Και ο τηλεπολιτισμός; 0,1% έως 1,7%…

  • 12/10/2008
  • ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ
  • MEDIA

Αφού πέρασαν το καλοκαίρι προβάλλοντας επαναλήψεις των επαναλήψεών τους, μιας και ξέρουν πολύ καλά ότι ο σοβαρότερος αντίπαλός τους είναι η αμμουδιά και η ταβέρνα,
οπότε δεν συντρέχει λόγος να προσφέρουν φρέσκια ύλη σε μειωμένη πελατεία, τα κανάλια
άρχισαν τις τελευταίες μέρες να διαλαλούν αυτοθαυμαζόμενα την καινούργια
χειμωνιάτικη κολεξιόν τους: σίριαλ, ελληνικά και ξένα, ταινίες (ξένες στη συντριπτική τους πλειονότητα, και από αυτές, οι οχτώ στις δέκα αμερικανικές, μπι μούβι, σι μούβι κι ακόμα παρακάτω), εκπομπές «κοινωνικού περιεχομένου» (το κους κους, του κους κους, ω κουτσομπολιό, ω χυδαίο κουτσομπολιό), δελτία ειδήσεων και παραθύρων, αθλητικά, πολλά αθλητικά,τηλεπαιχνίδια και σοφτ ριάλιτι όπου ο στόχος είναι συνήθως η γελοιοποίηση των παικτών, λίγα στρογγυλά τραπέζια όπου θα δούμε για εκατόν εικοστή πέμπτη φορά τους ίδιους δέκα – δεκαπέντε αναγνωρίσιμους («γνωστούς ποινικολόγους», αρχόσχολους σχολιαστές, τους εγκεκριμένους των κομμάτων ή τους πολιτικούς που αβαντάρονται από κάθε δίαυλο, αστεράκια της σόου μπίζνες που υποτίθεται ότι κομίζουν την «ανθρώπινη ευαισθησία τους») να συμπρωταγωνιστούν στο παιχνίδι της πλαστής αντιδικίας για οτιδήποτε το επιστητό.
Α ναι, θα δούμε και ολίγα «πολιτιστικά», ολίγιστα.

΄Οχι. Δεν είναι μόνο αυτό η τηλεόραση. Δεν είναι μόνο γκριζάδα, επιπολαιότητα,
χειραγώγηση του κοινού, αλλά και των πολιτικών, χυδαιότητα, κιτρινισμός,
προχειρολογία, λαϊκισμός, καλυμμένη ή ωμή πορνογραφία με οποιοδήποτε πρόσχημα,
εμπόριο πόνου, αλλά και διακίνηση πανικού, και πάλι με οποιοδήποτε πρόσχημα
(σεισμούς, λοιμούς, καταποντισμούς, νοθεία τροφίμων, τη «βία των μεταναστών» και τη
χαμένη τάχα ασφάλειά μας). Υπάρχουν και καλές εκπομπές (συνήθως εκτοπισμένες στη
μεταμεσονύκτια ζώνη), σπουδαίες ταινίες (τις μεταμεσονύκτιες ώρες κι αυτές, για κείνη την ανύπαρκτη φυλή που δεν έχει πιεστικούς βιοποριστικούς λόγους να ξυπνήσει το πρωί), θαυμάσια ντοκιμαντέρ ιστορικού ή οικολογικού περιεχομένου, ειδησεογραφικά στρογγυλά τραπέζια όπου τόσο ο
οικοδεσπότης όσο και οι προσκεκλημένοι του έχουν να πουν κάτι περισσότερο από όσα
λέει η εικόνα τους, το εικόνισμα της αυθεντίας τους δηλαδή, ειδησεογραφικά δελτία
που μεταδίδουν ειδήσεις και όχι φλυαρία και ναρκισσισμό, τα οποία ενδιαφέρονται και
για την υπόλοιπη Ελλάδα πλην της Αθήνας, και για τον υπόλοιπο κόσμο πλην της Ελλάδας, και για θέματα «όχι τραβηχτικά», τα οικολογικά ή τα πολιτιστικά, ας πούμε.

Αστείο μοιάζει το να ονειρευτεί κανείς μιαν «άλλη τηλεόραση» όταν η ζωή εν όλω μένει
η ίδια. Ωστόσο επειδή χρόνια τώρα βρισκόμαστε εντελώς μέσα στο κουτί (το οποίο ακόμα
περιμένει την άδεια λειτουργίας του, πού να προλάβει κι ο κ. Ρουσόπουλος με τόσα
προβλήματα που τον απασχολούν, πνευματικά, οικονομικά και πολιτικά), πέριξ του
οποίου ή υπό το οποίο κινούνται η πολιτική, η κοινωνία, ο αθλητισμός, η καλλιτεχνία,
μπαίνει κανείς στον πειρασμό και λέει:
Δεν θα ήταν άσχημα αν φέτος δεν βλέπαμε την εξηκοστή εκπομπή αφιερωμένη (στον τίτλο τουλάχιστον, διότι συνήθως αυτές οι εκπομπές είναι συνάξεις φίλων και γνωστών που αντί να τα πούνε στο τάδε μπαρ της μόδας, τα λένε δημόσια, για να διαφωτίσουν το «κοινό») στη βία στα γήπεδα, με τους μισούς «ευαίσθητους» συνομιλητές να έχουν
πλούσια δράση στα γήπεδα ως παραγωγοί λεκτικής και σωματικής βίας εναντίον
διαιτητών και αντίπαλων ποδοσφαιριστών. Δεν θα ήταν άσχημα αν η επόμενη εκπομπή για
την κρίση της δημοσιογραφίας δεν διεκπεραιωνόταν από τους συνήθεις «αρχάγγελους της
κάθαρσης» που τυγχάνουν συμπρωταγωνιστές της κρίσης της δημοσιογραφίας και κατ’ εξοχήν συντελεστές της απαξίωσής της.

Δεν θα ήταν άσχημα αν παρακολουθούσαμε επιτέλους την κάλυψη μιας διαδήλωσης όπου οι
εικόνες δεν θα έδειχναν αποκλειστικά καμένους κάδους απορριμμάτων και μικροσυμπλοκές
εσκεμμένα μεγεθυνόμενες διά της επαναλήψεως και όπου θα ακούγαμε και για ποιους
ακριβώς λόγους διαδηλώνουν τόσοι άνθρωποι, που βέβαια δεν συνάχτηκαν για να
προκαλέσουν «κυκλοφοριακό κομφούζιο».

Δεν θα ήταν άσχημα αν βλέπαμε πού και πού εικόνες από την εκτός Αθήνας Ελλάδα, αλλά χωρίς να έχει μεσολαβήσει φονικό ή πλημμύρα ή ροζ σκάνδαλο.

Δεν θα ήταν άσχημα αν οι εξουθενωτικές αθλητικές εκπομπές (οι οχτώ στις δέκα έχουν ξενόγλωσσο τίτλο, από ξιπασιά, τι άλλο) μείωναν τη διάρκειά τους από τετράωρη σε τρίωρη έστω, και αν
εκτός από τους σοβαροφανείς πλην φανατισμένους εκπροσώπους του Ολυμπιακού, του
Παναθηναϊκού και της ΑΕΚ (έμμισθους ή άμισθους, μικρή η διαφορά) καλούσαν και
κάποιον έμπιστο «δευτεροκλασάτης» ή «περιφερειακής» ομάδας (πού να βρεθούν
ουδέτεροι), έστω για να υποστεί τις ανούσιες ερωτήσεις των οικοδεσποτών, που κι
αυτοί με το ζόρι κρύβουν τις συλλογικές προτιμήσεις τους.

Δεν θα ήταν άσχημα αν τα δελτία ειδήσεων δεν εμπεριείχαν, προς το τέλος τους,
κι ένα δεκάλεπτο διαφημιστικό κομμάτι, πονηρά ενσωματωμένο στην καθαυτό ύλη, να
παριστάνει και αυτό την είδηση.

Δεν θα ήταν άσχημα αν το ελληνικό τραγούδι δεν εξαντλούνταν στην κ. Εφη Θώδη και την
κ. Παπαρίζου, ο ελληνικός χορός στον κ. Μεταξόπουλο, η ελληνική ηθοποιία στον κ.
Σόμμερ και, βέβαια, η Τοπική Αυτοδιοίκηση στον κ. Παναγιώτη Ψωμιάδη, νομάρχη πασών
των εκπομπών και πάντως όχι της Θεσσαλονίκης (πού να προλάβει κι αυτός, έτσι όπως
θορυβεί ακατασχέτως από καναλίου εις κανάλιον).

Δεν θα ήταν άσχημα αν η γλώσσα δεν εξαντλούνταν στην πρόκληση θορύβου ή στην
εκτόξευση ύβρεων και χυδαιοτήτων.

Δεν θα ήταν άσχημα αν δεν ακούγαμε μπουζούκια από τις οχτώμισι το πρωί, αν οι μεταμεσονύκτιοι «χιουμορίστες» έβρισκαν κι άλλο τρόπο να κάνουν χιούμορ εκτός από τα χοντροκομμένα σεξιστικά πειράγματα, αν τα πολύωρα μεσημεριανά κουτσομπολευτήρια δεν υποδέχονταν ενθουσιωδώς ανθρώπους πρόθυμους να αλληλοσφαγούν δημοσίως, και αν οι «ερευνητικές εκπομπές» έπαυαν να σκαλίζουν την ιδιωτική ζωή του καθενός, με κρυφές
κάμερες και μαγνητοφωνάκια (έτσι που πάει το πράγμα, το «εργαλείο γραφής» ενός
μοντέρνου δημοσιογράφου είναι το κινητό του και τίποτε άλλο).

Δεν θα ήταν άσχημο να συμβούν όλα αυτά για πολλούς λόγους και για έναν επιπλέον: με δεδομένο ότι ακόμα και το τέχνασμα του Μιθριδάτη έχει τα όριά του και το πολύ φαρμάκι εντέλει δεν
συνηθίζεται και δεν αντέχεται, αν μειωνόταν κάπως, δεν θα κινδύνευε πλέον τόσο
σοβαρά η εν γένει υγεία όσων, λόγω της δουλειάς τους ως τηλεκριτικών, εξαναγκάζονται να βλέπουν και ν’ ακούνε ώρες επί ωρών θεάματα και ακροάματα που δοκιμάζουν την ψυχοσωματική ισορροπία τους· γεύονται τόση χολή, τόση βλακεία και τόση κακότητα καθημερινά ώστε να μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι ναι, αυτοί οι συνάδελφοι δικαιούνται οπωσδήποτε να ενταχθούν στα βαρέα και
ανθυγιεινά.
Της ιδιωτικής τηλεόρασης πάντως της πέφτει βαρύς, βαρύτατος ο πολιτισμός, έτσι όπως
συνηθίζουμε να τον εννοούμε, γι’ αυτό και τον απωθεί, προβάλλοντας μανικά το δικό
της περί κουλτούρας πρότυπο.
Τη σεζόν 2005 – 2006 και σύμφωνα με τα στοιχεία που καταγράφονται από την AGB Nielsen Media Researsch, το ποσοστό του χρόνου που διέθεσαν τα ιδιωτικά κανάλια στον τομέα «Τέχνη/Πολιτισμός» κυμαινόταν από 0,1% έως1,9%.
Την επόμενη σεζόν, 2006 – 2007, αποδείχθηκε ότι και τα χείριστα μπορεί να πάνε
χειρότερα, αφού χαμήλωσε κι άλλο η οροφή του σχετικού ποσοστού, το
οποίο κυμάνθηκε από 0,1% έως 1,7%.
Ε, σωστά ταιριάζουν όλα, θα ’λεγε κανείς. Μήπως και το ποσοστό που προβλέπει για τον πολιτισμό ο κρατικός προϋπολογισμός είναι ουσιαστικά μεγαλύτερο;

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ -(Φωτογραφία: πόστερ ΓΟΥΟΤΣΜΑΙΝΣΤΕΡ)
(Από την ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 5/10/2008)

3 Σχόλια

  1. Ο/Η saabism λέει:

    μήπως όλα αυτά είναι πλεκτάνη των εκδοτικών οίκων για να διαβάζουμε περισσοτερα βιβλία;

  2. Ο/Η Idom λέει:

    “Μού αρέσει η τηλεόραση
    Είναι όμορφη και τετράγωνη”

    Graffiti που εμφανίστηκε πριν περίπου 10 χρόνια σε τοίχο των παλιών κτιρίων τού ΙΤΕ – Ηράκλειο Κρήτης

    :-)

  3. Ο/Η Περικλέους Διονυσία λέει:

    @ όλους τους “αγανακτησμένους” τηλεοπτικά πολίτες: Εκείνος που σας πούλησε την TV ξέχασε να σας δώσι το τηλεκοντρόλ; Τον αθεόφοβο! Και σε τι βάσανα σας έβαλε… Εγώ παρακολουθώ φανατικά τον κ. Λαζόπουλο γιατί τον περιμένω πού θα κλατάρει βλέπε-βλέπε μεσημεριανάδικα, πρωϊνάδικα και γενικά μ——ς. Πού βρήσκει χρόνο να δουλέψει το ρημάδι το μυαλό του; Πάντως τον ευχαριστώ γιατί πάνω μου ενεργεί καλλίτερα κι από τον πατέρα μου που, απ’ την βιβλιοθήκη του, είχε εξαφανίσει ακόμα και τον “Εραστή της λαίδης Τσάτερλη”! Βέβαια γι’ αυτό δεν ευγνωμονώ τον πατέρα μου -το βιβλίο στα 13 μου το πήρα κρυφά από βιβλιοθήκη φίλου του- αλλά τον κ. Λαζόπουλο τον ευχαριστώ και φοβάμαι κι ανησυχώ μπας και δεν το αντέξει.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *