσει το όνειρο αλλού. Και μετά χαιρόμασταν ή και ακόμα χαιρόμαστε με το χαιρέκακο ‘από χωρίου εις χωρίον’, το οποίο θυμίζει έντονα το σχεδόν ‘από-βελανιδιά-σε- βελανιδιά’ του μετέπειτα Κάρολου Β’ (γι’ αυτό και η Αγγλία είναι γεμάτη από pubs με την ονομασία Royal Oak), και ξεχνάμε πως χάθηκε μια ζωή αγένητη και ανίσως κι επρολάβαιναν το νεαρό ζευγάρι θα χάνονταν κι άλλες.

Ε, λοιπόν, επειδή ακριβώς επρολάβανε και δεν γεννηθήκαμε τότες, είχαμε κι εμείς έγχρωμες τηλεοράσεις, ακόμα κι αν έπαιζαν συνήθως … ασπρόμαυρες ταινίες ελληνικές. Τις οποίες αρχικά με τα παιδιάστικα μυαλά μας τις καταυχαριστιόμασταν. Τουλάχιστον έτσι νομίζαμε. Ωραία χρόνια με εμάς οκλαδόν να χαζεύουμε τη Γεωργία Β., την Ίλια Λ., τον Βασίλη Λ.

Και δεν καθόμασταν ανακούρκουδα, γιατί ήμασταν από τη … Βαγδάτη. Όχι, όχι. Καθόμασταν ‘για να μην τρίψουν οι πολυθρόνες’ του νέου σαλονιού ‘κι έμπουν ξένοι και μας πουν πως δεν έχουμε’. Κι επεριμέναμε κι εμείς να έμπουν ξένοι … για να κάτσουμε στις καθήκλες του σαλονιού μας. Το οποίο είχαμε μεν, δεν ευχαριστιώμασταν δε παρά Χριστού και Φωτώνε. Το πολύ-πολύ κι Αγίου Βασιλειού.

Οι ασπρόμαυρες ταινίες ήταν και είναι, όπως ξέρετε, ωραίες, είτε πάνω είτα κάτω από την πολυθρόνα. Όμως ήταν οι καψερές περιορισμένου ρεπερτορίου. Κι έτσι τις έπαιζαν ξανά και ξανά και ξανά. Σε βαθμό κακουργήματος. Γιατί ωραία η Κυρά μας η Μαμή. Και Οι Γαμπροί της Ευτυχίες. Και το Βότσαλο στη Λίμνη. Αλλάόταν η μία και καλή ανάβασις προς Λεστινίτσαν, γένεται πήγαιν’ έλα, όταν οι Γαμπροί, από ένας και καλός (Πρωίαν σε είδον, μαλλιά ξεπλεγμένα), πολλαπλασιάζονται σαν τους μνηστήρες τση Πηνελόπης, και το Βότσαλο που ετάραξε τη λίμνη του νοικοκυρέου, μία πέφτει στο νερό και μία γυρνάει και τον βαράει κατακούτελα, όσο νά-ναι βαριέσαι.

Τώρα που το ξανασκεύουμαι, βλέπαμε κι έγχρωμες ταινίες, αλλά αυτές φαίνεται ήταν ακριβές και τις έπαιζαν με το μέτρο (ή με το πασέτο, ή με ρέγουλα) και γι’ αυτό τις επεριμέναμε πως και πως. Έπρεπε να παντρευτεί ίσα με πέντε φορές η Ευτυχία (και να ηχήσουν τα συνομίληκά της κανόνια του ‘21), για να δούμε κι εμείς τον Κύριο Πειρατήήή να παντρεύεται την καλή του με τις βασιλικές ευλογίες περίπου πάνω στον ‘Αετό’.

Για να μην παραμπερδεύω τα πράγματα παραπάνω απ΄ ότι είναι μπερδεμένα, θυμίζω πως ‘Αετό’ λέγανε ένα πλεούμενο σε μια ταινία έγχρωμη «με τον Δημήτρη Π. και την Αλίκη Β.» (κλείνεται όπως, «με αλάτι και πιπέρι» ή όπως «τρεις το λάδι, τρεις το ξύδι, τρεις και το λαδόξυδο»). Αναρωτιέμαι, γιατί έβγαλαν μία φρεγάτα ‘Αετό’; Γιατί δεν τον έβγαλαν ‘Θαλασσαετό’ ή ‘Ψαραετό’ (Sea eagle). Εδώ κοτζάμου υπερπόντια (υπερατλαντική) δύναμις τον έχει έμβλημα κι ας τον λέει ‘φαλακρό αετό’ (Bald eagle). Για τους ανίξερους, τον βλέπουν όλοι όσοι ψωνίζουν από γνωστό ζαχαροπλαστείο της Πλατείας Μαβίλη (λίγο μετά) ή όσοι ακούν στο καλή μουσική εν Αθήναις (λίγο πριν). Μάλλον θα τους συγκράτησε ή το γλωσσικό, ή επειδή του ψαραετού το στόμα βρωμάει ψαρίλα, ή για να αποφύγουν να γράψουν με μεγάλα γράμματα πως ‘ΠΑΣΑ ΟΜΟΙΟΤΗΣ με υπαρκτά πρόσωπα, ή πράγματα …’.

Κι αναμεσίς σε όλα αυτά , ότι γίναμε ‘δευτεράκια’ κι εκαπακίζαμε την παυλούλα πάνω από την παδελούλα (την περισπωμένη πάνω από υ-ψιλόν ή ύψιλο), ‘όχι όμως όλες τις φορές’, η δασκάλα μας κυρία Ελένη μας είπε πως δεν χρειάζεται. Φυσικά και δεν πολυσκάσαμε εμείς. Που μυαλό τότες να σκευτούμε γιατί ότι μας χρειάζεται μέχρι την Παρασκευή δεν μας χρειαζόταν τη Δευτέρα. Εμείς ακούγαμε την κυρία Ελένη. Κι εκείνη τον κύριο διευθυντή τον κύριο Κουφό (μια χαρά άκουγε, ίσως και παραπάνω απ’ όσο υποψιαζόμαστε, Κουφό τον λέγανε στο όνομα). Τώρα, αν ακόμα το φυσάνε κάποιοι και δεν κρυώνει, άλλη κουβέντα.

Το ζητούμενο ήταν πως μπορούσαμε να αποφύγουμε την Ευτυχία να ξαναπαντρεύεται και το
Βότσαλο να ξαναπέφτει και να ξαναπέφτει και να ξαναπέφτει, γιατί εμπόριαμε τώρα να διαβάζουμε υπότιτλους και να βλέπουμε ‘ξένα’. Τα οποία φαίνεται δεν ήταν για χόρταση, κι έτσι όσοι προλαβαίνανε τον Τσίτο και τον Φράγκο να πίνουνε κρασί με τη μύγα (vino moscato), επρολαβαίνανε. Αυτοί άλλωστε ήταν έγχρωμοι. Και δεν τους χάναμε με τίποτα. Και γινόταν της κακομοίρας να ιδούμε τον Μάρλο-μπράντο – επίσης έγχρωμο – να φτάνει στο νησί του. Γιατί αυτόν πάντα τον επαίζανε αργά. Και μέχρι να ιδούμε αν θα τα καταφέρει να ζήσει αυτός καλά κι εμείς καλύτερα, έπρεπε να πάμε για ύπνο, γιατί λέει αύριο ήταν Κυριακή κι έπρεπε να σηκωθούμε νωρίς. Και πού να κοιμηθούμε, γιατί εμέναμε με την αποροία. Και κυρίως, γιατί να σηκωθούμε νωρίς, αφού ούτε εκκλησία θα πηγαίναμε, ούτε θα παίζαμε σαν τα άλλα τα παιδιά, ούτε οι φίλοι μας θα τολμούσαν να έρθουν για να παίξουμε.

Κι από τον Τσίτσο και το Φράγκο εματακολήσαμε την αρρώστια του ασπρόμαυρου κι ανακαλύψαμε τον Τοττό. Κι εγελάγαμε με την καρδία μας, όταν ο κακομοίρης ο Τοττός έβρεσκε τη φαμελιά του κι εγύρευε να κατευάσουνε τον γενάρχη τον κερασφόρο. Ο οποίος ως cornuto εθύμιζε στον Τοττό τα δίχως κέρδη κέρατα. Κι ας του έλεγε ο μαγιορντόμος – battler – υποψήφιος κληρονόμος (αν ο Τοττός εβουρλιζότανε, ή ακόμα καλύτερα πέθαινε) πως ένας γενάρχης δεν αποκαθηλώνεται έτσι εύκολα. Αλλά ο Τοττός εδιάταξε να τον πάνε αποθήκη τον γενάρχη. Ο οποίος κερατάς δεν ξέρω αν ήταν, ξέρω πως ως Νορμανδός εφόριε ή ο καλλιτέχνης τον έβαλε να φορεί κράνος νορμανδικό με κέρατα σαν του Αστερίκιου περίπου, αλλά κομματάκι μεγαλύτερα.

Και μεγαλώνοντας, λέει, νομίσαμε μάντσια (‘φάρσα’) πως ο Τοτό[ς] είχε καλλιτεχνικό ψευδώνυμο Totto, μα οι συνάδελφοί του τον εφωνάζανε ‘il Prencipe’ . Επειδή είχαμε μεγαλώσει το νομίσαμε περιπαιχτικό. Που καλό από τέτοιο εσνάφιον (σινάφ-ι), είχαμε μάθει. Κι έτσι, ανίσως κι εφτύναμε ψηλά, για να φτύσουμε τα μούτρα μας, εκηρύτταμε πως:

Στα 1946 το Τριμπουνάλε της Νάπολης αναγνώρισε ως πλήρες όνομα ενός πολίτη το παρακάτω: Antonio Griffo Focas Flavio Ducas Comneno Porfirogenito Gagliardi De Curtis di Bisanzio, altezza imperiale, conte palatino, cavaliere del sacro Romano Impero, esarca di Ravenna, duca di Macedonia e di Illiria, principe di Costantinopoli, di Cicilia, di Tessaglia, di Ponte di Moldavia, di Dardania, del Peloponneso, conte di Cipro e di Epiro, conte e duca di Drivasto e Durazzo.

Προηγουμένως το όνομα του αιτούντος ήταν Antonio Clemente –το όνομα της μητέρας του, καθώς ο πατέρας του τον αναγνώρησε λίγο πρίν πεθάνει. Στους συναδέλφους του ήταν γνωστός ως il Prencipe, ενώ στο κοινό του χάρισε το γέλιο ως Totó.

Έπρεπε να μεγαλώσουμε κι άλλο, για να καταλάβουμε πως ο Πρίγκηπας ήταν απλά ένας φίλος όλων μας.
Κι ως φίλος τούπρεπε ο ταιριαστός επικήδειος αποχαιρετισμός [από τον Nino Taranto], ο οποίος πάνω κάτω λέει:

Amico mio questo non e’ un monologo ,ma un dialogo perche’ sono certo che mi senti e mi rispondi.La tua voce e’ nel mio cuore, nel cuore di questa Napoli che e’ venuta a salutarti, a dirti grazie perche’ l’hai onorata. Perche’ non l’hai dimenticata mai,perchè sei riuscito dal palcoscenico della tua vita a scrollarle di dosso quella cappa di malinconia che l’avvolge. Tu amico hai fatto sorridere la tua città, sei stato grande, le hai dato la gioia, la felicità, l’allegria di un’ora, di un giorno, tutte cose di cui Napoli ha tanto bisogno. I tuoi napoletani,il tuo pubblico e’ qui. Ha voluto che il suo Toto’ facesse a Napoli l’ultimo «esaurito» della sua carriera e tu, tu maestro del buonumore, questa volta ci stai facendo piangere tutti. Addio Toto’, addio amico mio. Napoli, questa tua Napoli affranta dal dolore vuole farti sapere che sei stato uno dei suoi figli migliori e non ti scordera’ mai.
Addio amico mio, addio Toto.

Και στη γλώσσα μας περίπου λέει:

Φίλε μου, αυτός εδώ [ο λόγος] δεν είναι μονόλογος, αλλά διάλογος. Γιατι είμαι βέβαιος πως εσύ [εγώ] είσαι που εκπέμπεις κι εγω είμαι που απαντω. Η φωνη σου είναι που βγαίνει από τα βάθη της καρδίας μου. Από την καρδία ετούτης εδώ της Νάπολης που ήρθε να σε αποχαιρετήσει και να σου αποδώσει ευχαριστείες, γιατί νοιώθει τιμημένη. Γιατί δεν θα είναι ποτέ ξεχασμένη, γιατί είναι σωσμένη από το δικό σου παρκοσένικο της δικής σου ζωής που την ξαναέγραψε στο βιβλίο της ζωής και την έβγαλε από τον χιτώνα [κάππα] της μελαγχολίας που την έζωνε. Εσύ, φίλε, ξανάδωσες το χαμόγελο στην Πόλη σου, της ξαναέδωσες το μεγαλείο, της ξαναέδωσες τη χαρά [τζόγια], την ευτυχία [φελιτσιτά], την αλλεγρία [εγρήγορση] μίας ώρας [ή της Aurora ;], μίας μέρας, όλα όσα χρειάζονταν η Νάπολη. Οι δικοί σου Ναπολιτάνοι, το κοινό σου, είναι εδώ ! [έμφαση]. Θέλου να ιδούν πως ο Τοττός τους έφτιασε στη Νάπολη το τελευταίο ‘esaurito’ [κατοικητήριο, αποθησαύρισμα, αναπαυτήριο ;] της καριέρας του και συ (λειγμός), μαέστρο του καλώς νοούμενου χιούμορ (ver. των καλών χημών), αυτή τη φορά μας έκανες όλους να παγώσουμε. Πήγαινε στον Θεό, Τοττό, επέστρεψε στον Θεό, φίλε μου. Νάπολη, ετούτη εδώ η δική σου Νάπολη ξεπεσμένη [ή ξεπερασμένη;] από τα πάθη ξέρει καλά πως είσαι ένας από τους χιλιάδες γιούς της και δε θα σε λησμονήσει ποτέ .

Addio φίλε μου, addio Toto.

DON BASILIO [Φωτογραφία ΜΠΑΜΠΗΣ ΠΥΛΑΡΙΝΟΣ]

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *