SOUL KITCHEN του Φατίχ Ακίν

Ο Ζήνος είναι ιδιοκτήτης εστιατορίου στο Αμβούργο και όλα του πάνε στραβά: υποφέρει από δισκοπάθεια και δεν μπορεί να κουνηθεί, οι παλιοί του πελάτες τον εγκαταλείπουν, ενώ η κοπέλα του, Ναντίν, τον παρατάει για τη Σαγκάη όπου βρήκε δουλειά. Στην απελπισία του, αλλάζει το ύφος του εστιατορίου, φέρνοντας νέο κόσμο και δεν διστάζει να πάει στην Κίνα να βρει τη Ναντίν. Μόνο που για να φύγει, θα πρέπει να αφήσει τη δουλειά στα χέρια του αδελφού του, μια επιλογή όχι και τόσο σοφή…

ΚΡΙΤΙΚΗ του Δημήτρη Παπαμίχου
Διασκεδαστικό και νευρώδες από τον «επίσημα» αγαπημένο Τούρκο δημιουργό, Ελλήνων και Γερμανών, Φατίχ Ακίν. Το «πείραμά» του με τούτη την κωμωδία καταστάσεων, πέτυχε στην πράξη, γιατί η κινηματογραφική του συνταγή ακολούθησε σινεφιλικούς ρυθμούς, με την γνώριμη προσωπική του σκηνοθετική ματιά υπό τους δυνατούς «ήχους» μιας πολυπολιτισμικής κουλτούρας – μέσα από τη μοντέρνα φόρμα μιας pop «καθαρής» ψυχαγωγίας, ιδεολογικά εμπνευσμένης εξ’ ανατολάς. Απρόβλεπτος στιγμές – στιγμές, οργισμένος, συναισθηματικά ασταθής και ανήσυχος, αποτυπώνει το ψυχολογικό κλίμα των χαρακτήρων του σε όλο τους το βάθος, με τρυφερότητα και ευαισθησία μέσα από ένα σκληρό προφίλ (επιφανειακά), όπως ακριβώς και με την πρώτη του ταινία ΒΑΘΙΑ, ΚΟΦΤΑ, ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ, στη οποία είχε παίξει και ο Μπουσδούκος. Φαίνεται ότι οι δυό τους έχουν πολύ καλή χημεία, με το τελικό αποτέλεσμα να μην αδικεί κανένα. Η απόλαυση είναι μεταδοτική… και είναι βέβαιο πως μετά το τέλος της ταινίας, η αισιοδοξία κυριαρχεί, με το χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη σας. Σίγουρα στους μεγαλύτερους (και περισσότερους) η καθημερινή διασκέδαση ως τρόπος ζωής, ανήκει στο παρελθόν, αλλά η ταινία αυτή έρχεται να μας υπενθυμίσει ότι υπάρχει υποσυνείδητα, ως υπαρξιακή μας οντότητα και μένει να βρεθεί «το σπίρτο που θα ανάψει την φωτιά» και πάλι …

Οι σκηνές που έχουν γυριστεί στο εστιατόριο, με κέφι και ευρηματικότητα, «χαλαρώνουν» τη στάση μας απέναντι στα προβλήματα της ζωής και αμβλύνουν την καταπιεστική συμπεριφορά. Τα οικογενειακά βάρη, η καταναλωτική απληστία, οι αδιέξοδες ερωτικές σχέσεις και το επαγγελματικό άγχος μας καταδυναστεύουν, αλλά το SOUL KITCHEN «αποσυμπιέζει» και στο τέλος λυτρώνει. Παρ’ ότι «ελαφρότερη» θεματικά από τις τελευταίες του ταινίες, είναι λεπτοδουλεμένη, με έξυπνους και ενίοτε, σόκιν διαλόγους (χωρίς βωμολοχίες). Οι ερμηνείες των ηθοποιών είναι δυναμικές, υπέρ-εκφραστικές, αλλά ρεαλιστικές. Φυσικά ξεχωρίζει ο «δικός μας» Αδάμ Μπουσδούκος (Ζήνος). Έκπληξη η εμφάνιση του άλλοτε (70’ς) γόη του γερμανικού σινεμά Ούντο Κίερ. ενώ τον Μόριτζ Μπλαϊμπτρόι (Ηλία) τον βλέπουμε σχεδόν σε κάθε σημαντική γερμανική παραγωγή τα τελευταία χρόνια. Ακόμα διαθέτει ένα από τα καλύτερα soundtrack της χρονιάς και με ελληνικότατο ενδιαφέρον (όχι γραφικά «μπουζούκια», αλλά με Τσιτσάνη κ.α.). Συνοπτικά, το γέλιο βγαίνει αβίαστα, μέσα από τα γεγονότα της καθημερινότητας, χωρίς να χρησιμοποιείται η ακραία υπερβολή. Η ανατροπή της φυσικής τάξης και η μετωπική σύγκρουση στην ροή της επικαιρότητας (βλέπε Εφορία, φυσιοθεραπεύτρια, μεσιτικά) συμμαχεί σε ένα απίθανο συνδυασμό κοκτέιλ λεκτικών και σωματικών γκαγκ (σλάπστικ). Οι ήρωες κάνουν την υπέρβασή τους, επαναστατούν, δεν συμβιβάζονται με την μετριότητα. Μπορεί να μην υπάρχει η αριστοτεχνική ίντριγκα της ΑΚΡΗΣ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ, όμως το ενδιαφέρον για την εξέλιξη παραμένει αμείωτο. Πρόκειται για ένα «masterclass» κωμωδίας, υψηλής ποιότητας, το οποίο πρέπει σαφώς, να παρακολουθήσουν και όσοι ασχολούνται ενεργά με την ελληνική κινηματογραφία.

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΑΙΝΙΑΣ
Πρωταγωνιστούν:
Adam Bousdoukos … Zinos Kazantsakis
Moritz Bleibtreu … Illias Kazantsakis
Birol Unel … Shayn Weiss
Anna Bederke … Lucia Faust
Pheline Roggan … Nadine Kruger
Σκηνοθεσία:
Fatih Akin
Σενάριο
Fatih Akin
Adam Bousdoukos
Παραγωγή
Fatih Akin
Klaus Maeck
Φωτογραφία
Rainer Klausmann
Μοντάζ
Andrew Bird
Χρονολογία παραγωγής
2009
Χώρα παραγωγής
ΓΕΡΜΑΝΙΑ
Γλώσσα
ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ
Είδος ταινίας
ΚΩΜΩΔΙΑ
Διάρκεια
99′
Τοποθεσίες Γυρισμάτων
Bremen, ΓΕΡΜΑΝΙΑ

 
Ο Φατίχ Ακίν («Head On», «The Edge of Heaven») επανέρχεται στη μεγάλη οθόνη, αλλάζοντας εντελώς κατεύθυνση, με μια ξεκαρδιστική κωμωδία. Το «Soul Kitchen» απέσπασε το Ειδικό Βραβείο της Επιτροπής στο 66ο Κινηματογραφικό Φεστιβάλ Βενετίας, ενώ άνοιξε το 50ο Κινηματογραφικό Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.

Ο Σκηνοθέτης
Φατίχ Ακίν: Μόλις 36 χρονών, ο Φατίχ Ακίν αποτελεί έναν από τους πιο καταξιωμένους αλλά και αγαπητούς στο ελληνικό κοινό σκηνοθέτες. Τουρκικής καταγωγής, γεννημένος στο Αμβούργο, σπούδασε σινεμά στη σχολή Visual Communications του Αμβούργου. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του έγραψε και σκηνοθέτησε την πρώτη του μικρού μήκους ταινία «Sensin-You are the One», η οποία και απέσπασε το βραβείο κοινού στο Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους του Αμβούργου το 1995. Τρία χρόνια αργότερα, η πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία «Short Sharp Shock» βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ του Λοκάρνο με το Bronze Leopard ενώ στο Φεστιβάλ της Βαυαρίας πήρε το βραβείο καλύτερης σκηνοθεσίας. Το 2003, καταξιώθηκε πλέον σαν ένας από τους πολλά υποσχόμενους σκηνοθέτες της γενιάς του με την ταινία «Μαζί Ποτέ», οπότε και κέρδισε τη Χρυσή Άρκτο στο Φεστιβάλ Βερολίνου, ενώ το 2005 με το μουσικό ντοκιμαντέρ «Ο Ήχος της Πόλης» είχε κάνει πολύ καλή αίσθηση. Το 2007 επέστρεψε με μια ακόμη δυνατή ταινία, «Η Άκρη του Ουρανού».

Οι Ηθοποιοί
Άνταμ Μπουσδούκος: Παίζει πολλούς ρόλους στο «Soul Kitchen». Δεν πρωταγωνιστεί μόνο, αλλά έχει γράψει και το σενάριο μαζί με τον Φατίχ Ακίν και ο χαρακτήρας που υποδύεται, ο Ζήνος, είναι κομμένος και ραμμένος στα μέτρα του. Εκτός από την καριέρα του στην υποκριτική, ήταν και ιδιοκτήτης εστιατορίου, όταν ανέλαβε την «Ταβέρνα» στο Αμβούργο πριν από δέκα χρόνια. Την πούλησε στις αρχές του 2009. Γεννημένος το 1974, από Έλληνες γονείς, μεγάλωσε στην Αλτόνα και από το 1995, που συμμετείχε στο μικρού μήκους φιλμ «Sensin- You’ re the One!», έχει γίνει ένας από τους πιο σημαντικούς ηθοποιούς στις ταινίες του Φατίχ Ακίν. Για τον ρόλο του στο «Short Sharp Shock» το 1998, απέσπασε τη Χρυσή Λεοπάρδαλη στο φεστιβάλ του Λοκάρνο. Είναι επίσης παθιασμένος μουσικός και συμπαραγωγός του cd «Ottensen Sampler», ενώ η βαθιά γνώση του στο ρεμπέτικο και στην ελληνική μουσική βοήθησε αρκετά στη δημιουργία του soundtrack του «Soul Kitchen».
Μόριτζ Μπλάιμπτροϊ: Γεννήθηκε το 1971 στο Μόναχο και σπούδασε υποκριτική στη Ρώμη, το Παρίσι και την Νέα Υόρκη. Ξεκίνησε να εργάζεται στο θέατρο στο Αμβούργο και πολύ σύντομα ήρθε ο πρώτος του πρωταγωνιστικός ρόλος σε μια εξαιρετικά επιτυχημένη ταινία, το διάσημο «Τρέξε Λόλα, τρέξε» του Τομ Τίκβερ και το «Πείραμα» του Όλιβερ Χίρσμπιγκελ, για το οποίο τιμήθηκε με βραβείο καλύτερου ηθοποιού στα γερμανικά κινηματογραφικά βραβεία. Για την ερμηνεία του στο φιλμ του Όσκαρ Ρόελερ «Atomised» κέρδισε Αργυρή Άρκτο Ανδρικής Ερμηνείας στο Βερολίνο το 2006. Πιο πρόσφατα, ο Μόριτς συμμετείχε σε παραγωγές όπως το «Μόναχο» του Σπίλμπεργκ και «The Walker» του Πολ Σρέιντερ. Την περσινή χρονιά πρωταγωνίστησε στο πολιτικό θρίλερ «Το Σύμπλεγμα Baader Meinhof». Είναι γιος της μεγάλης Γερμανίδας ηθοποιού Μόνικα Μπλάιμπτροϊ («Σε 4 λεπτά»).

Με τα Λόγια του Σκηνοθέτη

Η ΙΔΕΑ
Η ιδέα για το «Soul Kitchen» υπήρχε εδώ και καιρό. Πάντοτε σκεφτόμουν τον φίλο μου Άνταμ Μπουσδούκο και την ταβέρνα του στη συνοικία Ότενσεν του Αμβούργου. Αυτό ήταν κάτι περισσότερο από ένα απλό ρεστοράν για εμάς: ήταν ένας παιδότοπος για περιπέτειες, ένας χώρος περισυλλογής, ένα μέρος για γιορτή, σαν το σπίτι μας. Ήθελα να «αιχμαλωτίσω» αυτόν τον τρόπο ζωής και δεν θα μπορούσα να κάνω κάτι τέτοιο, αν ήμουν πολύ μεγαλύτερος. Δεν μπορώ να πηγαίνω σε πάρτι για μια ζωή ούτε πλέον να βγαίνω πέντε φορές την εβδομάδα. Κάποια στιγμή, αρχίζεις να έχεις πονοκεφάλους, θεωρείς τη μουσική πολύ δυνατή, δεν μπορείς να αντέξεις τον καπνό. Μεγαλώνουμε και είναι ok, γιατί κάποτε αυτός ο τρόπος ζωής απλά εξαφανίζεται. Ωστόσο, το να κάνεις μια ταινία με αυτό το θέμα έχει ακόμη αξία, γιατί εν τέλει έχει να κάνει με ένα υπαρξιακό ζήτημα. Έχει να κάνει με το ποτό, το φαγητό, τα πάρτι, τον χορό, το σπίτι. Ήθελα να κάνω μια ταινία για το «σπίτι», όχι με την έννοια της τοποθεσίας, αλλά ως στάση ζωής και συμπεριφοράς.

ΠΩΣ ΓΥΡΙΣΤΗΚΕ Η ΤΑΙΝΙΑ
Η ιστορία για το πώς έγινε αυτή η ταινία είναι μια Οδύσσεια που ξεκίνησε το 2003. Αρχικά, ήθελα να δοκιμάσω το νέο μου πρόγραμμα επεξεργασίας κειμένου. Ο Άνταμ και το κορίτσι του είχαν μόλις χωρίσει και βασικά ξεκίνησα να πληκτρολογώ το εξής: «Ο Άνταμ είναι πληγωμένος, το εστιατόριο θα μπορούσε να κάνει καλύτερες δουλειές». Είχα γράψει 20 σελίδες σεναρίου και τέλειωσα την πρώτη βερσιόν μέσα σε 5 ημέρες. Ύστερα ακολούθησε η βράβευση για το «Head On», η Χρυσή Άρκτος. Έπειτα από αυτό, δεν έβρισκα το «Soul Kitchen» καθόλου ενδιαφέρον. Δεν μπορούσα να ελευθερώσω τον εαυτό μου από τις πιέσεις που επέφερε η επιτυχία. Ωστόσο, χρειαζόμασταν μια νέα ιστορία για να διατηρηθεί «ζωντανή» η εταιρεία παραγωγής μας. Είχαμε ιδρύσει την εταιρεία για την ταινία «Head On». Έτσι γυρίσαμε το «Crossing the Bridge». Και το «Soul Kitchen» παρέμεινε στο συρτάρι, παρόλο που είχαμε συνεχίσει να αναπτύσσουμε την ιστορία. Κάποια στιγμή, είχα αποφασίσει ότι απλά ήθελα να συμμετέχω ως παραγωγός στην ταινία και να βρω άλλον σκηνοθέτη. Όμως με είχε ενοχλήσει το γεγονός ότι, μετά τα «Head On» και «The Edge of Heaven», φαινόταν ότι είχα εστιάσει την προσοχή μου στο να κάνω πιο σοβαρές ταινίες. Δεν ήθελα να είμαι σκλάβος της επιτυχίας μου κι έτσι διερωτήθηκα «Για ποιον πραγματικά το κάνω όλο αυτό;».
Το «Soul Kitchen» δεν είναι το τρίτο μέρος της τριλογίας μου για «την αγάπη, το θάνατο και τον διάβολο». Τα πρώτα δύο κομμάτια της «τριλογίας» («Head On», «The Edge of Heaven») ήταν εξαιρετικά σφοδρά και σκληρά, απαιτούσαν αρκετή θυσία. Με το «Soul Kitchen» ήθελα να αναρρώσω. Υποτίθεται ότι ήταν κάτι που θα μου θύμιζε ότι η ζωή δεν έχει να κάνει μόνο με πόνο και ενδοσκόπηση. Ήταν ένα είδος τάιμ-άουτ προτού ασχοληθώ με τον «διάβολο». Επίσης ήθελα να κάνω αυτή την ταινία προτού είναι πολύ αργά για να γίνει πιστευτή. Υπάρχει μια περίεργη φιλοσοφία στον κινηματογράφο, που λέει ότι «αν δεν υποφέρεις όσο γυρίζεις μια ταινία, τότε δεν θα είναι τόσο καλή». Μέχρι το «Soul Kitchen», όλα αυτά ήταν απλά λόγια για μένα, αλλά γυρίζοντας αυτή την «εύκολη» ταινία, είχα ξεκάθαρα πάρει το μάθημά μου.

ΑΜΒΟΥΡΓΟ
Ένιωθα ότι χρωστούσα σε αυτή την πόλη μια ταινία. Πρόσφατα, δυο άνθρωποι του κινηματογράφου από τη Νέα Υόρκη ήρθαν να με επισκεφτούν. Αρχικά με ρώτησαν κι οι δύο: «Γιατί μένεις ακόμη εδώ; Πότε θα μετακομίσεις στη Νέα Υόρκη;». Τους απάντησα: «Γιατί νιώθω πραγματικά καλά εδώ. Γνωρίζω κάθε δρομάκι, τους κινηματογράφους, τους πορτιέρηδες παντού, ξέρω πού να βρω έναν καλό γιατρό, πού να βρω τα καλύτερα λαχανικά. Γιατί να μετακομίσω σε άλλη πόλη;». Είχαμε πάει για φαγητό και μετά βγήκαμε έξω στην πόλη. Αρχικά πήγαμε σε ένα electro party στην Αλτόνα, έπειτα στη συνοικία Σάνζεν, στο Μαντελέι κι έπειτα στο μπαρ Μπερνστάιν. Τελικά καταλήξαμε στο Κίεζ, στην περιοχή του Αμβούργου με τα κόκκινα φώτα. Στις 6 το πρωί, κόσμος έβγαινε από τα clubs και στεκόταν γύρω από το Hamburger Berg, έναν δημοφιλή δρόμο-στέκι. Ήταν ζεστά, χάραζε, και οι δυο Νεοϋορκέζοι φίλοι μου ήταν ενθουσιασμένοι. Τα μπαρ κλείνουν στις 4 το πρωί στη Νέα Υόρκη. Οπότε μου είπαν: «Τώρα καταλαβαίνουμε γιατί δεν θέλεις να φύγεις. Είναι μια πόλη υπέροχη με σπουδαία αρχιτεκτονική, υπέροχο φαγητό, ωραία clubs και τις πιο όμορφες γυναίκες». Πιστεύω ότι καταφέραμε να αποδώσουμε κάτι απ’ όλα αυτά στο «Soul Kitchen».

Ο ΖΗΝΟΣ- ΑΝΤΑΜ ΜΠΟΥΣΔΟΥΚΟΣ
Ο Ζήνος είναι γενναιόδωρος και «αυτοθυσιαζόμενος», κάπως αδέξιος, έχει όμως καλή καρδιά. Είναι επίσης λίγο οπορτουνιστικός, όπως είναι συνήθως οι άνθρωποι που ασχολούνται με τη γαστρονομία. Πάντοτε κοιτούν τη δουλειά τους. Έχει το τυπικό όνειρο των μεσοαστών- ίσως ο Ζήνος είναι ο πιο μεσοαστός από όλους τους υπόλοιπους ήρωες. Αυτό που θέλει περισσότερο είναι να κάνει 2 παιδιά με τη Ναντίν και, όσο εκείνη θα τα προσέχει, αυτός θα ασχολείται με το εστιατόριο. Όμως ο τρόπος με τον οποίο αυτοί οι άνθρωποι λειτουργούν συνήθως, μέσα στην μελαγχολία τους, τους οδηγεί να ερωτεύονται το απίθανο. Η Ναντίν είναι «ένα μέγεθος» μεγαλύτερή του, ακόμη και εξωτερικά. Ο Ζήνος είναι βασικά μια κλασική κωμική φιγούρα. Το πρόβλημά του με τη δισκοπάθεια είναι τραγικό και κωμικό ταυτόχρονα. Υπάρχει ένα είδος χιούμορ που «εκρήγνυται» παντού, γιατί δουλεύει οπτικά και όχι μόνο με τις λέξεις, όπως συνέβαινε με τους μεγάλους κωμικούς του βωβού κινηματογράφου, Μπάστερ Κίτον και Τσάρλι Τσάπλιν. Για μένα, ο Ζήνος είναι ο Τσάρλι Τσάπλιν του σήμερα.
ΤΟ ΩΡΑΙΟ ΦΑΓΗΤΟ
Στην Ταβέρνα, σέρβιραν τυπικό φαγητό, όπως τηγανητό καλαμάρι, σουβλάκι ψαριού, κοτολέτες αρνιού κλπ. Κάποια στιγμή, ο Άνταμ κι εγώ ήμασταν στη Θεσσαλονίκη στο φεστιβάλ κινηματογράφου και καταλήξαμε να τρώμε παραδοσιακή κουζίνα. Την λατρέψαμε. Άλλαξε ολοκληρωτικά την εντύπωσή μας για την ελληνική κουζίνα. Ο Άνταμ ρώτησε τη μητέρα του αν θα μπορούσε να μαγειρέψει στην Ταβέρνα. Ήταν το καλύτερο φαγητό που είχαν φάει ποτέ σε αυτό το εστιατόριο, όμως κανείς δεν ήθελε να το δοκιμάσει. Αυτό που ήθελαν όλοι ήταν οι τηγανητές πατάτες, το άνοστο ψάρι τους και το χαμηλής ποιότητας τηγανητό καλαμάρι!
Στο «Soul Kitchen», δείχνουμε ότι η καλή κουζίνα διώχνει τους τακτικούς πελάτες. Οι θαμώνες δεν φεύγουν γιατί είναι πιο ακριβά, φεύγουν γιατί τους σερβίρεται κάτι διαφορετικό. Όμως κάποιοι από αυτούς επιστρέφουν.
ΕΠΙΣΗΜΟ SITE :
http://www.soul-kitchen-film.de/

ΑΛΛΕΣ ΠΗΓΕΣ
http://www.imdb.com/

Από το: http://www.myfilm.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *