«Αντίσταση φτιαγμένη από βατίστα…»

  • 20/12/2009
  • ΝΑΤΑΛΙ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ
  • ΒΙΒΛΙΟ

Ηταν συγκλονιστική και βαθιά πολιτική ομιλία της Χέρτα Μίλερ, φετινής αποδέκτριας του Νόμπελ Λογοτεχνίας, στη Σουηδική Ακαδημία των Νόμπελ στη Στοκχόλμη.  Ενας βαθύτατα σπαρακτικός, ξεκάθαρα πολιτικός, απέραντα ανθρωπιστικός λόγος, ενάντιος σε κάθε φασισμό, κεντημένος από αυτοβιογραφικές αναμνήσεις κι από ποιητικά υλικά, ήταν η χθεσινή ομιλία της φετινής αποδέκτριας του Νόμπελ Λογοτεχνίας, Χέρτα Μίλερ, στη Σουηδική Ακαδημία.

Η ρουμανικής καταγωγής ποιήτρια, πεζογράφος και δοκιμιογράφος Χέρτα Μίλερ αυτοπροσδιορίζεται -όχι τυχαία- ως Γερμανίδα πολίτης. Χθες, κατά την ομιλία της
Εξ ου και η αναφορά της στο ρητό του παππού της: «Οταν οι σημαίες ανεμίζουν, η κοινή λογική γλιστράει μέσα στις τρομπέτες».

Η 56χρονη, ρουμανικής καταγωγής, Γερμανίδα ποιήτρια, πεζογράφος και δοκιμιογράφος Μίλερ χρειάστηκε μόνον το εύρημα ενός «βατιστένιου μαντιλιού» για να ανατρέξει στα δεινά του καθεστώτος Τσαουσέσκου και τις ημέρες τρόμου που έζησε η ίδια υπό την ασφυκτική πίεση της Σεκουριτάτε, να αντιπαραθέσει τη σωματική ταπείνωση που επιβάλλουν τέτοια καθεστώτα με την ανθρώπινη τρυφερότητα και να ανακηρύξει εσαεί νικητές ενάντια σε κάθε απολυταρχία όσους αναπτύσσουν προσωπικούς τρόπους αντίστασης, βρίσκοντας παρηγοριά είτε στα βατιστένια μαντίλια κάποιας μάνας είτε στις λέξεις.

Τα μαντιλάκια, το κόκκινο ακορντεόν ενός θείου της που κατέληξε ναζί, οι σκάλες στο ρουμανικό εργοστάσιο ρούχων όπου εργαζόταν όταν άρχισε να την καταδιώκει η Σεκουριτάτε, ήταν όλα αντικείμενα που χρησίμευσαν στη Μίλερ για να αναπτύξει την ομιλία της. Και αντιπαραβάλλοντας τον αρθρωμένο λόγο με τις νοερές λέξεις, να εξηγήσει πώς έγινε λογοτέχνις: «Αντέδρασα στον θανάσιμο φόβο με δίψα για ζωή. Με πείνα για λέξεις…».

Η ομιλία της ξεκίνησε με μια μνήμη. Κάθε φορά που έφευγε για το σχολείο, η μάνα της εξέφραζε εμμέσως την τρυφερότητά της ρωτώντας «έχεις πάρει μαζί σου μαντίλι;». Στον αντίποδα του άρρητου κώδικα που επιβεβαίωνε την αγάπη και την οικογενειακή ασφάλεια, η Μίλερ αντέταξε τον τρόμο της απόλυτης ανασφάλειας όταν, αργότερα, πήγαινε στο εργοστάσιο «προετοιμασμένη να αντιμετωπίσω καθημερινά οτιδήποτε -και τον θάνατο».

23-1-thumb-smallΚαι μόνον η περιγραφή των τριών επισκέψεων που είχε δεχτεί από αξιωματούχο της Σεκουριτάτε αποδεικνύουν τη λογοτεχνική της δεινότητα: ο τρόμος αναδύεται, σαν σε φιλμ νουάρ, σταδιακά, καθώς ο «γιγαντιαίος, χοντροκόκαλος άνδρας με τα αστραφτερά μπλε μάτια» καταλήγει να εκβιάσει ανοιχτά τη νεαρή εργαζόμενη «να συνεργαστεί». Η άρνησή της σήμανε έναν ακήρυχτο αδυσώπητο πόλεμο: μέχρι να απολυθεί οριστικά πέρασε τότε μερικές βδομάδες υπό τρομακτική ψυχολογική βία: έχασε το γραφείο της, μετά την εμπιστοσύνη των φίλων της στους οποίους «κάποιοι» είχαν διαρρεύσει τη φήμη ότι είναι «προδότρια» («στα μάτια τους ήμουν ό,τι ακριβώς είχα αρνηθεί να γίνω»). Αστεγη, εγκαταστάθηκε πεισματικά σ’ ένα αυτοσχέδιο γραφείο στο κλιμακοστάσιο. Και τότε βρήκε την απόλυτη ελευθερία στις λέξεις που δεν άρθρωνε, αλλά σκεφτόταν. Εγένετο λογοτεχνία…

Πιο πριν, στην ομιλία της, η Χέρτα Μίλερ ανέτρεξε και σε άλλες απολυταρχίες, αποδεικνύοντας την ανθρώπινη ικανότητα να αντέχει στα δεινά, ακόμα και με μια «παρηγοριά φτιαγμένη από βατίστα». Ενα μαντιλάκι που πρόσφερε μια Ρωσίδα μάνα στον εξόριστο σε σοβιετικό στρατόπεδο, Ρουμάνο αντικαθεστωτικό, μετέπειτα ποιητή Οσκαρ Παστιόρ, είχε κάνει κι εκείνον να ξαναποκτήσει εμπιστοσύνη στο ανθρώπινο είδος. Ετσι έσωσε και τη γιαγιά της Μίλερ, η ικανότητά της να ξεχνάει πως ο γιος της, σκληροπυρηνικός του ναζισμού, είχε καταταγεί εθελοντής στα SS: από τον «θείο Μετζ» της Χέρτα Μίλερ δεν έμεινε άλλη ανάμνηση παρά δύο φωτογραφίες (μία του γάμου του και μία της ακρωτηριασμένης σορού του σε μια κουβέρτα) κι ένα ακορντεόν. Από τον παππού της η νομπελίστα κράτησε παρακαταθήκη το ρητό του…

«Καθημερινά βλέπει κανείς πως η κοινή λογική των “προφητών” γλιστράει μέσα στην τρομπέτα, αυτή που εγώ αποφάσισα να μη φυσήξω ποτέ», είπε. Και περιέγραψε πώς ανακάλυψε την ελευθερία στις λέξεις: «Ο ήχος των λέξεων γνωρίζει πως δεν έχει άλλη επιλογή από το να σαγηνεύσει (..) Η συγγραφή δεν είναι θέμα εμπιστοσύνης, αλλά εντιμότητας της απάτης».

Οι νοερές λέξεις και οι κρυφές χειρονομίες είναι «καταφύγιο» για τη Μίλερ, που περιέγραψε μια συγκλονιστική σκηνή, όταν η Σεκουριτάτε ανέκρινε τη μάνα της. Οσο περίμενε έγκλειστη στο γραφείο ενός αξιωματούχου η μάνα της «αντικαθεστωτικής», σφουγγάρισε το πάτωμα με το βατιστένιο της μαντίλι. «Επρεπε να περάσω την ώρα μου», εξήγησε αργότερα στην κόρη της. Κι εκείνη τώρα, λίγο προτού παραλάβει το Νόμπελ, ευχήθηκε: «Να μπορούσα σε όσους στερούνται την αξιοπρέπειά τους από δικτατορίες να χαρίζω την ερώτηση: “Εχεις πάρει το μαντίλι σου;”

ΝΑΤΑΛΙ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ (Φωτογραφία: ΜΠΑΜΠΗΣ ΠΥΛΑΡΙΝΟΣ)
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

0,,4776994_1,00Η Χέρτα Μίλερ γεννήθηκε το 1953 στο Νίτζκιντορφ, ένα χωριουδάκι στη γερμανόφωνη περιοχή της Ρουμανίας Μπανάτ. Σπούδασε γερμανική και ρουμανική φιλολογία, αλλά δεν μπορούσε να εκδώσει τα έργα της στη Ρουμανία διότι αρνούνταν να συνεργαστεί με τις μυστικές υπηρεσίες της χώρας, την περιβόητη Securitate. To 1987 κατάφερε να φύγει με τον άντρα της και να εγκατασταθεί στη Γερμανία. Η έλλειψη της πατρίδας έγινε ένα από τα βασικά θέματα του λογοτεχνικού της έργου.

«Δεν έγραψα ποτέ στα ρουμανικά, αλλά φυσικά έχω επαφή με αυτή τη γλώσσα και φυσικά τα ρουμανικά παίζουν ένα ρόλο. Ακόμα και αν γράφω τις λέξεις στα γερμανικά, η ματιά είναι ρουμανική».
Στο τελευταίο της μυθιστόρημα, το οποίο είναι υποψήφιο και για το βραβείο των Γερμανών Εκδοτών που θα απονεμηθεί την ερχόμενη Δευτέρα, περιγράφει τη ζωή ενός νεαρού που βρίσκεται σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Ρωσία. Μια ιστορία αφορά τη ζωή 80.000 Ρουμανοεγερμανών που βρέθηκαν σε τέτοια στρατόπεδα μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

«Υπάρχουν πάντα άνθρωποι που πρέπει να αφήσουν την πατρίδα τους για να ζήσουν, και άλλοι που είναι εγκληματίες, κάνουν εγκλήματα και στραγγαλίζουν πολιτικά τον ίδιο τους τον τόπο και τον κάνουν κτήμα τους».

Οι ρουμανικές μυστικές υπηρεσίες προσπάθησαν να αμαυρώσουν τη φήμη της, όταν αυτή εγκατέλειψε τη χώρα, με διάφορες επιστολές που την κατηγορούσαν ως πράκτορα. Πολλά χρόνια αργότερα ξαναπήγε να επισκεφθεί την πατρίδα της, μια πατρίδα όμως που της ήταν πια ξένη:

«Δεν είναι πια κανείς ο ίδιος όπως έφυγε. Όταν φεύγει κανείς κάτω από αυτές τις συνθήκες γίνεται κάποιος άλλος και έτσι πρέπει».

Η Χέρτα Μίλερ παρέλαβε το βραβείο Νόμπελ στις 10 Δεκεμβρίου στη Στοκχόλμη.

Albrecht Breitschuh / Μαρία Ρηγούτσου

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *